«Λεόντιος και Λένα» του Γκέοργκ Μπύχνερ στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου

  • Ενας δεν είναι ποτέ αρκετός

  • «Λεόντιος και Λένα» του Γκέοργκ Μπύχνερ στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Λοράν Σετουάν

  • ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | Κυριακή 23 Μαΐου 2010

Γράφει ο Πίτερ Μπρουκ σχολιάζοντας τον Στανισλάφσκι: « Ενας ήρωας δεν είναι κάτι στατικό και δεν μπορεί να χτιστεί όπως ένας τοίχος- γι΄ αυτό και ο τίτλος του βιβλίου “Βuilding a character” του Στανισλάφκσι είναι παραπλανητικός ».

Ο Λοράν Σετουάν, ο γάλλος σκηνοθέτης της παράστασης και προσκεκλημένος του Εθνικού Θεάτρου, μοιάζει να κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του προκειμένου να μην αφήσει τους ηθοποιούς να «χτίσουν έναν τοίχο». Η βασικότερη τακτική που υιοθετεί προς αυτή την κατεύθυνση είναι το σπάσιμο των ρόλων σε κομμάτια: τον Λεόντιο π.χ. τον υποδύονται δύο ηθοποιοί (Δημήτρης Πασσάς, Μάκης Παπαδημητρίου), ενώ τη Λένα τρεις (Κόρα Καρβούνη, Εύη Σαουλίδου, Αλεξάνδρα Αϊδίνη). Το μότο «ένας δεν είναι ποτέ αρκετός» αναδεικνύεται γλαφυρά και με άλλους τρόπους, μικρά χαριτωμένα ευρήματα, όπως π.χ. όταν ένας ηθοποιός μιλάει όρθιος και, κολλημένος πίσω του, ένας άλλος τού «καθοδηγεί» τα χέρια και τον συμπληρώνει κινησιολογικά.

Ο νατουραλισμός εξορκίζεται και στη θέση του καλλιεργείται η αποστασιοποίηση: πράγματι καθίσταται αδύνατον να ταυτιστούμε με έναν ήρωα εφόσον όποτε πάμε να το κάνουμε, ένας άλλος παίρνει τη θέση του. Ταυτόχρονα οι συνεχείς εναλλαγές, καθώς δεν γίνονται με βαθυστόχαστη φιλοσοφική διάθεση αλλά ελαφρά τη καρδία, χωρίς να το κάνουν θέμα, ενισχύουν τη διάθεση για παιχνίδι. Υπάρχει γενικότερα διάχυτη στην ατμόσφαιρα μια κυματιστή χαλαρότητα, έτσι όπως το σύνολο των επτά νεαρών ηθοποιών περπατούν πέρα- δώθε, στροβιλίζονται, ξαπλώνουν στα στρώματα (το βασικό σκηνογραφικό συστατικό μαζί με τους μεταλλικούς πασσάλους), χαϊδεύονται, όλα αυτά όμως χωρίς καμία ένταση, χωρίς κανένα ρεαλιστικό σκοπό, συνθέτοντας απλώς ένα ανθρώπινο φόντο σε συνεχή αργή κίνηση. Το φόντο αυτό διαποτίζεται από μικρές σουρεαλιστικές πινελιές, εξίσου διακριτικές και χαριτωμένες: ένα μπαλόνι που θυμίζει μαστάρι αγελάδας μετατρέπεται σε στέμμα και μια φλούδα από πορτοκάλι γίνεται επιστολόχαρτο πάνω στο οποίο αναγγέλλεται η άφιξη της πριγκίπισσας Λένας στο βασίλειο Ποπό.

Ολη αυτή η προσέγγιση παιγνιώδους νωθρότητας και αφελούς ερωτοτροπίας, κάτι σαν θέατρο του παραλόγου σε μικρές δόσεις που απορροφώνται εύκολα από τον οργανισμό, συμπλέει με το κείμενο του Μπύχνερ, το οποίο κατορθώνει το ακατόρθωτο: καταθέτει τις πιο σκοτεινές υπαρξιακές σκέψεις, την πιο μηδενιστική κοσμοθεωρία, όπου τίποτε δεν έχει νόημα και όλα γίνονται από πλήξη, αλλά το κάνει τόσο ποιητικά, τόσο ευφάνταστα, τόσο αέρινα ώστε όλα φαντάζουν πιο γλυκά. Ακόμη και αν τίποτε δεν έχει νόημα, μπορούμε πάντοτε να κυλιστούμε στο γρασίδι και να σαχλαμαρίσουμε- όπως περίπου κάνουν και οι ηθοποιοί πάνω στα στρώματα.

Οι ρυθμοί είναι εξαιρετικά αργοί. Ολοι μιλούν πολύ καθαρά, αποφεύγοντας να χρωματίσουν τον λόγο τους- ειδικά οι δύο Λεόντιοι. Και ενώ αυτό αρχικά μας ξεκουράζει, στην πορεία προσκαλεί τα σύννεφα της μονοτονίας. Ακόμη και όταν κολυμπήσουμε στα ύδατα της πλήξης όμως, ποτέ δεν νιώθουμε να πνιγόμαστε: το εγχείρημα, απαλλαγμένο από κάθε υποψία σοβαροφάνειας, επιπλέει χωρίς προσπάθεια, χωρίς άγχος, στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα.

Οι ηθοποιοί συμπεριφέρονται σαν στο σπίτι τους, θα έλεγε κανείς, η υπερβολική άνεση όμως δεν ευνοεί απαραίτητα την επινοητικότητα: έτσι ορισμένοι από αυτούς, όπως ο Μάκης Παπαδημητρίου και η Κόρα Καρβούνη, μοιάζει να τους πλάκωσε το ίδιο τους το στρώμα: χλιαροί και αδιάφοροι, περνούν και δεν αγγίζουν. Αλλοι, όπως η Εύη Σαουλίδου, καταφέρνουν να χειριστούν με περισσότερη πυγμή τη σκηνοθετική εντολή της ουδετερότητας: κινούμενη σε χαμηλούς τόνους, βρίσκει τρόπο να εμφυσήσει ζωντάνια και εκφραστικότητα στον ρόλο της Λένας. Η έκπληξη της βραδιάς όμως έρχεται από ένα άλλο πρόσωπο, τη Γαλήνη Χατζηπασχάλη. Η ηθοποιός πετάει σπίθες: βασανίζει τους υπηκόους της, τραβάει τα μαλλιά τους, χουφτώνει τα στήθη και τα γεννητικά όργανά τους, ωρύεται στα γερμανικά, αφαιρείται, αυθαιρετεί και πλάθει ένα πρωτότυπο, ιδιοφυές πορτρέτο του ανόητου αλαζόνα ηγεμόνα. Η ιδιαιτερότητα της φωνής της σε συνδυασμό με την ικανότητά της να αντιλαμβάνεται ακριβώς το νόημα των λόγων και των πράξεών της και να το μεταδίδει με τρόπο απρόσμενο συνθέτουν μια διαπεραστική, ολοκληρωμένη και πανέξυπνη ερμηνεία.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=68&artId=333387&dt=23/05/2010#ixzz0ok7i0q9M

Advertisements

«Λεόντιος και Λένα» του Γκέοργκ Μπίχνερ στο Εθνικό Θέατρο

  • «Ω, πόσο βαριέμαι!»

  • «Λεόντιος και Λένα» του Γκέοργκ Μπίχνερ στο Εθνικό Θέατρο
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 22 Μαΐου 2010

Οταν το 1836, έναν χρόνο πριν πεθάνει από τύφο, ο 24χρονος Μπίχνερ έγραφε τη μελαγχολική κωμωδία του «Λεόντιος και Λένα» στη Ζυρίχη, εκτός επικράτειας της γερμανικής λογοκρισίας, είχε ήδη γυρίσει την πλάτη στον κλασικιστικό ιδεαλισμό και τον ρομαντισμό της εποχής του, ήταν ένας ένθερμος, παρότι πεσιμιστής, επαναστάτης σε εξορία και πρόδρομος σημαντικών λογοτεχνικών -ισμών του 20ού αιώνα.

Α.  Aiδίνη, Μ. Παπαδημητρίου, Ε. Σαουλίδου, Δ. Πασσάς, Δ. Μοθωναίος, Κ.  Καρβούνη, Γ. Χατζηπασχάλη

Α. Aiδίνη, Μ. Παπαδημητρίου, Ε. Σαουλίδου, Δ. Πασσάς, Δ. Μοθωναίος, Κ. Καρβούνη, Γ. Χατζηπασχάλη

Για τον πολιτικοποιημένο ποιητή, το φαινομενικά ρομαντικό παραμύθι σε ύφος σεξπιρικής κωμωδίας αποτελούσε μια σάτιρα της παρακμής και της διαφθοράς των Γερμανών μικρο-ηγεμόνων, με παράλληλη υπαρξιακή σημασία, 130 χρόνια πριν από τις τραγικωμικές ανησυχίες του Θεάτρου του Παραλόγου – «κάποιοι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι μόνο επειδή υπάρχουν»….

Ενα νεαρό πριγκιπικό ζευγάρι, προορισμένο για γάμο, δραπετεύει από το ανούσιο προξενιό, για να συναντηθεί τυχαία κατά την περιπλάνησή του. Ερωτευμένοι ως «άλλοι», οι δύο νέοι επιστρέφουν στο παλάτι, όπου περιχαρής ο βασιλιάς-ανδρείκελο ξεφορτώνεται το βασίλειο στον γιο του, που με τον μερακλή επιστήθιό του ορκίζονται να το κάνουν παράδεισο της τεμπελιάς, χωρίς ρολόγια και ημερολόγια, «όλο τον χρόνο ανάμεσα σε βιολέτες και τριαντάφυλλα».

Μέσα από σπινθηροβόλους, αυτοσαρκαστικούς διαλόγους, η κοινωνική φάρσα του Μπίχνερ, μεταμφιεσμένη σε ερωτική ιστορία, καταδεικνύει με φαρμάκι τη γελοιότητα μιας άχρηστης εξουσίας. Συναντούμε ένα τσούρμο αυτιστικών σε κρίση ταυτότητας, αλλά σε μακάρια αυτάρκεια, που όμως είναι πολύ λίγη. Οι χαριτωμένοι χασομέρηδες -γαλαζοαίματοι και αυλικοί-ακτινοβολούν την αυθάδεια των ενθουσιασμένων, που μπορούν να είναι όσο ευτράπελοι και εκκεντρικοί τραβά η ψυχή τους. Αντιμετωπίζουν την πλήξη σαν status quo (Λεόντιος: «έχω την υψηλή ασχολία να είμαι αργόσχολος»), χλευάζουν την εργατικότητα (Βαλέριο: «όποιος βγάζει κάλους στα χέρια του θα συλλαμβάνεται»), σε μια ειρωνική αποθέωση της αμπελοφιλοσοφίας, διανθισμένη με κορόνες πολυτελούς Weltschmerz, θανατολαγνείας και μηδενισμού (Λεόντιος: «τόσο νέος μέσα σ’ έναν τόσο γερασμένο κόσμο…»).

Πάνω σε σκόρπια στρώματα (σκηνικά Πάτρικ Κοχ) χαλαρώνουν, απαγγέλλουν τα ουτοπικά τσιτάτα τους (μετάφραση Γιώργος Δεπάστας) ή χοροπηδούν σαν σε τραμπολίνο, πρίγκιπες-ισσες, σύμβουλοι και υπηρέτες. Νωρίτερα είχαν προσέλθει στη σκηνή σιωπηλοί, σε αμφιέσεις διαχρονικής λόξας (κοστούμια Ιμκε Σλέγκελ), περιφερόμενοι στον άδειο χώρο και ανάμεσά μας νωχελικά, αποπροσανατολισμένα, σαν ήρωες του Τσέχοφ.

Ενας χλομός, αριστοκρατικός άνδρας μάς απευθύνει το υπαρξιακό του πρόβλημα, «ω, πόσο βαριέμαι!». Ενας αμβλύνους βασιλιάς σε σύγχυση με τον ρόλο του, ρωτά τον σκυμμένο υπηρέτη που τον αποκαλεί «Γαληνότατο», «εγώ είμαι εγώ;», πριν στρίψει για τη σιέστα του. Ο νους πηγαίνει στον δικό μας βαριεστημένο «μονάρχη», Καραμανλή jr., που εγκατέλειψε τη χώρα όπως την κυβέρνησε: πλήττοντας.

Σκόπιμα, σε αυτό το τοπίο του παραλόγου, οι έκτακτοι νέοι ηθοποιοί (Εύη Σαουλίδου, Αλεξάνδρα Αϊδίνη, Κόρα Καρβούνη, Μάκης Παπαδημητρίου, Δημήτρης Πασσάς) εναλλάσσονται σε όλους τους ρόλους. Εξαίρεση ο Δημήτρης Μοθωναίος, που υποδύεται μόνο τον Βαλέριο και με τη Γαλήνη Χατζηπασχάλη αποτελούν το στίγμα της βραδιάς, με τη δύναμη της ιδιάζουσας προσωπικότητάς τους- εμφανής από το πρώτο δευτερόλεπτο. Ολα είναι ένα παιχνίδι. Μέρος του και το πριγκιπικό ζεύγος, που αναμένει πολυτελώς τον θάνατο, πεθαίνοντας από πλήξη!

Στο σωματικό θέατρο του Γάλλου σκηνοθέτη Λοράν Σετουάν, η ιστορία διαδραματίζεται ανάλαφρα, κομψά και πολύ ευχάριστα, όμως χωρίς γείωση, απωθώντας το νόημα όλο και μακρύτερα. Κρίμα που αυτή η σατιρική διάγνωση της διαφθοράς, μάλιστα σε καυτό ελληνικό timing, μένει αναξιοποίητη, διασκορπισμένη σε μια απέραντη, αφηρημένη κλοουνερί, χωρίς περιεχόμενο. Μια χαμένη ευκαιρία διακωμώδησης του σύγχρονου δυτικού πολιτισμού της ψυχαγωγίας, του anything goes και του κορεσμού, πίσω από τα οποία με μεγάλα βήματα ακολουθούν η πώρωση και η βία. *

Μπίχνερ και Σαίξπηρ από το Εθνικό Θέατρο

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 5 Μάη 2010 – 2η έκδοση

«Λεόντιος και Λένα»

  • «Λεόντιος και Λένα»

Ο Γκέοργκ Μπίχνερ (1813-1837) θα παραμένει εσαεί ένας μεγάλος και καινοτόμος «σταθμός» της παγκόσμιας δραματουργίας, παρά τα λιγοστά έργα που πρόλαβε να γράψει πριν ο τύφος τον σκοτώσει στα 24 χρόνια του. Ο ιδρυτής της – επηρεασμένης από τους θεωρητικούς της Γαλλικής Επανάστασης (κυρίως τον Σεν Σιμόν) – «Εταιρείας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», μέλος του πολιτικο-λογοτεχνικού ρεύματος «Νέα Γερμανία», συγγραφέας της διακήρυξης «Ο ταχυδρόμος της Εσσης» (κείμενο που δημοσιεύθηκε πριν το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» του Μαρξ και πρόβαλε την ανάγκη μιας κοινωνικής επανάστασης), διωκώμενος και φυγάς εξαιτίας αυτής της διακήρυξης, εγκαθίσταται στο Στρασβούργο. Εκεί σπουδάζει Φιλοσοφία, μεταφράζει έργα του Ουγκώ και γράφει την τρίπρακτη κωμωδία «Λεόντιος και Λένα». Σαρκαστής του κλασικισμού και του ρομαντισμού που θεματολογικά και μορφολογικά «θώπευαν» το βίο και τα γούστα των φεουδαρχών, ο Μπίχνερ, εμπνεύσθηκε τη δική του κωμωδία «Λεόντιος και Λένα» από τη ρομαντική ερωτική κωμωδία του Κλέμενς Μπρεντάνο «Πονς ντε Λεόν», με αντίθετο, όμως, από εκείνη στόχο. Ο Μπίχνερ χρησιμοποιεί το ερωτικό «παραμύθι» του Μπρεντάνο για να σαρκάσει την πλήξη, τη βαρεμάρα, την απραξία, τον εγωτισμό, τη ματαιοδοξία, τον παραλογισμό, τον ατομικισμό, τον κυνισμό, τους καιροσκοπικούς και συμφεροντολογικούς γάμους της «Αγίας οικογένειας» των αρχόντων, ακόμα και σε βάρος και παρά τη θέληση των τέκνων τους. Ο Μπίχνερ επιτυγχάνει το ιδεολογικό στόχο του με έναν απλό, αν όχι και φαινομενικά «αφελή», ειρωνικότατο μύθο. Ο πρίγκιπας Λεόντιος εντέλλεται από τον βασιλιά πατέρα του να παντρευτεί – θέλει δε θέλει- μια άγνωστή του πριγκίπισσα. Η πριγκίπισσα Λένα εντέλλεται από τον πατέρα της να παντρευτεί – θέλει δε θέλει – έναν άγνωστό της πρίγκιπα. Ο Λεόντιος θέλοντας να ζήσει ελεύθερος τη νιότη του και τον έρωτα, μαζί με τον πιστό υπηρέτη του, φεύγει κρυφά από τη χώρα του. Το ίδιο κάνει και η Λένα. Περιπλανώμενοι και άγνωστοι μεταξύ τους, ο Λεόντιος και η Λένα συμπτωματικά θα συναντηθούν, θα αλληλοερωτευθούν και θα παντρευτούν, διαπιστώνοντας, εντέλει, ότι αυτόν ακριβώς το γάμο ήθελαν να τους επιβάλουν, εκατέρωθεν, οι γονείς τους, ως «μοίρα». «Μοίρα» συμφέρουσα την «Αγία οικογένεια» και των δύο αριστοκρατικών γόνων. Το Εθνικό Θέατρο, διαθέτοντας την εκσυγχρονιστικά χυμώδη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, ανέθεσε το ανέβασμα του έργου στον Γάλλο σκηνοθέτη Λοράν Σετουάν. Νέος ηλικιακά ο σκηνοθέτης, με προφανή θαυμασμό για τον ανατρεπτικό ιδεολογοαισθητικά χαρακτήρα και την καυστική ειρωνεία του έργου, με νεανική διάθεση αντιμετώπισε το έργο σαν ένα θεατρικό παιχνίδι παιδιών, ένα «παιχνίδι ρόλων», υποκριτικών μεταμορφώσεων νέων ηθοποιών. Με «φτωχού θεάτρου» σκηνικά μέσα – στρώματα από αφρολέξ που μετακινούμενα προσδιορίζουν τους χώρους και χρόνους της δράσης (Πάτρικ Κοχ), λιτά, καλαίσθητα σύγχρονα και άχρονα κοστούμια (Ιμκε Σλέγκελ), «παιδικής» έκφρασης κινησιολογία (Γιαν Μπούρκχαρτ), με φεγγοβόλους φωτισμούς (Σάκης Μπιρμπίλης), καθοδήγησε τους ταλαντούχους νέους ηθοποιούς που είχε στη διάθεσή του, ώστε παίζοντας όλοι, σχεδόν, όλους τους ρόλους να επιδοθούν σε μιαν ευφρόσυνη, με αίσθηση του χιούμορ, μεταμορφωτική υποκριτική άμιλλα. Μια υποκριτική άμιλλα που τους ζητά να «ενδύονται» και να «αποδύονται», ταυτόχρονα, τους ρόλους που παίζουν. Να είναι φορείς και, ταυτόχρονα, αποστασιοποιημένοι, έμμεσοι σχολιαστές του κάθε προσώπου. Αξιοι επαίνου για τις υποκριτικές επιδόσεις τους – με καλύτερη την ερμηνεία της Γαλήνης Χατζημιχάλη – είναι και οι Δημήτρης Μοθωναίου, Μάκης Παπαδημητρίου, Κόρα Καρβούνη, Εύη Σαουλίδου, Δημήτρης Πασσάς, Αλεξάνδρα Αϊδίνη.

«Τίτος Ανδρόνικος»

  • «Τίτος Ανδρόνικος»

Ενός επεκτατικού πολέμου μύρια έπονται. Το χυμένο αίμα των κατακτημένων, που προκαλεί ένας επεκτατικός πόλεμος, «διψά» και για άλλο αίμα, για εκδίκηση των κατακτημένων. Ποταμούς αιμάτων προκαλούν οι μωροί, ανίκανοι, ανόητοι, επηρμένοι, ραδιούργοι και δολοφόνοι που διεκδικούν ή κατέχουν την εξουσία, όπου Γης. Ποταμοί αίματος συνόδευσαν την Ιστορία της Αγγλίας, για τη συγκρότησή της σε ενιαίο βασίλειο και την ανάπτυξη της αυτοκρατορικής επεκτατικής πολιτικής της. Μέγας ποιητής, ανατόμος της αιματοβαμμένης πορείας του κόσμου – και της χώρας του – ο Σαίξπηρ αντιμέτωπος με τον κίνδυνο η ελισαβετιανή λογοκρισία να κλείσει το θέατρό του, αλληγορούσε περί της αιματηρής πορείας της Αγγλίας, δανειζόμενος ξένα ιστορικά πρόσωπα και γεγονότα. Αλληγορία είναι και το ιστορικό έργο του «Τίτος Ανδρόνικος». Ο Ρωμαίος στρατηγός Τίτος Ανδρόνικος, κατακτητής των Γότθων, επιστρέφει στη Ρώμη, με λάφυρα τη βασίλισσα των Γότθων, Ταμόρα, και τους γιους της. Σκοτώνει τον μικρότερο γιο της για να μη γίνει εκδικητής και ανακηρύσσει αυτοκράτορα, τον πρωτότοκο γιο του νεκρού πια αυτοκράτορα, Σατουρνίνο. Ανόητος, αφελής, άκαπνος, μωροφιλόδοξος και ερωτύλος, ο Σατουρνίνος, αντί να παντρευτεί την κόρη του Ανδρόνικου, Λαβίνια, παντρεύεται την Ταμόρα, μαγεμένος από τα σαρκικά κάλλη της. Βασίλισσα της Ρώμης, η Ταμόρα, με εκτελεστικά όργανα τους άλλους δυο γιους της και τον μαύρο εραστή της, Ααρών, με τον οποίο γεννά ένα μελαμψό νόθο γιο, θα στήσει εφιαλτικό «χορό» εκδίκησης ενάντια στον Τίτο Ανδρόνικο και την οικογένειά του. Οι γιοι της δολοφονούν τον ένα γιο του Ανδρόνικου. Συκοφαντούν στον αυτοκράτορα τον Ανδρόνικο, ο οποίος τιμωρείται με ακρωτηριασμό του ενός χεριού του. Βιάζουν την κόρη του και της κόβουν χέρια και γλώσσα για να μην μπορεί να τους αποκαλύψει. Παρά λίγο να δολοφονηθεί και ο μικρότερος γιος του Ανδρόνικου, Λούκιος, που καταφεύγει στη χώρα των Γότθων και επιστρατεύει Γότθους ενάντια στη Ρώμη, για να εκδικηθούν τον προδοτικό γάμο της Ταμόρα με τον Ρωμαίο αυτοκράτορα. Ο αιμάτινος κύκλος των βίαιων, εκδικητικών πράξεων, θα συνεχιστεί με τη θανάσιμη τιμωρία των γιων, του εραστή της Ταμόρα και της ίδιας από τον Ανδρόνικο και τον αδελφό του, δήμαρχο της Ρώμης, Μάρκο Ανδρόνικο, και την ανακήρυξη του Λούκιου σε αυτοκράτορα της Ρώμης. Το έργο, σε διακριτικά εκσυγχρονιστική μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, με μουσική του Απόλλωνα Ρέτσου, φωτισμούς του Νίκου Βλασσόπουλου, εκφραστική κίνηση του Ηλία Χατζηγεωργίου, σκηνοθέτησε η Αντζελα Μπρούσκου. Με λιτά, μετακινούμενα σκηνικά (Γκάυ Στεφάνου), αλλά με εμφαντικά για το χαρακτήρα κάθε προσώπου κοστούμια διαχρονικά και σύγχρονα (Αντζελα Μπρούσκου), η παράσταση με την ευρηματικότητά της, και με τη μόνιμη προβολή τηλεοπτικών εικόνων, παρέπεμπε στην εποχή μας, σχολιάζοντας εμμέσως τον εθισμό της με τη βία, με τη μετατροπή της βίας ως θεάματος. Από το συνολικά καλό υποκριτικό επίπεδο, ξεχωρίζουν με την ερμηνευτική εμβέλεια, τα ασκημένα και τα έμπειρα υποκριτικά μέσα τους οι Μαρία Κεχαγιόγλου, Μηνάς Χατζησάββας, Θέμις Πάνου και Κώστας Βασαρδάνης. Αξιοσημείωτες είναι οι ερμηνείες των Κώστα Φαλελάκη, Παρθενόπης Μπουζούρη και Ιπποκράτη Δελβερούδη.