«Η πάχνη» των αδελφών Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη

  • Ο καθρέφτης και το έσοπτρον
  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 15/11/2009

Το ιδιαίτερα περίπλοκο ψυχοπολιτικό νεοελληνικό τοπίο, προϊόν διασταύρωσης δύσκολων κοινωνικών καταστάσεων και δυσμενών ιστορικών συγκυριών, διαμορφώθηκε πλήρως τους τελευταίους δύο αιώνες πάνω σε μια σχέση αγάπης – μίσους, έλξης- απώθησης με το άλλο πρόσωπό μας, που κάποτε το ονομάζουμε «ευρωπαϊκό» και κάποτε του δίνουμε άλλα ονόματα. Δεν είναι άρα εύκολο να ανιχνευθεί, με γνώμονες αποκλειστικούς την ορθόδοξη ψυχανάλυση ή το μαρξιστικό εργαλείο, όπως επιχειρούν πολλοί, για να καταλήξουν σε απλουστευτικά και όχι για αυτό λιγότερο επικίνδυνα κολοβά συμπεράσματα. Χρειάζεται κάτι επιπλέον για αυτό, ο «καθρέφτης» του θεάτρου. Που δεν πρέπει να είναι όμως κοινός καθρέφτης αλλά «έσοπτρον», ένα εργαλείο ικανό δηλαδή να συνθέσει δημιουργικά το ατομικό με το κοινωνικό και τον μύθο με την ιστορία. Μέσα στο οποίο θα μπορέσουμε ίσως τότε να δούμε το γνωστό – άγνωστο πρόσωπό μας να αντανακλάται ως άλλο αλλά όχι ως κάτι ξένο, ανοίκειο, που μας τρομάζει.

«Η πάχνη» των αδελφών Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη είναι ένα τέτοιο θεατρικό εργαλείο, ένα «έσοπτρον», μέσα στο οποίο μπορούμε να δούμε να αντανακλάται ως οικείο το κρυμμένο μας γνωστό – άγνωστο πρόσωπο. Επειδή στοχεύει στον πυκνό πυρήνα των ελεϊνών και φοβερών παθών που συνθέτουν τη νεοελληνική πραγματικότητα, πατώντας επάνω στο κυρίαρχο και σχεδόν ενδημικό πια ψυχικό «σύνδρομο της μητροκτονίας». Την απωθημένη επιθυμία φόνου μιας μάνας, η οποία έχει όμως προηγουμένως «κρύψει» με ποικίλους τρόπους από το αρσενικό παιδί της τον πατέρα. Είτε «σεληνιακή μητέρα» την ονομάσουμε, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του μύθου, είτε «μνημειακό και δεσπόζον μητρικό υπερεγώ», χρησιμοποιώντας την ορολογία της ψυχανάλυσης, πρόκειται σε ανάλυση τελική για ένα και το αυτό πράγμα.

Το έργο των αδελφών Κούφαλη, πυρηνικό όπως ήδη ανέφερα, δεν στοχεύει σε μια «ομοιοπαθητική θεραπεία» διά της αναπαραγωγής του αρχέγονου τρόμου της ύπαρξης μέσω μιας πιστής αναπαράστασης τρομακτικών και αδυσώπητων πραγμάτων, αλλά πηγαίνει πιο πέρα, στη «μίμηση», με την αρχετυπική, θα το έλεγα, έννοια του όρου, τέτοιων παθημάτων. Με τη μέθοδο της αναλογίας, που εδώ λαβαίνει τη μορφή ενός θεατρικό παιγνίου ανάμεσα στα όρια του πραγματικού και του φανταστικού, της σκιάς και ειδώλου, του φωτεινού και του σκοτεινού, για να αφηγηθεί μια ιστορία και ειδώλου, του φωτεινού και του σκοτεινού, για να αφηγηθεί μια ιστορία όχι όπως έγινε αλλά όπως θα μπορούσε να έχει γίνει, σε άχρονο χρόνο. Επειδή, όπως λέει και ο μέγιστος ποιητής Αισχύλος, «δεν υπάρχει τίποτε απ’ όσα θα συμβούν στο μέλλον που να μην συμβαίνει ετούτη τη στιγμή».

Δυο παιδιά κακοποιημένα σωματικά και ψυχικά από «μητέρες αμήτορες», σχεδιάζουν μαζί τον φόνο της μίας. Ορέστης και Πυλάδης «στον κατακερματισμένο μοντέρνο κόσμο, στο νυχτερινό τοπίο μιας πόλης, πάνω σε μια μηχανή, στα φώτα μιας λεωφόρου… Μια περιπλάνηση στα ανελέητα πυκνά στρώματα της πάχνης των παιδικών τους χρόνων… Έχει σημασία τελικά αν όλα όσα οργανώνουν, σχεδιάζουν, αποκαλύπτουν οι ήρωές μας, είναι αλήθεια ή ψέματα, αν συνέβησαν κάποτε ή όχι;». (Αντιγράφω από το πρόγραμμα της παράστασης). Φυσικά και δεν έχει σημασία, σημασία όμως έχει ότι το έργο σημασιοδοτεί μια αμοιβαία αναγνώριση των θεατών με τους ήρωες, πρόσωπο με πρόσωπο, «εν εσόπτρω» όπως είπα πιο πάνω. Και ότι δεν αρκείται να μας μιλά για τους νέους, αλλά επίσης τους αγαπά. Με ένα λειτουργικό ευρηματικό τέλος των «εν φιλίαις παθών» τους, καταφατικό στη ζωή, που δεν θα το αποκαλύψω στον αναγνώστη.

Η παράσταση στο θέατρο «Πορεία», σκηνοθετημένη από τον Τάκη Τζαμαργιά (επιμέλεια κίνησης της Ζωής Χατζηιωάννου), τοποθετεί το έργο καίρια στο πιο πάνω όριο μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, αλήθειας και φαντασίας, σαν σε «εσόπτρο», χρησιμοποιώντας χρώματα «μουντά» και το ομόλογο ύφος ενός αόριστου, αφηρημένου ρεαλισμού. Διαθέτοντας γρήγορη, αδιάκοπη ροή κινηματογραφικών εικόνων μιας «φθαρμένης κόπιας», ενώ τα βίντεο, η ώριμη μουσική του Δημήτρη Ζαβρού, τα ωραία σκηνικά του Γιάννη Θεοδωράκη και τα κοστούμια (ΜΑΚΩ), δίνουν το στίγμα ενός ομιχλώδους αλλά όχι ερμητικά κλειστού κόσμου – τοπίου. Οι ρόλοι έχουν διδαχθεί και δουλευτεί εξαντλητικά σε όλες τους τις λεπτομέρειες από δύο νέους, εξαιρετικά προικισμένους ηθοποιούς: τον Μάνο Καρατζογιάννη και τον Γιώργο Ντούση, που λειτουργούν με πλήρη συντονισμό, σαν συγκοινωνούντα δοχεία, δίνοντας ένα συναρπαστικό «διπλό» πρόσωπο – προσωπείο του έφηβου πάθους που αποκαλύπτεται σφαιρικά. Ένα έργο και μια παράσταση που πρέπει οπωσδήποτε να προσεχθούν.

Advertisements