Εθνικού πειραματισμοί δύο

  • Οι φετινές θερινές φωνές μίλησαν αιρετικά με «Ορέστη» και «Λυσιστράτη»

Του Γιαννη Bαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 5 Σεπτεμβρίου 2010

  • Ευριπίδης Ορέστης, σκην.: Γιάννης Χουβαρδάς. Θέατρο: Εθνικό (στο Θ. Βράχων)
  • Αριστοφάνης Λυσιστράτη, σκην.: Γιάννης Κακλέας. Θέατρο: Εθνικό (στο Θ. Βράχων)

Ο ευριπίδειος ήρωας είναι εφοδιασμένος με το πάθος του νείκους και της λιποταξίας. Ποθεί να ζήσει, να διεκδικήσει και να εκδικηθεί, να φιλονικήσει και να νικήσει, γήινα και φθαρτά, όπως κάθε σύγχρονός μας. Ετσι, μαζί και με άλλα ευριπίδεια έργα, ο «Ορέστης» (408 π.Χ.) δηλώνει το τέλος της τραγωδίας και την αντικατάστασή της από το δράμα και μάλιστα εδώ σχεδόν από το μελόδραμα. Διενέξεις, απειλές, ραδιουργίες, ακραίες συμπεριφορές (τα κατά τον Αριστοτέλη «μη αναγκαία» και χείριστα -πλην Πυλάδου- ήθη) γεννούν ρηξικέλευθες τεχνικές που θα σιτίσουν το ευρωπαϊκό θέατρο. Οι θεοί ψυχορραγούν και όσο και αν ο Απόλλων (αν ετυμολογείται εκ του απολλύναι), τυφλώνει τους θνητούς και τους οδηγεί στον όλεθρο, κατ’ ουσίαν ακυρώνεται από τις γελοιογραφικές τακτοποιήσεις του στο χάπι εντ του έργου. Ο θεός δεν είναι πια «επιφάνεια», αποκάλυψη, σύμβολο και φωτός εορτή, αλλά διαφάνεια χάρτινη, ετοιμόρροπη, φαιδρότης αντί φρικιάσεως και τύχη τυφλή. Ο Ευριπίδης ενδιαφέρεται πια για μια κοινωνική κριτική της παρηκμασμένης Αθήνας μέσα από τους νέους προβολείς της σοφιστικής. Ετσι, η πλοκή και ο οικείος λόγος έχουν εδώ τα πρωτεία.

Εργο κατά ταύτα θολό και λοξό, ο «Ορέστης» πρόσφερε στον Γ. Χουβαρδά οικεία του αιρετική βάση. Ορθά «αναποφάσιστος» όπως και το έργο, αλλού το είδε ως σατυρικό δράμα και αλλού ως κατειρώνευση θείων τε και ανθρωπίνων. Ετσι άλλωστε το σημαίνουν ο αμφίφυλος Φρύγας (με ωραίο copyright του Νίκου Καραθάνου – και αξέχαστο παλαιότερο του Θ. Κατσαφάδου) και ο αυτοπαρωδούμενος εξόδιος Απόλλων του Γ. Γλάστρα. Χωρίς σπουδαίες κωμικές εμπνεύσεις ο σκηνοθέτης και κάπως πλατιαστικές στην εκτέλεση, όμως ανέδειξε πλήρως τον υψηλής ποιητικής και μουσικής αισθητικής λόγο του Στρ.Πασχάλη, αποφασίζοντας συνάμα ένα μπρεχτίζον φόντο για την αναμένουσα διανομή. Προτάχθηκε μια γυμνή, γεωμετρική όψη και λιτά, καλαίσθητα σκούρα ρούχα (Γιοχ. Σουτς). Θεωρώ ευτυχή την ιδέα του Χορού ως συμμετοχικής σχολικής τάξης, που θα αναγεννηθεί μέσα από το δράμα. Η ιδέα, όμως, παρατράβηξε λίγο στην αρχή.

Θα σταθώ μόνο στις θετικές μου αντιδράσεις ρόλων: ο Ν. Κουρής, φοβισμένος και φοβογόνος, με ένταση, διάρκεια και εκρηκτικές μεταπτώσεις, μας χάρισε έναν υποδειγματικό Ορέστη μαινόμενο. Ανάλογος έπαινος και για την Ηλέκτρα της Στεφ. Γουλιώτη: καθαρός λόγος, φλογισμένη ψυχή, ορκισμένη εκδίκηση, αδελφικός πυρετός. Η Τ. Τρύπη έδωσε μια αναγνωρίσιμη ταυτότητα αλαζονικής Ελένης, ίσως κάπως συμβατική. Διέπρεψε στην πρόσληψή μου η αγγελία του Μαν. Μαυροματάκη: ήταν ενδιαφέρων επί τη εμφανίσει, μίλησε σε προσωπικούς τόνους και κέρδισε μια σπουδαία για μας αίσθηση «αισχυλικού» κινηματογράφου. Οι μουσικές του Μαν. Καλομοίρη στον καιρό της Καλομοίρας ευπρόσδεκτες κλασικές αντιστίξεις έναντι της δράσης.

Πώς να τα βάλεις με την εγγενή «δυστροπία» ενός Ευριπίδη. Η καλύτερη προσπάθεια που ξέρω ήταν του Τριβιζά το 1979. Αλλά και η φετινή αμφιρρέπουσα προσέγγιση καταγράφεται στις θετικές πολιορκίες του «Ορέστη».

  • «Λυσιστρέλλα»

Είδαμε μαζί αλλά ανέλαβε τη «Λυσιστράτη» του Εθνικού ο κ. Σπ. Παγιατάκης. Συμφωνώντας απόλυτα με ό,τι έγραψε, θέλω κι εγώ -χωρίς ονόματα- να επαινέσω τη φρέσκια, γεμάτη ευρήματα και πηγαίο χιούμορ παράσταση της «Λυσιστρέλλας» αυτής: και τη λέω έτσι διότι βασίζεται σε μια transsexual επιλογή γυναικών που όμως αποτυπώνει τη βιβλική σχάση του αρχικού ανδρόγυνου και την εντεύθεν ασυνεννοησία των δύο φύλων. Ολοι οι συντελεστές, όλοι οι ηθοποιοί αστραφτεροί, με τον πρωταγωνιστή, μετά τις προσθήκες, να μας επαναφέρει στο οικείο, ποιητικό ύφος και αίσθημα της μετάφρασης. Σύγχρονα εμβόλιμα σκετσάκια επικαιροποιούσαν τη σύρραξη των φύλων, ενώ σχεδόν υπερρεαλιστικά στοιχεία χάριζαν άφθονο γέλιο σ’ ένα έργο τόσο φορεμένο. Κάποιες μικρές αρρυθμίες δεν σκιάζουν διόλου την έξοχα οργανωμένη δουλειά του «γκαζιάρη» και νευρώδους -όχι πάντα επ’ αγαθώ- σκηνοθέτη Γιάννη Κακλέα. Τον αναφέρω επειδή σ’ αυτόν ανήκει η τιμή και η τόλμη της παράστασης, όπως και η εντεύθεν επιτυχία του Εθνικού.

Advertisements

Να το ξεχνάς ή να το θυμάσαι;

  • Μια αστραφτερή «Λυσιστράτη» απέναντι σε σκόρπιους, μισή μερίδα «Αχαρνής»
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, <span>14-08-10</span>
  • Αριστοφάνης Αχαρνής, σκην.: Σωτήρης Χατζάκης, Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος
  • Αριστοφάνης Λυσιστράτη, σκην.: Γιάννης Κακλέας, Εθνικό Θέατρο

Σχόλια θεατών που έβγαιναν από παραστάσεις κωμωδιών του Αριστοφάνη: «Τι αναισχυντία πάλι! Δεν πηγαίναμε καλύτερα στο Δελφινάριο;» (στους «Αχαρνής» του ΚΘΒΕ).

«Κι αυτή πάλι η μανία να βάζουν άνδρες-τραβεστί σε γυναικείους ρόλους… Ασε που ήταν η πρώτη φορά που δεν άκουσα στοιχεία για την πολιτική μας επικαιρότητα. Λες και δεν είχε ο Αριστοφάνης πολιτική θέση! Αραγε είναι αυτό θετικό ή αρνητικό;» (στη Λυσιστράτη του Εθνικού Θεάτρου).

«Εντάξει, αρκετά παλιομοδίτικη και πολύ comme il faut. Ασε εγώ ξέρω ιταλικά και μπορώ να κρίνω ως προς τη θαυμάσια ευκαμψία αυτής της γλώσσας. Ομως ιδού μια Λυσιστράτη που μας θύμισε τις παλιές καλές μέρες του Εθνικού με τη Μαίρη Αρώνη, όπως την είχα δει το 1957 και…»

Αυτό το τελευταίο το άκουσα έξω από το «Σχολείο» – της Ειρήνης Παπά όπως αδόκιμα λέγεται ένα σχολειό το οποίο δεν λειτούργησε ποτέ κι ούτε δείχνει ότι θα το κάνει και στο μέλλον. Αφορούσε μία Lisistrata di Aristofane από το Εθνικό Ινστιτούτο Αρχαίου Δράματος των Συρακουσών, από έναν επαρχιώτικο -με όλη την αρνητική σημασία της λέξης- θίασο ο οποίος έπαιζε το ίδιο και χειρότερα, όπως εδώ σε μας προ πεντηκονταετίας. Η σκηνοθεσία ήταν κάποιου Εμιλιάνο Μπροντσίνο.

Διαβάζοντας πριν από μερικές Κυριακές, στο άρθρο «Ο Αριστοφάνης γύρισε στα θυμαράκια» της Ολγας Σελλά, ότι «η αρχαία κωμωδία αντί να αναδυθεί αγγίζοντας το σήμερα, χάνεται πίσω από μια επιθεώρηση – αποθέωση της τηλεοπτικής αισθητικής», αντιλαμβάνεται κανείς πως ο Αριστοφάνης εξακολουθεί ν’ απασχολεί. Σχολιάζοντας τώρα τα παραπάνω σχόλια θεατών, ήδη από το 1845 ο Νεόφυτος Δούκας -ένας από τους σοφότερους ερμηνευτές των έργων του- γράφοντας για τη Λυσιστράτη συμπέρανε πως «προήλθε δ’ ουν ο ποιητής ενταύθα εις το έσχατον της αναισχυντίας…».

Κι όσο για τους άνδρες ηθοποιούς που παίζουν γυναίκες, μήπως έτσι δεν γινόταν και στην αρχαιότητα; Αν είχε πολιτική θέση ο Αριστοφάνης; Είχε και παραείχε! Πάντως μόνο «αριστερό» δεν θα μπορούσε να τον πει κανείς σήμερα.

Κι όσο γι’ αυτά που άκουσα για την ιταλική Lisistrata (sic) και για την παράσταση του 1957, αυτά πάλι μου θύμισαν όσα έγραφε στις αρχές του προπερασμένου αιώνα ο Emile Dechanel στο Etudes sur Aristophane: «Η χαρίεσσα αυτή γλώσσα η μοναδική εν τω κόσμω, επέτρεπε να λεχθώσι και τα τραχύτερα δια της ευκαμψίας της φράσεως να έπαιζον Ιταλοί τα εγχώρια όργανά των». (Η μετάφραση είναι της δεκαετίας του 1930 στη Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια.)

Δεν μου άρεσαν διόλου, οι σκηνοθετημένοι σκόρπια και με ένα πληθωρισμό μετριοτήτων «Αχαρνής» του Σωτήρη Χατζάκη. Protagonista assoluto ο Αθηναίος αγρότης Δικαιόπολις, ο οποίος αποφασίζει να κλείσει «ιδιωτική» συνθήκη ειρήνης με τους Σπαρτιάτες. Εξω φρενών οι καρβουνιάρηδες Αχαρνής τον κυνηγούν. Κι αυτός επιστρατεύει μέχρι και τον Ευριπίδη – ο οποίος στην παράσταση του ΚΘΒΕ εμφανίζεται ως drag Μαρινέλλα. Γιατί;

Είναι πολλά τα ερωτήματα για μια παράσταση όπου ο ανασφαλής πρωταγωνιστής (Σταμάτης Κραουνάκης) εμφανίζεται δίχως την παραμικρή σκηνοθετική καθοδήγηση. Οσο πιο γρήγορα τους ξεχάσουμε αυτούς τους «Αχαρνής», τόσο το καλύτερο.

Αντίθετα η «Λυσιστράτη» στην εμπεριστατωμένη με χειροπιαστά παραδείγματα επάνω στον πόλεμο των δύο φύλων, σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα, με τις καλόγουστες αναφορές στο καμπαρέ και στην επιθεώρηση, συν έναν Βασίλη Χαραλαμπόπουλο να αστράφτει εξυπνάδα και ταλέντο στον ιδιαίτερα προβληματικό κεντρικό ρόλο, ήταν μια παράσταση που θα τη μελετάμε πολλά χρόνια. Οπως θα θυμόμαστε και το «σημερινό» ζευγάρι (Γιώργο Παπαγεωργίου, Αλεξάνδρα Αϊδίνη) που μας αιφνιδίασε με τον νατουραλιστικό καβγά τους στην αρχή, στη μέση και στο τέλος. Ηταν κι ένας έκτακτος Πρόβουλος (Χρήστος Χατζηπαναγιώτης), μια πρώτης τάξεως Μυρρίνη (Ελένη Κοκκίδου), ένας αστειότατος Λαέρτης Μαλκότσης ως Λαμπιτώ. Ευφάνταστα και καλόγουστα τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου και εξυπηρετικό το επικλινές σκηνικό του Μανώλη Παντελιδάκη.

Τώρα, για τις μεταφράσεις του Κ.Χ. Μύρη τι να πει κανείς; Εμφανέστατα μεταλλαγμένες και στις δύο περιπτώσεις είναι ολοφάνερο ότι οι «δραματουργικές επεξεργασίες» ξεπερνούν τον μεταφραστή. Ενα γενικό συμπέρασμα: οι δύο καλοκαιρινές παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου, η «Λυσιστράτη» του Γ. Κακλέα και ο «Ορέστης» του Γ. Χουβαρδά ήταν από τις πλέον αξιόλογες παραστάσεις αυτού του καλοκαιριού.



Μπαλαφάρα και «μπαλαφάρα»

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 15/08/2010

Η περσική εισβολή δεν ήταν τίποτε άλλο, στην ουσία από μια προσπάθεια ανατροπής, με επέμβαση από τα έξω της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, που έκανε τότε τα πρώτα της βήματα. Ας μην ξεχνάμε ότι τους εισβολείς συνόδευε… ως ελαφρώς παρωχημένη, κωμική φιγούρα του παρελθόντος, ο τελευταίος βλαστός της τυραννίας, ο Ιππίας, περιμένοντας να αποκατασταθεί στην εξουσία με τη στήριξη της μερίδας των ολιγαρχικών της Αθήνας, που ποτέ δεν αποδέχθηκαν την πολιτική τους ήττα και κυρίως δεν «χώνεψαν» την άφεση των χρεών ή σεισάχθεια που είχε πετύχει λίγα χρόνια πριν ο Σόλων: ένα γεγονός μοναδικό στην ιστορία, καταλυτικό για την άνδρωση και στερέωση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Αυτά όλα εξηγούν την άκαμπτη ανδρεία, το πείσμα και την αποφασιστικότητα με τα οποία ο λαός της Αθήνας αντιμετώπισε την ξένη εισβολή.

Θέλω να πω με τα πιο πάνω πως η ηγεμονία πάνω στις άλλες ελληνικές πόλεις ήταν πια, μετά τους περσικούς πολέμους, οι οποίοι, παρά τη νίκη των Ελλήνων, δεν είχαν καταστρέψει ριζικά την ισχύ του περσικού κράτους, ένας ιστορικός μονόδρομος για την Αθήνα αν ήθελε να διατηρήσει την ελευθερία της και την ελευθερία των άλλων ελληνικών πόλεων. Αυτό βεβαίως δεν σημαίνει ότι δεν καταχράστηκε τη δύναμή της ή ότι δεν φέρει και η ίδια ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης για την ήττα της στον Πελοποννησιακό πόλεμο, όπου αντιμετώπισε τη συμμαχία των ολιγαρχικών δυνάμεων κάτω από την ηγεσία της Σπάρτης. Ο πόλεμος αυτός έπρεπε, με πρωτοβουλία της Αθήνας, να είχε τελειώσει πολύ πιο πριν, μετά την καταστροφή της Σικελίας, όσο υπήρχε ακόμη καιρός, με έναν έντιμο συμβιβασμό των αντιπάλων. Κάτι που ο διορατικός και οξύνους πολιτικά Αριστοφάνης προτείνει με τον ιδιότυπο κωμικό του τρόπο στη «Λυσιστράτη», διδαγμένη στην πιο κρίσιμη χρονιά του πολέμου, το 411 π.Χ.

Η σύγχρονη Ελλάδα είδε για πρώτη φορά τον Αριστοφάνη να παίζεται στη σκηνή… με  τα περιπλανώμενα μπουλούκια, γύρω στα τέλη του 19ου αιώνα… σε παρενδυτικές παραστάσεις, παιγμένες, δηλαδή, μόνο από άνδρες ντυμένους γυναικεία και προορισμένες αποκλειστικά για ανδρικό κοινό, στις διαβόητες έμμετρες μεταφράσεις του Πολύβιου Δημητρακόπουλου, που άφησαν εποχή για την ελευθεροστομία τους, καθώς απέδιδαν το κείμενο σε μια χυμώδη λαϊκή γλώσσα… που δεν λογόκρινε τίποτε. Γράφει ο Δημητρακόπουλος σε έναν πρόλογό του: «Ως γλώσσαν εξέλεξα την σημερινή δημώδη, μεταχειρισθείς και 4-5 λέξεις ξενικάς, αλλά της καθημερινής χρήσεως, χάριν της ζωηροτέρας εκφράσεως. Δηλαδή παρεσκεύασα, όσον μοι ήτο δυνατόν, μετάφρασιν εφαρμόσιμον επί της συγχρόνου σκηνής, χωρίς να μακρυνθώ του κειμένου. Εάν δε που ελεγχθώ ως διαφυγών τα όρια της στενής ερμηνείας, εύχομαι όπως, ακολουθήσωσι και άλλοι το παράδειγμά μου, και παρουσιάσωσι τελειοτέραν μεταφραστικήν εργασίαν εν τω μέλλοντι??? αρκεί μόνον να μη αποτολμήσωσι την περιστολήν της ελευθεριότητος του ποιητού, διότι, κατά την πεποίθησίν μου, δεν υπάρχει μεγαλυτέρα ασχημία από την περικάλυψιν των γυμνών μερών ενός ωραίου αγάλματος, χάριν ευσχημοσύνης».

Αυτά έγραφε, ανάμεσα σε άλλα, ο λόγιος μεταφραστής πριν από εκατόν έξι χρόνια, τον Ιούνιο του 1904, στον πρόλογο των «Εκκλησιαζουσών». (Οι οποίες ήσαν, μάλιστα, παραγγελία της «Νέας Σκηνής» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου και δόθηκαν, με μουσική του Θ. Σακελλαρίδη, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου).

Η παράσταση του Εθνικού Θεάτρου στην Επίδαυρο, σε σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα, ξεκινούσε, νομίζω, πρωτίστως, από μια «φαεινή ιδέα» του μεταφραστή Κ.Χ. Μύρη: να αποδώσει την αριστοφανική κωμωδία «με τον τρόπο του Πολύβιου Δημητρακόπουλου», δηλαδή κατάλληλη για μια παρενδυτική παράσταση, από έναν θίασο αποκλειστικά ανδρικό, που θα υποδυόταν με τη σειρά του ένα περιπλανώμενο λαϊκό μπουλούκι του τέλους του 19ου αιώνα, μια εποχή που παρουσιάζει εκπληκτικές αναλογίες με τη δική μας. Έτσι το κέρδος θα ήταν διπλό. Αυτή, αν δεν κάνω λάθος, ήταν η πρόθεση τού μεταφραστή, που διατήρησε μεταφέροντας επιδέξια, και κατ’ αναλογίαν, στη σύγχρονη γλώσσα μας, όλη την αμεσότητα του αρχαίου ποιητή: ένας έντεχνος ύμνος της χυμώδους, αυθεντικής και γνήσιας λαϊκής μπαλαφάρας. Μια ιδέα ενδιαφέρουσα και ερεθιστική, που όμως δεν «βγήκε», καθώς επικαλύφθηκε από τη σκηνοθεσία, η οποία έβαζε από πάνω σαν «σιρόπι» και τη δική της «μπαλαφάρα». Έτσι, η προσθήκη ενός αχρείαστου δεύτερου, γυναικείου χορού, νόθευσε το πράγματα. Η μετάφραση αλλοιώθηκε σε καίρια σημεία με πάμπολλες προσθήκες, «πιασάρικες» και επικαιρικές, που όμως δεν πρόσφεραν τίποτε επιπλέον. Το λαϊκό «μπουλούκι» της εποχής του Δημητρακόπουλου έγινε από σημαινόμενο σημαίνον και η μπαλαφάρα ιδεολογικό προκείμενο της παράστασης, παρασύροντάς την σε μια θορυβώδη υπερβολή και σε ένα πανάκριβο «μπούγιο» διαστάσεων, με χορευτικά παράταιρα, με αταίριαστες μουσικές, με υφολογική σύγχυση, με επιθεωρησιακά κοστούμια-σκηνικά και με αλληλοεπικαλύψεις των ρόλων. Το πράγμα κύλησε προς την εύκολη παρωδία, κάτι σαν ένα ξεπερασμένο, εγχώριο «κλουβί με τις τρελές», παρά την παρουσία και τη φιλότιμη προσπάθεια τόσων καλών ηθοποιών και άλλων συντελεστών.

«Λυσιστράτη» Εθνικό Θέατρο – Φεστιβάλ Επιδαύρου

  • «Αναρχική» Λυσιστράτη, μεταμοντέρνας εκδοχής

  • «Λυσιστράτη» Εθνικό Θέατρο – Φεστιβάλ Επιδαύρου
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 19 Ιουλίου 2010

Από τις περιπτώσεις όπου τα ελαττώματα μιας παράστασης βρίσκονται δίπλα στις αρετές της. Ο Γιάννης Κακλέας προσήλθε σαν έτοιμος από καιρό στην Επίδαυρο, κουβαλώντας στις αποσκευές του το περίφημο εκείνο στιλ της ελεγχόμενης εξέγερσης που τον έκανε πριν από χρόνια θρύλο στις τάξεις των νέων, αλλά και ιδέες για το αριστοφανικό έργο. Πολλές ιδέες. Πάρα πολλές ιδέες.

Πανδαισία χρωμάτων αλλά και ιδεών από το υπό Κακλέα Εθνικό Θέατρο.  Να και οι φωτογραφικές αποδείξεις του χαρούμενου «πλουραλισμού» τους.  Κάτω, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος ως «Λυσιστράτη»

Πανδαισία χρωμάτων αλλά και ιδεών από το υπό Κακλέα Εθνικό Θέατρο. Να και οι φωτογραφικές αποδείξεις του χαρούμενου «πλουραλισμού» τους. Κάτω, ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος ως «Λυσιστράτη»

Ιδέες για θέατρο βιωματικό, εκρηκτικό, ποιητικό, ανοικτό και αντι-αστικό, ιδέες για σατιρικό, ανατρεπτικό, πανσεξουαλιστή Αριστοφάνη, ιδέες για λαϊκή, ελιτίστικη Επίδαυρο κ.ο.κ. Τόσες ιδέες, ώστε φαίνεται πως δεν χωρούν όλες στο έργο και ο σκηνοθέτης προσθέτει δικά του εμβόλιμα. Το αποτέλεσμα είναι ένας αχταρμάς από μπαλέτο, πρελούντια, ιντερμέδια, χορικά, νατουραλιστικές παρεμβολές, εξπρεσιονιστικές ανατάσεις, με δεσπόζον το drag-show σε ψηλοτάκουνα από τους άνδρες ηθοποιούς, αλλά και τη λαϊκοπόπ σκηνογραφική φαντασμαγορία του Μανώλη Παντελιδάκη. Με άλλα λόγια, αν κάποιος θέλει να δει την πιο μεταμοντέρνα εκδοχή της «Λυσιστράτης» των τελευταίων χρόνων, σε όλες τις κλιμακώσεις του καλού, μέτριου και κακού γούστου, η παράσταση του Εθνικού προσφέρεται για το εγχείρημα.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι πώς από αυτό το αισθητικό τούτι φρούτι ο Κακλέας καταφέρνει να εξάγει γέλιο, συγκίνηση, όπως και μια διόλου ασήμαντη ερμηνεία του έργου. Φαντάζομαι γιατί το ανοικονόμητο πολύποδο που απλώνει στη σκηνή έχει για κέντρο βάρους το πανηγύρι των χρωμάτων, την πανδαισία από ρυθμούς και χρώματα, που εγκαταλείπει την ιδέα της αρμονίας για χάρη της συμφιλίωσης με τον αριστοφανικό εαυτό μας.

Για να κατανοήσουμε τον Κακλέα, θα πρέπει ίσως να αναλογισθούμε ότι χώρια από τις εμπορικές συνεργασίες του, η ίδια η εμφάνιση του, γερόλυκου ροκά και θαυμαστή του Αρτό, σκηνοθέτη με το Κρατικό στην Επίδαυρο θα μπορούσε να εκληφθεί από μερικούς παλιούς φίλους του σαν συμβιβασμός. Προτιμώ να τον φαντάζομαι αλλιώς: σαν το παιδί που χώθηκε κάτω από το τραπέζι για να τραβήξει το τραπεζομάντιλο την κρίσιμη στιγμή του σερβιρίσματος. Ετσι αντιλαμβάνομαι την καταπληκτική φάρσα του με το κοινό στην αρχή της παράστασης, αλλά και το μείζον: πως με ό,τι και να προσάψει κανείς στο εγχείρημα, δεν μπορεί να του αρνηθεί μια νέα ανάσα, ελεύθερη από κουνικά και σολομικά κεκτημένα.

Με δυο λόγια, ο Κακλέας εντοπίζει στο έργο, πίσω από την επίκαιρη παρουσία του πολέμου που μαστίζει τον ελληνικό κόσμο, μια βαθύτερη, το ίδιο πολιτική, αλλά περισσότερο διαχρονική και φιλοσοφική, ερμηνεία του ολοκληρωμένου ανθρώπου. Η διάσταση του ελληνικού σώματος μεταφέρεται ποιητικά ως μεταφορά του σπαραγμένου ερωτικού σώματος και η διαμάχη του ελληνικού γένους γίνεται διαμάχη των φύλων, αλλά και εσωτερική μάχη για την κατάκτηση της ταυτότητας. Ούτε λίγο ούτε πολύ, η Λυσιστράτη ζητάει τη συμφιλίωσή μας με τα πάντα: με τους εξωτερικούς και εσωτερικούς εχθρούς, με τον άλλο και τον εαυτό, με τον πόλεμο και τον έρωτα.

Ποιος αρνείται ότι πρόκειται για σοβαρή ερμηνεία, που λαμβάνει υπόψη της τη δυσπρόσιτη «ποιητική διάσταση» του Αριστοφάνη, αφήνοντας κατά μέρος τα επιθεωρησιακά νουμεράκια της τρέχουσας παραγωγής; Και ποιος αρνείται την κατά τόπους απογείωση του αριστοφανικού λόγου στο επίπεδο μιας αληθινά ποιητικής αλληγορίας; Το να λες όμως πολλά είναι άλλο από το να λες πολλά λόγια. Ομολογώ ότι αναγκάστηκα να παρακολουθήσω την παράσταση με το πρόγραμμα διαρκώς ανοιγμένο στα χέρια μου, προκειμένου να βάλω κάποια τάξη στο χάος. Τα χορευτικά, τα ζευγάρια των εραστών, τα επεισόδια που διαλύονται και ανασυντίθενται, οι χοροί μέσα στους χορούς και τέλος, αυτή η αοριστία στο ποιος είναι άνδρας και ποιος γυναίκα (και ποιος κάνει τον καθένα χωριστά) είναι λογικό να δημιουργούν σύγχυση. Οχι δημιουργική σύγχυση – απλώς, σύγχυση. Νομίζω δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη για το όλο κομφούζιο από την αλλαγή κάποια στιγμή της Μυρρίνης σε Κινησία, ώστε να έλθει από το βάθος μια άλλη Μυρρίνη, που παίζει με τον νυν Κινησία.

Η παράσταση νομίζω πρέπει να τιμηθεί από το συνδικαλιστικό όργανο των ηθοποιών για τη συμβολή της στην καταπολέμηση της ανεργίας που μαστίζει τον κλάδο. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν διαθέτει κωμικούς πρώτης τάξης. Η Λυσιστράτη του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου είναι γλυκιά και αιχμηρή (και τόσο σταθερή σε αυτά τα τακούνια και το κεκλιμένο σκηνικό!), έχει φέγγος και πίσω από το πείσμα της, μια αξιοπερίεργη, θαυμάσια, ντροπαλοσύνη.

Θα μου επιτραπεί όμως να εκθειάσω χωριστά την εμφάνιση του Χρήστου Χατζηπαναγιώτη. Ο Πρόβολός του («θέλω τα λεφτά!»), μακριά από κάθε λαϊκισμό και ευκολία, ανασαίνει την άγρια μανία της εξουσίας, αγγίζει τον Μπρεχτ και το πολιτικό του βάρος. Επειτα είναι ο Κινησίας του Παπαδημητρίου και η χυμώδης Μυρρίνη της Κοκκίδου. Αρκεί να πω ότι μέσα μου εκπροσωπούν το καλύτερο δίδυμο της τόσο γνωστής μπαλαφάρας εντός του έργου.

Δεν μπορώ εδώ να επεκταθώ στους άλλους. Αρκεί όμως να διαπιστώσω πως πρόκειται για ομάδα συνόλου, χωρίς τον παραμικρό πρωταγωνισμό. Για το σκηνικό, ας προστεθεί ακόμα πως οφείλουμε να σεβόμαστε τη σωματική ακεραιότητα των ηθοποιών. Πουθενά, ούτε στον Αριστοφάνη, δεν διασκεδάζουμε με τα εργατικά ατυχήματα. *