Κυπριακό θέατρο: μεταξύ παλιού και νέου

Ο Μηνάς Τίγκιλης ανέβασε στην Εταιρεία Θεατρικής Ανάπτυξης της Λεμεσού το «Μικρό Μαχαγκόνι» του Μπρεχτ σαν προπολεμικό καμπαρέ

Ο Μηνάς Τίγκιλης ανέβασε στην Εταιρεία Θεατρικής Ανάπτυξης της Λεμεσού το «Μικρό Μαχαγκόνι» του Μπρεχτ σαν προπολεμικό καμπαρέ

  • Μια αφορμή ήθελα μονάχα για να επισκεφτώ την Κύπρο. Μου την έδωσε το ενδιαφέρον συμπόσιο με θέμα το θέατρο στην περιφέρεια, που οργάνωσε ο πάντα δραστήριος θεατρικός οργανισμός της Λεμεσού, σαν μέρος των εορτασμών για την εικοσάχρονη -πολύτιμη- παρουσία του στα θεατρικά πράγματα της Μεγαλονήσου. Είχα την ευκαιρία να συμμετάσχω έτσι σε μια συζήτηση που απασχολεί ευρύτερα την πολιτιστική πολιτική μας. Πού οδηγείται το περιφερειακό θέατρο;
  • Οι συμμετέχοντες είχαν την ευκαιρία να ακούσουν παραδείγματα (και πρότυπα) περιφερειακής ανάπτυξης από το Ισραήλ (όπου οι θεατές του θεάτρου ξεπερνούν σε αριθμό αυτούς του κινηματογράφου και των Συναγωγών!), τη Γερμανία (μακρινό όνειρο αυτό), αλλά και τη Φινλανδία. Αυτός είναι ο λόγος, ίσως, που το τέλος του συμποσίου μάς βρήκε περισσότερο μελαγχολικούς από πριν…

«Nordost», από το Versus

  • Δεν παρέλειψα βέβαια να καταστώ και ο ίδιος μάρτυρας ορισμένων «περιφερειακών» παραστάσεων της Κύπρου, οι οποίες θα μπορούσαν να θεωρηθούν ώς ένα βαθμό αντιπροσωπευτικές. Η πρώτη κιόλας επιφύλασσε μια ευχάριστη έκπληξη. Το νέο θέατρο Versus, που διευθύνει ο Μαρίνος Ανωγυριάτης, ανέβασε το «Nordost», την πρόσφατη επιτυχία του Θεάτρου Τέχνης, σε μια καλοκουρδισμένη παράσταση. Το «Nordost» δεν είναι παρά ένα παλίμψηστο από τις συγκλονιστικές μαρτυρίες τριών γυναικών για την είσοδο των Τσετσένων ανταρτών στο ομώνυμο ρωσικό μιούζικαλ της Μόσχας. Ενας διαρκής ενεστώτας, τρεις φωνές που καταλήγουν σε μια κραυγή κι ένα πεπρωμένο που μοιάζει κοινό, αν το δεις με τα μάτια του άλλου.
  • Το έργο ζητεί ηθοποιούς που θα δημιουργήσουν την τριπλή και ομοούσια γυναικεία μορφή. Στο Θέατρο Τέχνης είχαμε την ευκαιρία να δούμε τρεις εξαιρετικές ηθοποιούς να ομονοούν σε μια πρόταση. Το ίδιο πνεύμα ομαδικότητας εισπράξαμε και τώρα: μόνο που το νεαρό των ηθοποιών έκανε την ικανοποίηση πληρέστερη. Η Γιολάντα Χριστοδούλου δίνει στον ρόλο της Ρωσίδας ηδύτητα: μια αθώα ύπαρξη βαρύνεται με το πεπρωμένο ενόχων. Η Τσετσένα της Νάτιας Χαραλάμπους ενδύεται τον τρόμο που νιώθει και που προκαλεί. Η γιατρός τής Βίβιαν Νικολαΐδου, σε μια στιγμή μοναδικής έντασης αφήνεται να σπαράξει καθώς αγκαλιάζει το παιδί της. Στον σκηνοθέτη Μαρίνο Ανωγυριάτη οφείλει η παράσταση τους ρυθμούς και τις κλιμακώσεις μιας ενορχηστρωμένης σύνθεσης.

«Μικρό Μαχαγκόνι», από ΕΘΑΛ

  • Η δεύτερη παράσταση ανήκε στην Εταιρεία Θεατρικής Ανάπτυξης της Λεμεσού. Ο σκηνοθέτης και διευθυντής της, Μηνάς Τίγκιλης, αποφάσισε να γιορτάσει τα εικοσάχρονα και τις εκατό παραστάσεις της με έναν συγγραφέα που γνωρίζει καλά: τον Μπέρτολτ Μπρεχτ και το «Μικρό Μαχαγκόνι». Μια θαυμάσια ιδέα, που συνδυάζει την ποιότητα με τη διασκέδαση και την ποιητική του εξπρεσιονισμού με την αλληγορία -και προφητεία- της τωρινής κρίσης. Σαν δραματοποίηση του μαρξιστικού «Κεφαλαίου», το «Μικρό Μαχαγκόνι» εξετάζει, εκθέτει, συνοψίζει, με δυο λόγια «διδάσκει», την κυκλική πορεία του καπιταλισμού από την άνοδο στην ακμή, στην κρίση, και, τελικά, στην πτώση. Το Μαχαγκόνι είναι ο ορισμός της άγριας κοινωνίας που ονειρεύεται η Δύση, μια πόλη όπου το μόνο αδίκημα που επιφέρει τη θανάτωση είναι να μην έχεις λεφτά. Με τη συνεργασία του Βάιλ ο Μπρεχτ δημιουργεί ένα έπος μικρών διαστάσεων, μια σύνοψη του καπιταλιστικού ονείρου και εφιάλτη, με μία μόνο έξοδο και χωρίς διαφυγή.
  • Ο Τίγκιλης μεταφέρει αυτό το σύντομο και πυκνό θέατρο στη μορφή του προπολεμικού καμπαρέ, θέτοντας σαν άξονα τον εκφυλισμό του ερωτικού αισθήματος. Η μουσική όπως οφείλει, ζωντανή και τζαζ, τα τραγούδια σχολιάζουν, και οι ηθοποιοί χρησιμοποιούν τους ρόλους σαν πανωφόρι: ώριμη πρόταση και σεμνή, που τιμά το θέατρο της Λεμεσού και τα εικοσάχρονά του.

«Χήρες», από τον ΘΟΚ

Κάτι από αρχαία τραγωδία έδωσε η Μαρία Μανναρίδου-Καρσερά στις «Χήρες» του Αριελ Ντόρφμαν, παράσταση του ΘΟΚ

Κάτι από αρχαία τραγωδία έδωσε η Μαρία Μανναρίδου-Καρσερά στις «Χήρες» του Αριελ Ντόρφμαν, παράσταση του ΘΟΚ

  • Τρίτη παράσταση, του ΘΟΚ στη Λευκωσία, με τις «Χήρες» του Αριελ Ντόρφμαν. Μια πρόταση που ασφαλώς φιλοδοξεί να είναι μεγαλύτερου βεληνεκούς από τις προηγούμενες, καθώς εκπροσωπεί τον κεντρικό και βασικό ρυθμιστή της θεατρικής κίνησης της Μεγαλονήσου.
  • Ο Χιλιανός συγγραφέας Ντόρφμαν δεν είναι μόνο γνωστός στην Ελλάδα για το θεατρικό του έργο. Είναι επίσης γνωστός σαν άγρυπνη συνείδηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων, ενσυνείδητος συγγραφέας και παλιός σύμβουλος του Αλιέντε, διανοούμενος που τάχθηκε με συνέπεια και τίμημα στη μεριά των αδυνάτων. Οι «Χήρες» του είναι η μεταφορά στη σκηνή -με τη συνδρομή του Τόνι Κούσνερ- ενός παλιότερου μυθιστορήματος, με θέμα τους αγνοούμενους σε κάποιο χωριό της κατοχικής Ελλάδας. Στη θεατρική μεταφορά βέβαια ο χώρος μεταφέρεται στην Κεντρική Αμερική και το καθεστώς, που στο μυθιστόρημα εκπροσωπείται από τους Γερμανούς κατακτητές, μετασχηματίζεται σε μια από τις δικτατορίες της περιοχής.
  • Ισως εξαιτίας της ισπανόφωνης καταγωγής του ο Ντόρφμαν εμβολιάζει τις «Χήρες» με ένα λυρισμό που θυμίζει αναπόδραστα -και μοιραία- Λόρκα. Δίπλα στο ποτάμι πλένουν οι νέες και οι γριές του χωριού, περιμένοντας τους άνδρες τους, που τους έχει εξαφανίσει το καθεστώς. Ωσπου το ποτάμι αρχίζει να ξεβράζει πτώματα. Κεντρικό πρόσωπο, η αλλοπαρμένη από την απώλεια γριά-Σοφία, που αναγνωρίζει στο άμορφο σώμα τον πατέρα της πρώτα, ύστερα τον άνδρα της. Ξεκινάει ένα βουητό στην καρδιά των γυναικών, που φέρνει μουρμουρητό και αντάρα. Απέναντι στις «χήρες» το καθεστώς θα δείξει το φοβερό του πρόσωπο, εκβιάζοντας, απειλώντας και φυλακίζοντας. Η αναταραχή όμως δεν σταματά. Αρχίζει μια διεκδίκηση από εκείνες που προτιμούν να ντυθούν στα μαύρα παρά να περάσουν τη ζωή τους περιμένοντας.
  • Οπως είναι προφανές, το έργο ανοίγεται σε πολλά μέτωπα: Λόρκα, Μπρεχτ, υπαρξιακό δράμα και κάτι από αρχαία τραγωδία. Η πολυδιάσπαση αυτή επηρεάζει κάποια στιγμή την ισορροπία του. Το έργο θα μπορούσε ίσως να διασωθεί με ένα «ψυχρό» ανέβασμα. Στην παράσταση του ΘΟΚ όμως η σκηνοθέτις (και μεταφράστρια) Μαρία Μανναρίδου-Καρσερά άφησε στην πρωταγωνίστρια Αννίτα Σαντοριναίου χώρο για μια βαρύγδουπη ερμηνεία, κάτι στο μεταξύ Μάνας-Κουράγιο και Μπερνάρντα Αλμπα. Η γριά-Σοφία της Σαντοριναίου βγάζει μια μελοδραματική νότα άστοχη και ξεπερασμένη. Δεν είναι τυχαίο ότι με λάθος τη δεσπόζουσα ερμηνεία της, οι υπόλοιπες ηθοποιοί μοιάζουν αποπροσανατολισμένες. Πολύ καλύτεροι οι άνδρες: χωρίς να τους βαραίνει κάποιο πρότυπο, μπορούν να κινηθούν σε μια ρεαλιστικότερη υποκριτική. *