«Κατερίνη» των «Blitz» – «Κωλοδουλειά» στο «Από μηχανής θέατρο» – «Το αόρατο τσίρκο» – «Μπόρις Γκοντούνοφ» από τους «La Fura dels Baus»

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ, Ριζοσπάστης, Τετάρτη 15 Ιούλη 2009
  • Φεστιβαλικές παραστάσεις
«Κατερίνη»
«Κατερίνη» των «Blitz»

Στο θέατρο δε θεάται μόνον ο ηθοποιός. Θεάται και ο θεατής. Κάθε έργο, ο κάθε άνθρωπος – ο δημιουργός, ο ερμηνευτής και ο θεατής – το «βλέπει» διαφορετικά. Μέσα από το δικό του βλέμμα, τα βιώματα, τα συναισθήματα, τη γνώση, την εμπειρία, ιδεολογία, σκέψη, αντίληψη, κρίση για τη ζωή, την κοινωνία κι όλα τα ανθρώπινα. Σε κάθε έργο δημιουργείται μια αμφίδρομη σχέση μεταξύ δημιουργού – δημιουργήματος και αποδέκτη. Στην ολοζώντανη παραγώμενη κάθε στιγμή, θεατρική τέχνη, αυτή η σχέση επιδρά καθοριστικά, αενάως. Ο πρόλογος αυτός σχετίζεται απολύτως με το ενδιαφέρον, ερευνητικού χαρακτήρα πείραμα της ομάδας «Blitz», στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, με τίτλο «Κατερίνη», που ουσιαστικά ανέδειξε την αλληλοεπίδραση και αλληλοθέαση ηθοποιών – θεατών κάθε παράστασης. Το πείραμα της ομάδας δε συνιστά μια «παράσταση» με την κλασική έννοια. Σκορπισμένο σε όλο το κτίριο που στεγάζει το «Bios» (ταράτσες και δωμάτια), με σύντομα, ποικίλης θεματολογίας, υπόκρυφης μελαγχολίας, λιτής παραστατικότητας κειμενικά και σκηνικά επεισόδια, με λίγους και διαφορετικούς θεατές για κάθε επεισόδιο, το πείραμα επιχείρησε να διερευνήσει το «βλέμμα», τα συναισθήματα, τη σκέψη, την αντίληψη και έκφραση κάθε σημερινού Ελληνα «θεατή» για εικόνες, γεγονότα, πρόσωπα, ποικίλα ανθρώπινα δράματα στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, αλλά και να τον κάνει συνεργό – τροφοδότη των κειμενικών και παραστασιακών επεισοδίων, με αυτοαποκάλυψη βιωμάτων, συναισθημάτων, ευχάριστων ή δυσάρεστων αναμνήσεών του. Συμβολικός ο τίτλος του πειράματος σηματοδοτεί τη μελαγχολία, με τα ποικίλα κοινωνικά προβλήματα, με τα αμέτρητα, λογής λογής καθημερινά ανθρώπινα δράματα μιας Ελλάδας, που παντού «πληγώνει τα παιδιά της». Και περισσότερο τα πιο ανίσχυρα, «άμοιρα» και δύστυχα, γηγενή και μη. Εκτός από τους «Blitz» (Γιώργος Βαλαής, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής) τη σκηνοθεσία – δραματουργία συνυπογράφουν οι Νίκος Φλέσσας και Μαριαλένα Μαμαρέλη. Ερμηνεία (αλφαβητικά): Γιώργος Βαλαής, Ιπποκράτης Δελβερούδης, Βαγγέλης Ζλατίντσης, Ελένη Καραγεώργη, Μιχάλης Μαθιουδάκης, Αγγελική Παπούλια, Χρήστος Πασσαλής, Μαρία Φιλίνη, Νίκος Φλέσσας.

«Το αόρατο τσίρκο»

«Κωλοδουλειά»

Στο «Από μηχανής θέατρο», παρουσιάστηκε το μονόπρακτο του Γιάννη Μαυριτσάκη «Κωλοδουλειά» που αφορά σε ένα ιδιαίτερο, σοβαρό κοινωνικό πρόβλημα. Την εξαντλητικών ωραρίων και ορθοστατική εργασία νέων γυναικών – βοηθών κουζίνας – στις σημερινές – πολυεθνικές συνήθως – «αλυσίδες» ταχυφαγείων, τις άθλιες συνθήκες σ’ αυτά, αλλά και άλλες «απαιτήσεις» και μορφές εκμετάλλευσης των εργαζομένων σ’ αυτά γυναικών από τα αφεντικά τους. Προπαγάνδιση της διατροφικής «σαπίλας» του φαστφουντάδικου, αιώνια κεφάτο χαμόγελο, προκλητικό ντύσιμο, χτένισμα, βάψιμο, ψηλοτάκουνα, τρόπος ομιλίας και σεξουαλικά ναζιάρικη συμπεριφορά για να έλκεται η ανδρική πελατεία, κι ας πονούν πόδια και κορμί από την πολύωρη ορθοστασία, κι ας είναι σιχασιά η κουζίνα, κι ας παίρνει μεροκάματο πείνας, κι ας είναι ωρομίσθια, και επιπλέον, μετά τη δουλειά, να υφίσταται τις σεξουαλικές ορέξεις του «αφεντικού» από το φόβο της απόλυσης. Το κείμενο του Μαυριτσάκη τα θίγει όλα αυτά, αλλά επιφανειακά, χωρίς ανάλυση και βέβαια κριτική καταγγελία των κοινωνικών, πολιτικο-οικονομικών αιτίων. Το κείμενο βάρυνε περισσότερο στη σεξουαλική εκμετάλλευση – το πιο πιασάρικο στοιχείο – το οποίο υπογράμμισε και η σκηνοθεσία, σκηνογραφία, ενδυματολογία του Αγγελου Μέντη. Το δράμα αυτών των εργαζομένων γυναικών θα προβαλλόταν, θα αποκτούσε «φωνή» αν το κείμενο ερμηνευόταν από μια ασκημένη, έμπειρη, άξια ηθοποιό και όχι από την – με εξαιρετικό παρελθόν χορεύτρια και σήμερα χορογράφο – Αγγελική Στελλάτου, που απλώς, διεκπεραιωτικά, είπε το κείμενο. Τη μόνη στιγμή πραγματικής θεατρικής υποκριτικής – αν και βουβή – πρόσφερε η εμφάνιση του ταλαντούχου ηθοποιού Κοσμά Φουντούκη.

«Μπόρις Γκοντούνοφ»
«Το αόρατο τσίρκο»

Μαγεία, ευαισθησία, λεπτό χιούμορ και πληθωρική κωμικότητα, οργιαστική φαντασία και ευρηματικότητα, υψηλού γούστου εικαστική αντίληψη και δημιουργία, εκπληκτική σωματική και εκφραστική ικανότητα, υπέροχα παραμυθικά και παιγνιώδη θέματα, δύο καλλιτέχνες με «θαυματουργικό» ταλέντο. Μια παράσταση μεγάλης απόλαυσης και ευφροσύνης της ψυχής, του νου, των ματιών. Ο λόγος για «Το αόρατο τσίρκο» (ένα τσίρκο εντελώς αλλιώτικο από όλα τα άλλα είδη τσίρκου) της Βικτόρια Τσάπλιν – κόρης του μέγιστου δημιουργού του 20ού αιώνα Τσάρλιν Τσάπλιν και του Γάλλου συζύγου της Ζαν – Μπατίστ Τιερέ (θεατρικού ηθοποιού στα νιάτα του), δημιουργού στη συνέχεια ενός «τσιρκολάνικου» θεάτρου ποικιλιών, μίμου, ζογκλέρ, «μάγου» και κλόουν. Η Τσάπλιν γοητεύτηκε στα νιάτα της από το θέατρο ποικιλιών του μετέπειτα συζύγου της, εντάχθηκε σ’ αυτό και συνέβαλε τα μέγιστα στη διεθνή φήμη του με την εκπληκτική (κληρονομιά από τον πατέρα της, ο οποίος από παιδί και μέχρι να πάει στις ΗΠΑ, βιοποριζόταν στην Αγγλία σαν ακροβάτης και κλόουν σε τσίρκο) χορευτική και μιμητική ικανότητά της. Η Τσάπλιν δεν κληρονόμησε μόνον την ακροβατική ικανότητα, αλλά και το γενικότερα καλλιεργημένο και ευφάνταστο δημιουργικό ταλέντο του πατέρα της, όπως απέδειξαν οι υπεραισθαντικού ποιητικού αισθήματος, παραμυθικής και ονειρικής φαντασίας ακροβατικές, χορευτικές και εικαστικές μεταμορφώσεις της, με θέματα και εικόνες εμπνευσμένες από διάφορες εθνικές παραδόσεις, τον άνθρωπο, τη φύση, ακόμη και τα άψυχα πράγματα. Γήινος αντίποδας των «ονειρικών» μεταμορφώσεων της Τσάπλιν είναι τα πληθωρικής κωμικότητας «μαγικά»και κλοουνίστικα «κόλπα» του Ζαν – Μπατίστ Τιερέ.

«Μπόρις Γκοντούνοφ» από τους «La Fura dels Baus»

Στην εποχή μας, εποχή που ο ιμπεριαλισμός τρομοκρατεί λαούς, εξαπολύει πολέμους ρημάζοντας χώρες, επαναφέρει παλιά εθνοτικά προβλήματα, υποκινεί περιφερειακές διεκδικήσεις και συγκρούσεις μειονοτήτων, επιβάλει εξουσίες ώστε να προωθήσουν το δικό του «διαίρει και βασίλευε», τα δικά του σχέδια και συμφέροντα σε χώρες και αγορές, το επί δεκαετίες ξεχασμένο είδος του «θεάτρου ντοκουμέντο» επανακάμπτει όλο και περισσότερο, ως ανάγκη των ανθρώπων του θεάτρου να προβληματιστούν με την πραγματικότητα, να δουν και να πουν τους φόβους που γεννά αυτή η πραγματικότητα, πραγματικότητα που απειλεί όλο και περισσότερους λαούς. Με βάση το ιστορικό έργο του Πούσκιν «Μπόρις Γκοντούνοφ» (μια ιστορία αλυσιδωτών πολιτικών ραδιουργιών, δολοφονιών και επεκτατικών πολέμων – αιώνες πριν – για την κατάκτηση της τσαρικής εξουσίας και την εδαφική επέκτασή της), αλλά και την επίθεση πάνοπλων Τσετσένων ανταρτών (αντρών και γυναικών), το 2002, στη διάρκεια παράστασης στο κατάμεστο μοσχοβίτικο θέατρο «Ντουμπρόβκα» και την εφιαλτική ομηρία των θεατών και ηθοποιών, ο φημισμένος θίασος της Βαρκελώνης συνέθεσε μια πολύ ενδιαφέρουσα και δραστική παράσταση θεάτρου-ντοκουμέντου, με τη μορφή «θεάτρου μέσα στο θέατρο». Παράσταση, που αναπαριστούσε ρεαλιστικά, ωμά, με χρήση βίντεο και άλλα τεχνικά μέσα το πραγματικό γεγονός, αλλά χωρίς να το προσδιορίζει γεωγραφικά. Η παράσταση αρχίζει με τη διεξαγωγή της παράστασης και προχωρά στην αιφνίδια διακοπή της, την κατάληψη, την – διά των όπλων – ομηρία των ηθοποιών και των θεατών (αυτό το «ρόλο» έπαιζαν οι θεατές στις παραστάσεις που έδωσε ο ισπανικός θίασος, στην Πειραιώς 260), αναπαριστώντας με κορυφούμενες εντάσεις τον τρόμο των ομήρων, τις σύντομες επιχειρησιακές συνεδριάσεις των καταληψιών, τις μεταξύ τους αντιδικίες και συγκρούσεις για τη διαχείριση και την κατάληξη της επιχείρησής τους, τα διαπραγματευτικά «χαρτιά» τους, τη δολοφονία ή απελευθέρωση των ομήρων και τελειώνει, με το μηχανικό άπλωμα ενός τρομοκρατικού «νέφους», μιας τεράστιας, σε όλη την έκταση της αίθουσας, λευκής «ομπρέλας» που «καταπίνει» όλους τους θεατές, συμβολίζοντας τη συνεχώς εξαπλούμενη, σήμερα, τρομοκράτηση και ομηρία όλων και περισσότερων λαών.

**Γιάννη Μαυριτσάκη, «Κωλοδουλειά». Φεστιβάλ Αθηνών

  • Στην κόλαση των άλλων

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 4 Ιουλίου 2009

Λικνιζόμενη νωχελικά στη γοητεία των τακουνιών της, με μια κολλώδη στραβοφορεμένη θηλυκότητα πάνω της, η ηρωίδα του Γιάννη Μαυριτσάκη (Αγγελική Στελλάτου) στο τελευταίο του έργο «Κωλοδουλειά» μιλάει από το γνώριμο εκείνο καφκικό υπόγειο, που στη σύγχρονη μεταφορά του εδρεύει πια σε κάποιο φαστφουντάδικο.

Η Αγγελική Στελλάτου στο ρόλο της ηρωίδας του Γιάννη Μαυριτσάκη στην «Κωλοδουλειά» (σκηνοθεσία Αγγελος Μέντης)

Η Αγγελική Στελλάτου στο ρόλο της ηρωίδας του Γιάννη Μαυριτσάκη στην «Κωλοδουλειά» (σκηνοθεσία Αγγελος Μέντης)

Πρόσωπο δύσληπτο και ιδιότυπο, πράγματι. Εχει και αυτή τις ορέξεις της -κυρίως για την εξέλιξή της από το ταπεινό στάδιο της δεύτερης βοηθού στην κουζίνα, στην αξιοζήλευτη θέση της πρώτης βοηθού- διαθέτει τρίμματα ήθους, σκέψεις της φωτίζουν αστραπιαία σημεία της ζωής, της οικογένειας και της μαύρης φωλιάς της. Είναι, ωστόσο, μια μορφή που ξεπερνάει κατά πολύ τον ρεαλισμό, την καταγγελία της πλαστικοφαγίας ή της φασιστικής άρνησης της προσωπικότητας στα σύγχρονα ταχυφαγεία.

Πρόκειται ασφαλώς για μια νέα κατάβαση στην κόλαση των άλλων, μόνο που τη φορά αυτοί οι κολασμένοι υποχρεούνται να χάσουν τη γεύση και την όσφρηση των ζώντων. Από τα μεγάφωνα ακούγεται, άλλοτε επιτακτική κι άλλοτε υπηρεσιακά φορτισμένη, η φωνή του ελεγκτή (Κοσμάς Φοντούκης). Οι οδηγίες του παραπέμπουν περισσότερο σε ένα μηχανισμό παραγωγής και κατανάλωσης ανθρώπινης ενέργειας και ύλης. Απέναντι σε αυτό το σύστημα, σαν γρανάζι που ξέφυγε από το σύνολο, η σερβιτόρα και δεύτερη βοηθός μοιάζει να αντιστέκεται. Πώς; Διατηρώντας, μπεκετικά, ικμάδες ζωής στο εξαντλημένο από τον σεξισμό σώμα της, μεταφέροντας, με την ηχώ του Πίντερ, ένα βουβό μήνυμα από τον έσω κόσμο.

Αμφιβάλλω αν ο μονόλογος του Γιάννη Μαυριτσάκη μπορεί να οδηγήσει σε κάτι πιο συγκεκριμένο, πιο ορατό από αυτές τις γενικόλογες και ώς ένα σημείο ταυτολογικές παρατηρήσεις. Η ίδια η παρουσία της νέας σερβιτόρας δίνει την εντύπωση πως εξήλθε στη σκηνή με εμβρυουλκό. Τανύθηκε, διαχύθηκε, κυκλώθηκε σε λεξιλόγια μιας αορίστου αισθήσεως, προκειμένου να αποκτήσει το σώμα της εξηντάλεπτης παράστασης. Στην πραγματικότητα, από την άποψη της σκηνικής αναγκαιότητας τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν τελειώσει νωρίτερα, πολύ νωρίτερα. Οχι γιατί ολοκληρώνεται έτσι εύκολα το νόημα της κατάβασης στις απαιτήσεις του γαστρικού και υπογαστρικού συστήματος ή της καταγγελίας ενός πλαστικοποιημένου, αποστειρωμένου συστήματος συντήρησης: αλλά γιατί αποδυναμώνεται η ένταση της μορφής που μιλάει εκ μέρους τους.

Η επανάληψη -η περιδίνηση- των ίδιων μοτίβων οδηγεί με σταθερά βήματα στη ζάλη και από εκεί στην αστοχασιά. Είμαι ειλικρινά περίεργος πόσοι έμειναν μέχρι τέλους προσηλωμένοι στον περισπούδαστο, ευφυή και πυκνό λόγο του Μαυριτσάκη. Και δεν μπορώ αναλόγως να μην εξάρω τη μνημονική υπερπροσπάθεια της Αγγελικής Στελλάτου στη συγκράτηση όσων υλικών αφήνει πίσω της η φευγαλέα μαρτυρία του συγγραφέα. Για να μη μακρηγορούμε: η λογοτεχνία, ο πεζός λόγος, έχει γεμίσει με παρόμοιους μονολόγους, εσωτερικούς και εσώτατους. Δεν είναι θέατρο. Απαιτείται και μια σπουδή που θα λαμβάνει υπόψη της το πιο ιδιάζον στοιχείο της σκηνής: ότι έχει τον θεατή της δανεισμένο.

Με μια επίδειξη καλλιτεχνικής αυταρέσκειας ο σκηνοθέτης Αγγελος Μέντης έκανε σημαία της παράστασης τα ενδιάθετα στοιχεία του κειμένου. Τόνισε τον αργό ρυθμό, τον ασαφή στόχο, την επανάληψη, την πλήξη, βάζοντας τη Στελλάτου να σύρεται αργά αργά από τη μια άκρη της σκηνής στην άλλη, με την περούκα και το λίκνισμα της Πετρούλας, ανέκφραστη και επιτηδευμένα ρηχή, σε ένα μαύρο σκηνικό, χωρίς αληθινό ενδιαφέρον. Αν ο στόχος ήταν η ελεγχόμενη αισθητική του φαστφουντάδικου, η ζωή εν τάφω των σύγχρονων εργασιακών σχέσεων, ακόμη χειρότερα: είναι ζήτημα αν μπόρεσε να διαβεί το κατώφλι της πλατείας κάτι άλλο από μια εξηντάλεπτη παρλάτα περί ασημαντότητας.