Γιώργου Διαλεγμένου «Μάνα, μητέρα, μαμά»

  • Μια προσεχής πληροφορία

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2010

Από την παράσταση «Μάνα, μητέρα, μαμά» που παίζεται στο θέατρο  «Βεάκη» με τους Γιώργο Νινιό, Ελισάβετ Μουτάφη, Ντίνα Κώνστα,  Πάνο Σκουρολιάκο
  • Φέτος είναι 30 χρόνια από τη δεύτερη, αλλά στην ουσία πρώτη παράσταση του έργου του Διαλεγμένου «Μάνα, μητέρα, μαμά»

Έχει και η κριτική τις ανασφάλειές της, τις αμφιβολίες της. Καθένας, θέλει δεν θέλει, αποβλέπει σε ένα είδος υστεροφημίας, με τη στενή αν επιθυμείτε έννοια, τι όνομα και πόσο κύρος και με πόση διάρκεια θα αντέξει η κρίση του, σε τι και πόσο θα συμβάλει στην ιστορία των ιδεών των οποίων έκρινε και αξιολόγησε στον καιρό του τα πεπραγμένα τους. Όταν π.χ. διαβάζεις σήμερα το δοκίμιο του Ξενόπουλου για τους «Βρικόλακες» τρία χρόνια μετά την πρεμιέρα τους στην Ευρώπη, ή το εξαίσιο δοκίμιο του Βιζυηνού για τον Ίψεν ζηλεύεις όπως και για την κριτική, εν μέσω εχθρικού στρατοπέδου του αθηναϊκού Παλαμισμού, καθιέρωση με καίριες, ισχύουσες έως σήμερα εκτιμήσεις του Ξενόπουλου για τον Καβάφη (1909).

Φέτος είναι 30 χρόνια από τη δεύτερη, αλλά στην ουσία πρώτη παράσταση του έργου του Διαλεγμένου «Μάνα, μητέρα, μαμά». Και άλλοτε έχω διατυπώσει την άποψη πως ένας κριτικός και το κύρος του δεν κερδίζεται με το να επαναλάβει ή να προσθέσει ή να διασαφηνίσει κάτι πάνω στη δραματουργία που έχει κερδίσει το στοίχημα του χρόνου. Τι, δηλαδή, άλλο μπορείς να πεις, εκτός αν είσαι ανατρεπτική μεγαλοφυΐα, για τον Αισχύλο, τον Σαίξπηρ, τον Μολιέρο, τον Ίψεν, τον Τσέχωφ, τον Πιραντέλο, τον Μπρεχτ, τον Μπέκετ, τον Πίντερ;

Όταν όμως μόνος και αβοήθητος οφείλεις να διατυπώσεις γνώμη, χωρίς βιβλιοθήκη και πατερίτσες άλλων, για ένα νέον Έλληνα συγγραφέα που εμφανίζεται για πρώτη φορά και έχεις την υποχρέωση να τον αξιολογήσεις την επόμενη μέρα και έτσι να εκτεθείς γραπτώς, άρα διαχρονικά και να αναλάβεις την ευθύνη της κρίσης σου, θετική ή αρνητική, και όταν διαπιστώνεις ύστερα από 20-30 χρόνια ότι είχες δίκιο, δεν έσφαλες, λειτούργησαν καλά τα αισθητικά και ιστορικά σου αντανακλαστικά, αισθάνεσαι όχι, προς Θεού, έπαρση αλλά ανακούφιση, φεύγει ο βραχνάς της αμφιβολίας. Έγραφα λοιπόν το 1980 για την πρώτη ουσιαστικά παράσταση του έργου του Διαλεγμένου:

«Ο Διαλεγμένος διάλεξε να δραματοποιήσει μια κατάσταση αιχμής· τη μάνα στο μεταίχμιο· βλέπει τη μάνα ως φορτίο και ως φόρτιση· ως συναισθηματικό μύθο και ως λογική αναίρεση του μύθου. Αποκομμένη από το οικείο περιβάλλον της, από το τοπίο των αναμνήσεων, στον ουδέτερο τώρα χώρο, τον ανοίκειο, της ανάγκης, γίνεται περιττή, επειδή είναι άρριζη. Από την άλλη είναι μια συνεχής υπόμνηση της ενοχής, μνήμη και νοσταλγία, ο χαμένος τόπος της αθωότητας. Η μάνα του Διαλεγμένου είναι πια το κέλυφος του μύθου· έχει απολέσει ακόμη και τον θάνατό της· δεν ελπίζει πια ούτε στην ανάπαυση του τάφου της. Χωρίς σπίτι, χωρίς τάφο, άστεγη και στη ζωή και στον θάνατο, γίνεται πράγμα, βάρος, μια αξία αζήτητη, άχρηστη, επειδή δεν έχει τιμή· ανοικονόμητη· τα ζώπυρά της μετατράπηκαν σε καταναλωτικά αγαθά· έγινε ένα κεφάλαιο που εξαντλήθηκε, ένας μύθος που κηρύχτηκε σε πτώχευση, αφού όμως ο τόπος του στήριξε και ανάστησε τους άλλους. Αυτός όμως ο κενός μύθος είναι ακόμη συναισθηματικά αναγκαίος· χρειάζεται σαν φίρμα, σαν έμβλημα. Όπως κρατούν οι διάδοχοι και οι κληρονόμοι το εμπορικό σήμα του πτωχεύσαντος εμπόρου για να προσελκύσουν την πελατεία του. Ο Μύθος ξόφλησε, ζήτω η Μυθολογία. Ο Διαλεγμένος κατόρθωσε με συνταρακτικό τρόπο, με γλώσσα οικεία, ευθύβολη, καίρια, όχι όμως γραφική, αλλά δυναμικά και θεατρικά δραστική, να διαγράψει τη σύγκρουση ακολουθώντας τον μυθικό κύκλο, το φίδι τρέφεται τρώγοντας την ουρά του. Από τη μια η μάνα-μύθος, που ξεπουλιέται, που ταπεινώνεται για να επιβιώσει, από την άλλη τα παιδιά που καταναλώνουν μύθο επίσης για να επιβιώσουν. Ο Μύθος της άρνησης τρέφεται από τον μύθο. Ο Διαλεγμένος δεν έχει αυταπάτες· είμαστε κανίβαλοι, αλλά κανίβαλοι αισθηματίες!

Η τελετουργία της απομυθοποίησης κυοφορεί ήδη τον καινούργιο μύθο· η μια νύφη με το τέχνασμα της εγκυμοσύνης ελπίζει να νομιμοποιηθεί ως μητέρα- προσεχής μύθος· η άλλη, η άτεκνη, προσδοκά και εύχεται να ανανεώσει το σχήμα. Το έργο του Διαλεγμένου είναι σκληρό, γιατί είναι αληθινό· είναι αληθινό, γιατί είναι αδιέξοδο· είναι αδιέξοδο γιατί είναι ανθρώπινο».

Σήμερα θα έλεγα πως ήταν και είναι έργο προφητικό, αφού τα αδιέξοδα είναι σχεδόν ο κανόνας του νεοελληνικού βίου της εποχής μας και των ημερών που βιώνουμε. Το έργο έχει επανειλημμένα ευτυχήσει στη σκηνή με ερμηνείες και σκηνοθετικές προσεγγίσεις που βρήκαν την αλήθεια του και τους δραματουργικούς αρμούς του.

Εξάλλου ο Διαλεγμένος, πέρα από το συγγραφικό του δαιμόνιο αυτό καθαυτό, είναι ένας σπάνιος ωτακουστής του ρυθμού και του ήθους αλλά και των σημαινουσών σιωπών της καθημερινής μας λαλιάς. Και έχει αποδειχθεί πως οι Έλληνες ηθοποιοί ίσως και εξ ενστίκτου κολυμπούν άνετα μέσα στον γλωσσικό χείμαρρο της μικροαστικής γλωσσόρροιας. Ακόμη και όσοι, για λόγους κατανοητής επαγγελματικής ανάγκης, υπηρετούν τον γλωσσικό σκουπιδοτενεκέ των σίριαλ, όταν βρεθούν μπροστά στην παρτιτούρα του Διαλεγμένου, στα ανεπίδοτα σχήματα, στους λεκτικούς αιφνιδιασμούς, σε ένα λόγο που με μια πρώτη ατάκα παράγει κοινωνικό στίγμα στον χαρακτήρα και καθορίζει με ρητορική αλλά και γλωσσική κρυψίνοια το ασυνείδητο τοπίο που όμως παράγει κίνητρα και ωθεί σε εκρήξεις, βρίσκουν τον εαυτό τους, καταβυθίζονται στη γλωσσική μητρική μνήμη και πιάνουν τον ρόλο από τα μαλλιά.

ΙΝFΟ

«Μάνα, μητέρα, μαμά». στο θέατρο «Βεάκη» (Στουρνάρη 32, Πολυτεχνείο. Τηλ. 210.5223522

Αξέχαστο ποιητικό πλάσμα

Η Ντίνα Κώνστα, η πρώτη διδάξασα στην πρώτη σύντομη παράσταση του έργου, τώρα πλέον και στην οικεία ηλικία φτάνει σε μια υποκριτική ταυτότητα που στο μέλλον δεν θα επιτρέπει παρά αναγκαίες συγκρίσεις με την πρόταση που αξιοποίησε. Ρεαλιστική χωρίς νατούρα και υπονομευτική με την ειρωνεία, δημιουργεί ένα θεατρικό ποιητικό πλάσμα αξέχαστο. Μάθημα. Ο Νινιός είναι ηθοποιός λιτός, άμεσος που σπάνια πέφτει στην ηθογραφική γραφικότητα. Γνήσιος και ανθρώπινος. Ο Πάνος Σκουρολιάκος έχει μανιέρα, αλλά εδώ δεν ενοχλεί διότι ο εμβληματικός Σωτηράκης είναι ένας λαϊκός ρήτορας που φλυαρεί και με τη χειρονομία. Η Ελισάβετ Μουτάφη, αγαθή έκπληξη, έπαιξε την καρτερική νύφη με μέσα εκφραστικής λιτότητας, συγκρατημένη απελπισία και εγκαρτέρηση. Η Βάσω Γουλιελμάκη, στον πολύ απαιτητικό ρόλο μιας κότας μπεμπέκας με διαβολικές υστεροβουλίες ενστικτώδους κτητικού θηλυκού. Θαυμάσια, έστω κι αν εδώ ο σκηνοθέτης αξιοποίησε τη συνήθη μανιέρα της. Κάποιο τέτοιο πρότυπο θα είχε και ο Διαλεγμένος. Τριάντα χρόνια με συχνές παραστάσεις ανάμεσα, το «Μάνα, μητέρα, μαμά» εγκαθίσταται εδραία στον μεταπολεμικό κανόνα της ελληνικής δραματουργίας και όχι ως μνημείο της θεατρικής ιστορίας αλλά ως προσεχής πληροφορία.

Καθοδήγησε τις σχέσεις τους

Αυτή την ικανότητά τους αξιοποίησε ο Σωτήρης Χατζάκης στην παράσταση του έργου που παίζεται στο Θέατρο Βεάκη. Άφησε τους πέντε ηθοποιούς της διανομής να βρουν τον δρόμο μέσα από το κείμενο και καθοδήγησε τις μεταξύ τους σχέσεις, απαλύνοντας πιθανές διαφορές ρυθμού και υπερβολών. Είχε στη διάθεσή του το έξοχο σκηνικό του Πάτσα, που επίπλωσε το μικροαστικό καθιστικό με αντικείμενα όχι κιτς αλλά συνήθους γούστου προσφερόμενα από καταστήματα δόσεων. Ο χώρος φωτίστηκε με ρεαλιστική αλήθεια από τον Αντώνη Παναγιωτόπουλο.

//

Advertisements

«Μάνα, μητέρα, μαμά» – «Ψηλά απ’ τη γέφυρα» – «Τα μάτια τέσσερα»

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 25 Νοέμβρη 2009
  • Σύγχρονος κοινωνικός ρεαλισμός

«Ψηλά απ’ τη γέφυρα» στο «Βρετάνια»

«Μάνα, μητέρα, μαμά»

Απελπιστική φτώχεια. Αναγκαστική μετανάστευση. Ξεριζωμός και αποχωρισμός από αγαπημένους. Αγωνία και σκληρός αγώνας για ένα αβέβαιο μεροκάματο πείνας. Συνέχιση της στέρησης για να βοηθηθεί η πεινασμένη οικογένεια στην πατρίδα και συντριβή της ελπίδας για λίγη ευτυχία. Ανθρωποι της ανάγκης, Ιταλοί προλετάριοι, είναι τα πρόσωπα του σπουδαίου, διαχρονικού και πολύ επίκαιρου σήμερα λόγω των εκατομμυρίων δύστυχων απανταχού μεταναστών, έργου του «κλασικού» Αμερικανού δραματουργού Αρθουρ Μίλερ «Ψηλά απ’ τη γέφυρα». Υπόδειγμα καθάριου κοινωνιολογικού και ψυχογραφικού ρεαλισμού το έργο διαδραματίζεται στην πολυεθνική εργατούπολη του Μπρούκλιν, όπου από τις αρχές του 20ού αιώνα σωρεύθηκαν και χιλιάδες «άμοιροι» Ιταλοί. Αχθοφόρος ο Καρμπόνε χρόνια πάλεψε για να πάρουν εκείνος κι η γυναίκα του μόνιμη άδεια παραμονής στις ΗΠΑ. Ατεκνος, μεγάλωσε με απέραντη αγάπη την ορφανεμένη από νήπιο ανιψιά της γυναίκας του. Το κορίτσι αυτό είναι η μόνη χαρά του. Εργατικός, τίμιος, λογικός, φιλότιμος, συμπονετικός άνθρωπος ο Καρμπόνε φιλοξενεί στο σπιτικό του δύο αδελφούς, ξαδέλφια της γυναίκας του, παράνομους μετανάστες. Αβυσσος, όμως, η ψυχή του ανθρώπου. «Μαγεμένος» από την όμορφη νιότη της ανιψιάς του, όταν εκείνη ερωτεύεται και αποφασίζει να παντρευτεί τον νεότερο μετανάστη αδελφό για να αποκτήσει υπηκοότητα, ο Καρμπόνε «τρελός» από έρωτα «καρφώνει» στην Αστυνομία τους φιλοξενούμενούς του, μα και γίνεται φονιάς του μεγάλου αδελφού (πατέρα μικρών παιδιών), μπροστά σε άλλους εργάτες, γιατί δεν αντέχει τη δίκαιη κατηγορία του, ότι αυτός τους «κάρφωσε». Γίνεται φονιάς μην αντέχοντας την ντροπή ότι αυτός, ένας εργάτης, κατέδωσε εργάτες. Το έργο, με γλωσσικά άμεση και «θερμή» μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ, λιτά επιβλητικό σκηνικό και αρμόζοντα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα, υπηρετείται απόλυτα με τη ρεαλιστικής απλότητας και δραματικού μέτρου σκηνοθεσία του Γρηγόρη Βαλτινού. Ο ίδιος πλάθει με δραματική δύναμη, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, και με ψυχογραφική και χαρακτηρολογική ακρίβεια τον Καρμπόνε, αποδείχνοντας, για πολλοστή φορά, την ευρύτητα και μεταμορφωσιμότητα του υποκριτικού ταλέντου του. Εξαιρετική και η Μαρίνα Ψάλτη με την άμεση, φυσική, «θερμή» ερμηνεία της. Ο Στέφανος Κυριακίδης «κοσμεί» με το πολύπειρο ερμηνευτικό κύρος, την απλότητα και στιβαρότητα του λόγου του το ρόλο του αφηγητή. Πολύ καλός και φυσιογνωμικά κατάλληλος για το ρόλο του ο Βασίλης Ρισβάς. Συμπαθής η υποκριτική προσπάθεια της Μαριάννας Πολυχρονίδη.

«Μάνα, μητέρα, μαμά» στο «Βεάκη»

«Ψηλά απ’ τη γέφυρα»

Πασίγνωστο και σπουδαίο έργο το «Μάνα, μητέρα, μαμά» του Γιώργου Διαλεγμένου, δε χρειάζεται συστάσεις. Πρωτοπαίχθηκε τριάντα χρόνια πριν και τότε καταξιώθηκε σαν σημαντικός «σταθμός» της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας. Κριτικός και ηθογραφικός ρεαλισμός, κοινωνιολογικός και ανθρωπολογικός, έως μυελού οστέων, αλλά με πικρό ειρωνικό χιούμορ. Η Αθήνα, γενικότερα η Ελλάδα της αντιπαροχής, της ανούσιας, αδιέξοδης, κοινωνικά αμέτοχης ζωής, της εκμετάλλευσης καταστάσεων και του «βολέματος», της αποθέωσης του μικροαστισμού, της δημιουργίας «χωματερών» απόρριψης αξιών και ανθρώπων. Μια τέτοια κοινωνία γεννά θύτες και θύματα. Κάνει αβυσσαλέο το, εν μέρει φυσικό, «χάσμα» των γενεών. Στις μάχες μεταξύ φουκαράδων όλοι, λίγο – πολύ χαμένοι είναι. Η χήρα γριά μάνα, δε θα ‘θελε να φύγει από το παλιό μικρό σπιτάκι της, με τον κηπάκο, μα το δίνει για αντιπαροχή για χάρη των δυο γιων της. Δημοσιοϋπαλληλάκος ο ένας, ψευτοπορεύεται και με τη σύνταξη της μάνας του, που την έχει στο σπίτι και τη φροντίζει η γυναίκα του, υποφέροντας με τις παραξενιές της. Ο άλλος, λούμπεν, μικροκομπιναδόρος, ζει χρόνια και σε βάρος της κομμώτριας ερωμένης του. Ολο κι όλο το «όνειρο» των γιων είναι να ζήσουν στο διαμέρισμα «κλουβί». Μόνη δυνατότητα φυγής της μάνας απ’ το «κλουβί», ο θάνατός της. Τι αξία έχουν πια τα δάκρυα; Ποιος και τι κέρδισε, ποιος και τι έχασε; Στο «Βεάκη» έχουμε, μια ακόμη αρμοστή στο έργο σκηνική ερμηνεία του, σε ρεαλιστική σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη, με χαρακτηριστικά μικροαστική σκηνογραφία και ενδυματολογία του Γιώργου Πάτσα, φωτισμούς του Αντώνη Παναγιωτόπουλου και μουσική επιμέλεια του Στέφανου Τορτοπόγου. Πολύ καλές οι ερμηνείες των Γιώργου Νινιού (χάριν της φυσικότητας ο λόγος του δεν αρθρώνεται όσο καλά απαιτείται στο θέατρο), Βάσως Γουλιελμάκη, Πάνου Σκουρολιάκου (γέρνει προς μια χιουμοριστική υπερβολή). Κυρίαρχες είναι οι ερμηνείες της Ντίνας Κώνστα (τρίτη φορά παίζει τη μάνα) και της άμεσης, φυσικής Ελισσάβετ Μουτάφη.

«Τα μάτια τέσσερα», στο «Θέατρο Τέχνης»

«Τα μάτια τέσσερα»

Μετά το «Αξύριστα πιγούνια», ο Γιάννης Τσίρος καταθέτει ένα ακόμα πολλά υποσχόμενο για το μέλλον έργο τολμηρού κοινωνικού ρεαλισμού, βάζοντας στο οξύτατα κριτικό στόχαστρό του τη σημερινή ελληνική κοινωνία, με τους διαβρωμένους και διαπλεκόμενους θεσμούς της πολιτικής, της δικαιοσύνης, της αστυνομίας – όργανα προστασίας των ισχυρών και καταρράκωσης των αδυνάτων. Σημειολογικός είναι ακόμα και ο τίτλος του έργου του, «Τα μάτια τέσσερα». «Τα μάτια τέσσερα» έχουν οι ισχυροί απέναντι στους ανίσχυρους. Πολύ περισσότερο «τα μάτια τέσσερα» πρέπει να έχουν οι ανίσχυροι για τους ισχυρούς. Το έργο είναι δραματουργία με όλη τη σημασία της λέξης. Εχει σαφή θεματολογία και μάλιστα ταξικής αντίληψης. Συγκροτημένη πλοκή, με κλιμακούμενες συγκρούσεις αλλά και ψυχολογικές καταστάσεις, με καλογραμμένους χαρακτήρες που εκπροσωπούν τους δύο κοινωνικούς πόλους, τους ισχυρούς και τους ανίσχυρους. Τους φορείς της εξουσίας και το λαό. Επίκεντρο της μυθοπλοκής του έργου είναι η σημερινή νεολαία, τα παιδιά του λαού – πρώτα θύματα μιας κοινωνίας που συντρίβει όλα τα όνειρά τους. Μια ορφανή απόφοιτη λυκείου, μεγαλωμένη από τον πάμφτωχο παππού της, πρωταθλήτρια στο σχολείο, της οποίας τις αθλητικές επιδόσεις εκμεταλλεύθηκε εκλογοθηρικά και την αθώα νιότη εκμεταλλεύθηκε σεξουαλικά, αν και παντρεμένος με μια πανέμορφη γυναίκα, ένας δικηγόρος – βουλευτής της επαρχίας της, έρχεται στην Αθήνα αναζητώντας δουλειά. Ανεργη και άφραγκη κλέβει ένα κραγιόν από μεγαλοκατάστημα. Κυνηγιέται από αστυνομικίνα, για να μη συλληφθεί και φαρμακωθεί ο παππούς της κλωτσά την αστυνομικό στο πόδι, πυροβολείται από την αστυνομικό και θρυμματίζεται το πόδι της. Συλλαμβάνεται, οδηγείται στο δικαστήριο και κινδυνεύει να φυλακιστεί με το νόμο περί αντίστασης κατά της αρχής. Ο δύστυχος παππούς της εκλιπαρεί την αστυνομικό να αποσύρει την κατηγορία περί αντίστασης κατά της αρχής. Μάταια. Προσπαθεί να συναντήσει τον συμπατριώτη του βουλευτή, στο απόρθητο φρούριο – σπίτι του για να ζητήσει βοήθεια, αλλά εκείνος τον αποφεύγει. Εχει σοβαρότερη δουλειά… να εισηγηθεί στη Βουλή ένα νομοσχέδιο για αυστηρότερες ποινές για μικροπαραβάσεις και αντίσταση κατά της αρχής. Μέσω μιας συμπατριώτισσάς του, υπηρέτριας μεγαλοδικαστικού, ζητά επίσης βοήθεια. Μάταια. Ενας δημοσιογράφος προσπαθεί να πείσει το κορίτσι να του μιλήσει για να γράψει για το δράμα της και για την ανάγκη ακρωτηριασμού του κακοφορμισμένου ποδιού της. Το κορίτσι αρνείται να γίνει «βορά» των ΜΜΕ. Δικάζεται, καταδικάζεται και δίνει τέλος στη ζωή της, αφού δεν έχει πια πόδια για να ξεφύγει από μια κοινωνία «φυλακή». Με εντελώς αφαιρετικό σκηνικό (Ελένη Μανωλοπούλου), με σκιώδεις φωτισμούς (Αλέκος Αναστασίου), με μουσικές και βίντεο που υπογραμμίζουν τις δραματικές κλιμακώσεις και βίντεο (Μάνος Χασάπης), ο Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης σκηνοθέτησε με απέριττο ρεαλισμό, καθοδηγώντας και αφήνοντας το λόγο και τα πρόσωπα, χάρη και στις συνολικά πολύ καλές ερμηνείες των ηθοποιών – να εκφράσουν τη δυνατή «μηνυματική» αλήθεια του έργου. Κυρίαρχη, συνταρακτική, με την αμεσότητα, τη δραματικότητα, τη λαϊκότητά της, είναι η ερμηνεία του Βασίλη Κολοβού (παππούς). Λιτή, βαθύτατης εσωτερικής αλήθειας ερμηνεία της Μυρτώς Αυγερινού. Στο πολύ καλό παραστασιακό αποτέλεσμα συμβάλλουν και οι αξιόλογες ερμηνευτικές καταθέσεις και των Αλίκη Αλεξανδράκη, Δημήτρη Καμπερίδη, Κλέονα Γρηγοριάδη (η υπογράφουσα είδε την παράσταση πριν τραυματισθεί ο ηθοποιός), Γιώργου Πυρπασόπουλου, Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη, Ερρικα Μπιγιού.

Η μεταπολιτευτική μας τραγωδία

  • **«Μάνα, μητέρα, μαμά» – Θέατρο Βεάκη
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2009

Τριάντα χρόνια μετά την πρώτη του παρουσίαση, το «Μάνα, μητέρα, μαμά» έχει διαβεί πλέον οριστικά το κατώφλι του κλασικού. Αποτελεί έτσι κι αλλιώς μια από τις σπάνιες καταθέσεις της δραματουργίας μας που επαναλαμβάνονται συχνά-πυκνά και οι οποίες αφορούν την εποχή μας με έναν αμφίδρομο τρόπο.

Νιώθουμε βλέποντας το έργο του Διαλεγμένου ότι μεταφέρει μια ιστορικά και κοινωνικά ενδιαφέρουσα περίπτωση. Και αισθανόμαστε πάλι πως πίσω από το παραπέτασμα του νατουραλισμού και της επικαιρότητας βρίσκεται κάτι κοινό, διαχρονικό και γνήσιο.

Η αλήθεια είναι ότι ο Διαλεγμένος οφείλει την επιτυχία του όχι μόνο στην ικανότητά του να αποτυπώνει αλλά κυρίως να αποκαλύπτει την πραγματικότητα. Στο «Μάνα, μητέρα, μαμά» μπόρεσε να συνδυάσει με ευρηματικό τρόπο την αστική ηθογραφία με τη σάτιρα, κυρίως όμως μπόρεσε να πακτώσει την κατασκευή πάνω σε μια καίρια επισήμανση ενός πολύ γνωστού, πολύ κοινού και φλέγοντος προβλήματος. Πρόκειται ασφαλώς για την προβληματική συνύπαρξη των ηλικιωμένων γονιών με το άρριζο, άκληρο ζεύγος της νέας ελληνικής οικογένειας.

Δεν χρειάζεται να αναχθούμε σε περισπούδαστες εγγυήσεις του υψηλού. Το κοινωνικό ζήτημα είναι τόσο σοβαρό ώστε μπορεί να στηρίξει από μόνο του ένα ρεαλιστικό έργο. Αν υπάρχει κάτι τραγικό στην ιστορία του Διαλεγμένου, αυτό δεν βρίσκεται εντός, αλλά εκτός του έργου. Τραγική είναι η μεταπολιτευτική μας κοινωνία, εγκλωβισμένη ανάμεσα στις υπό αμφισβήτηση αξίες του παρελθόντος και στη διάθεση να αυτοπροσδιοριστεί στο πλαίσιο νέων, το ίδιο αμφίβολων αξιών. Σαν μαγικός καθρέφτης της πραγματικότητας -που τον έχουμε για να βλεπόμαστε και να τον ρωτάμε ποιοι είμαστε- το έργο του Διαλεγμένου εγκλωβίζει μια εποχή με τις αντιφάσεις της. Θέλω να πω ότι η μικροαστική οικογένεια με τη μάνα-φορτίο, τη μητέρα-μπελά και τη μαμά-μωρό είναι η κατάληξη και το ατυχές τέλος μιας μακρόχρονης εξέλιξης. Εκεί εκβάλλουν η μεταπολεμική εκρίζωση, η εκβιομηχάνιση και ο εκσυγχρονισμός. Και καθώς οι παραπάνω έννοιες της προόδου δεν συμβαδίζουν με την ιδέα της παραδοσιακής οικογένειας, οι νεόκοποι διαμερισματούχοι πετούν στα μπάζα της αντιπαροχής τούς ηλικιωμένους πρώτα και ύστερα τα παιδιά τους.

Ωστόσο, αυτό είναι μόνο η μια πλευρά του προβλήματος. Η άλλη πλευρά είναι εκείνη που προβάλλει τη μορφή της μάνας στον καθρέφτη της νέας εποχής. Αυτή η πλευρά τολμά να πει πως η αγία ελληνική οικογένεια υπήρξε μια τελετή καταδυνάστευσης γυναικών από γυναίκες με στόχο την υπηρεσία των ανδρών. Η μητριαρχική μορφή του σπιτιού διέθετε «κάτω από το πεύκο της» εξουσία που τώρα είναι αναγκασμένη να μοιράζεται με τη νύφη της. Εχοντας διαμοιράσει την περιουσία της, έχοντας χάσει κάθε επαφή με τη γη της, μένει μετέωρη και ανέστια. Ακόμα χειρότερα, μένει στην πλάτη των παιδιών της.

Η σκηνοθετική γραμμή του Σωτήρη Χατζάκη τόνισε έξυπνα την αγκύρωση του έργου στην εποχή του. Λησμονεί όμως πως το έργο του Διαλεγμένου δεν είναι πια αθώο, δεν είναι πια προφητικό. Εχει αλλάξει η γραμμή που καθορίζει πού διασκεδάζουμε και πού σοβαρευόμαστε μαζί του. Είναι κρίμα να σβήνει σε μια σχεδόν επιθεωρησιακή γραμμή ο τύπος του Σωτηράκη από τον Πάνο Σκουρολιάκο και να χάνεται ο Μεμάς του Γιώργου Νινιού σε μια θολή, συμπαθητική φιγούρα.

Το έργο του Διαλεγμένου όμως, είναι έργο γυναικών. Η μάνα της Ντίνας Κώνστα δεν χρειάζεται ασφαλώς άλλη αναγνώριση: είναι μεγάλος ρόλος από μεγάλη ηθοποιό. Δίπλα της η νύφη του ’80 παίρνει αληθινή υπόσταση στην ερμηνεία της Ελισάβετ Μουτάφη. Η Μπέμπα της Βάσως Γουλιελμάκη, άριστο σκίτσο νατουραλισμού, εμφανίζεται σαν φυσική προέκταση του Σωτηράκη. Το σκηνικό του Γιώργου Πάτσα προβάλλει την αξία ενός κόσμου όχι πολύ μακρινού, όχι πολύ περασμένου. *