Στα θερμοκήπια της εξουσίας. Πιντερικός σαρκασμός και πώς προσδιορίζεται η απουσία στη δημιουργία

  • Της Αννυς Κολτσιδοπουλου, Η Καθημερινή, 4/8/2013


ΧΑΡΟΛΝΤ ΠΙΝΤΕΡ
Το θερμοκήπιο
σκηνοθ.: Λευτέρης Βογιατζής
(και ηθοποιοί της τελευταίας διανομής)
Θέατρο: Της Οδού Κυκλάδων (Φεστιβάλ Αθηνών)

Η ιστορία του «Θερμοκηπίου», αυτό το αενάως επαναλαμβανόμενο πολιτικό δράμα με θέμα την εξουσία – φάντασμα που αλλοτριώνει και ομογενοποιεί τους ανθρώπους… παίζεται αδιάλειπτα και στην Ελλάδα χωρίς τίτλο. Στο θέατρό μας πρωτοανέβηκε από τον Λευτέρη Βογιατζή, το 2011, ενώ τις τελικές πρόβες για την επανάληψή του με άλλη διανομή την άνοιξη του 2013 διέκοψε ουσιαστικά ο θάνατός του. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

Μεγαλειώδης, ιψενική μεταφορά

 

 

  • «Ο εχθρός του λαού», αφορμή για πολιτική σκέψη περί αλήθειας, κριτικής και δημοκρατίας
  • Της Αννυς Κολτσιδοπουλου, Η Καθημερινή, 21/7/2013

ΕΡΡΙΚΟΣ ΙΨΕΝ

Ο εχθρός του λαού

σκηνοθ.: Τόμας Οστερμάιερ

θέατρο: Σάουμπινε

(Φεστιβάλ Αθηνών, Πειραιώς 260)

Κρούσματα τύφου και δυσεντερίας σε νορβηγική λουτρόπολη κάνουν τον αυτοθαυμαζόμενο για τον ιδεαλισμό του γιατρό των λουτρών δρα Τόμας Στόκμαν να ερευνήσει αυτεπάγγελτα ποιότητα νερών και εγκαταστάσεων. Η χημική ανάλυση, καταπέλτης. Χαβούζα τα λουτρά χάριν των οποίων η πόλη ευημερεί. Εναντίον αντιδρώντων πολιτικών και πολιτών ο γιατρός, χαιρέκακος και αφελής στην αυτοπεποίθησή του συγκρούεται με τοπικά συμφέροντα εκπροσωπούμενα: από τον πραγματιστή δήμαρχο και αδελφό του Πέτερ, δύο άνευρους συντάκτες τοπικής εφημερίδας, τον γλοιώδη εκδότη της και τον φασίζοντα πεθερό του, έναν από τους βιομηχάνους που ρυπαίνουν τα λουτρά. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Δύο φορές γύρω απ’ τον Στρίντμπεργκ

Ενδιαφέρουσες διαφοροποιήσεις ανάμεσα σε δύο σκηνοθεσίες του ίδιου έργου
  • Tης Αννυς Κολτσιδοπουλου, Η Καθημερινή, 1/7/2012
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ
Δεσποινίς Τζούλια
1) σκηνοθ: Δημήτρης Λιγνάδης
2) Schaubuehne Berlin σκηνοθ: Katie Mitchell – Leo Warner
Θέατρο: Πειραιώς 260
Τιμώντας την επέτειο των 100 χρόνων από τον θάνατο του Στρίντμπεργκ, το Φεστιβάλ Αθηνών φιλοξένησε στον ίδιο χώρο (Δ) της Πειραιώς μέσα σε δέκα μέρες δύο φορές τη δεσποινίδα Τζούλια. Πιστεύω πως για το νέο κοινό ήταν μια σπάνια ευκαιρία σύγκρισης του Τι και του Πώς καθώς και δύο διαφορετικών Πώς στο θέατρο. Καθώς πρωταντίκρισα τον αχανή, κενό χώρο (Εύα Νάθενα) της παράστασης του Λιγνάδη θεώρησα πως οι ηθοποιοί θα χάνονταν σαν γρανάζια πυραύλου μέσα σε κοσμοδρόμιο. Ξεπερνώντας, όμως, τον αποξενωτικό ήχο από τα μικρόφωνα-ψείρες των ηθοποιών, που τα μεταχειρίζονταν ως μέρος της περιβολής τους, άρχισα να μπαίνω στο παιχνίδι των μεγάλων αποστάσεων. Οταν πια εισέβαλε σαν γαλάζιο άτι πάνω στα πατίνια της η άκρως αθλητική και αρσενικοαναθρεμμένη Τζούλια της Γουλιώτη καταπίνοντας τα τετραγωνικά σαν να ’τανε αέρας, συμφιλιώθηκα και με το κοσμοδρόμιο. Νομίζω πως παρά κάποιες παραχωρήσεις σε καινοφανή ευρήματα (λάστιχο ποτίσματος -πόσα θα δούμε φέτος;- νερά, νερόλακκοι, ενόργανη γυμναστική κ.λπ.) τα οποία πάντως λειτούργησαν ως συμβολισμοί και ενέργειες, η παράσταση κέρδισε το στοίχημα της άποψης: Ηταν μια διαρκής αναμέτρηση ανάμεσα σε τάξεις, εγωκεντρισμούς, εξουσίες, προκαταλήψεις, συμπλέγματα, κοινωνικούς φόβους, συμπεριφορές, γλωσσικά ιδιώματα, ιδιοπάθειες, αλλά κυρίως ανάμεσα στο αρσενικό και το θηλυκό. Ως οντότητες αλλά και ως διπλό στοιχείο εντός μας. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ντοστογιέφσκι και «υιός»

  • Αισθήσεις και ψευδαισθήσεις ή περί αγάπης, έρωτος και άλλων ατυχημάτων

Της Αννυς Kολτσιδοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20/5/2012

ΦΙΟΝΤΟΡ ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ
Λευκές Νύχτες
σκηνοθ.: Δημήτρης Καταλειφός
θέατρο: Της Οδού Κεφαλληνίας, Β΄ σκηνή

ΙΒΑΝ ΒΙΡΙΠΑΓΕΦ
Ψευδαισθήσεις
σκηνοθ.: Κατερίνα Ευαγγελάτου
θέατρο: Της οδού Κυκλάδων

Η σκηνογράφος και ενδυματολόγος Εύα Μανιδάκη θα ήταν η πιο κατάλληλη να κρίνει δύο παραστάσεις ρωσικών έργων συγγενικής θεματολογίας, διαφορετικής εποχής, διαμετρικά αντίθετης γραφής, αντίληψης και θερμοκρασίας, που παίζονται σε όμορα θέατρα. Τυχαία, φαντάζομαι, ανέλαβε και τις δύο και μέσα από την εξαιρετική δουλειά της περνάνε όχι μόνον τα 163 χρόνια που χωρίζουν τη συγγραφή των κειμένων, αλλά και η διαφοροποίηση της φόρμας, της υποκριτικής, της σκηνοθεσίας, της πρόσληψης μιας παράστασης.

Ξύλο, νερό, ξερά φύλλα, ρομαντική ατμόσφαιρα, σπαρτά, τοπία και ονειρικές εναλλαγές στο φόντο της ελάχιστης Β΄ σκηνής του Κεφαλληνίας αναδείχτηκαν από τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς και τα ανυπόμονα καπιαμέντα του Αλέκου Αναστασίου. Τελείως άδεια η σκηνή -tabula rasa- στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων, με μια ελάχιστη εσοχή στον «τοίχο», όπου τα μηχανήματα της μουσικής. Στη μέση, το γνωστό μικρόφωνο να μας γειώνει, έτσι και κάτι κάνει πως… μας απογειώνει, με το καλώδιο να μας δένει από τον πραγματισμό, όπως την κατσίκα από το πάσσαλο. Οι φωτισμοί εδώ, του Λευτέρη Παυλόπουλου.

Στις Λευκές νύχτες, ο Ντοστογιέφσκι διηγείται τις υπαίθριες συναντήσεις ενός ονειροπόλου νέου χωρίς όνομα και της αθώας, ερωτευμένης με άλλον, Νάστενκα, που αλληλοεμπιστεύονται τις καρδιές τους επί τέσσερις θεσπέσιες νύχτες. Η προϋπόθεση της νέας για τις συναντήσεις τους -να μην την ερωτευτεί ο ανώνυμος ονειροπόλος- φυσικά δεν τηρείται και είναι αυτό που πυροδοτεί το δραματικό ενδιαφέρον του έργου. Ο Δημήτρης Καταλειφός δεν φοβήθηκε τη στερεοτυπική ομορφιά μιας καρτ ποστάλ του 19ου αιώνα για να πλαισιώσει τις δύο μοναχικές ψυχές και το αμοιβαίο τους ξεγύμνωμα. Απεναντίας, βοηθούμενος και από την κλασική μετάφραση του Αρη Αλεξάνδρου τόνισε αυτή τη γλυκιά ατμόσφαιρα, έτσι που κάθε αυθόρμητο, δυναμικό ξέσπασμα της Νάστενκα, κάθε χειμαρρώδης, σχεδόν παροξυσμική εξομολόγηση του ονειροπόλου, να ξαφνιάζουν χιουμοριστικά και μοντέρνα. Οι ηθοποιοί, με αριστοτεχνική εξισορρόπηση των εκφραστικών τους μέσων και λεπτοδουλεμένες λεπτομέρειες σε κίνηση, στάση, έκφραση, φωνή, σιωπές, έδωσαν αυτόνομη γλώσσα και δυναμική π.χ. σε ένα χέρι, μια πλάτη, ένα γονάτισμα μέσα στα νερά. Ενσωματώθηκαν στην ομορφιά της νύχτας τονίζοντας όμως και τη σύγκρουσή τους μ’ αυτήν με το σασπένς, τη ζωντάνια, τη σκληρότητα, το πάθος του έρωτα. Η Λουκία Μιχαλοπούλου (με ανεπαίσθητο χιούμορ στη γοητευτική της αθωότητα) και ο Στάθης Ματζώρος (ατρόμητος προσκυνητής του πιο γλιστερού ρομαντισμού) επικύρωσαν την εμβέλεια, το μέτρο και το βάθος της υποκριτικής τους δεινότητας.

Φιλοσοφικό παίγνιο

Πέφτοντας η αυλαία του Ντοστογιέφσκι φαντάστηκα πως από ένα κρυφό πέρασμα της Κεφαλληνίας βγήκα στο εμβληματικό κηπάκι του Θεάτρου της Οδού Κυκλάδων, που περιμένοντας τον επίμονο κηπουρό του, Λευτέρη Βογιατζή, δίνει σε μια άξια, νέα σκηνοθέτη λιπασμένο χώρο για συνέχιση της ανθοφορίας της. Η Κατερίνα Ευαγγελάτου επέλεξε τον 38χρονο, πολυβραβευμένο Ρώσο Ιβάν Βιριπάγεφ για να τιμήσει την τιμή που της έγινε μαζί και τα 30 χρόνια – σταθμούς της Νέας Σκηνής του Βογιατζή. Οι «Ψευδαισθήσεις» είναι κωμωδία σε τρίτο πρόσωπο για τέσσερις ηθοποιούς. Ενα φιλοσοφικό παίγνιο για γέλια και για περίσκεψη, πάνω στα κλισέ της αγάπης, μεταφρασμένο σε διαυγή γλώσσα από την Ελένη Μπακοπούλου. Σκηνοθετική επιλογή, η ψυχρή φόρμα μιας διδακτικής ανακοίνωσης με μαυροπίνακες, αναγραφή ονομάτων και συσχετισμών, ένα μικρόφωνο, δύο ολόθερμες αφηγήτριες και δύο σχολιαστές -d.j.- πειραχτήρια. Διηγούνται τη μακριά ζωή δύο ζευγαριών και τον γεμάτο αναπάντεχες εξομολογήσεις θάνατό τους που ανατρέπει όλες τις βεβαιότητες του έρωτα και της ζωής, έως θανάτου. Ενδιαφέρον -αν και με όρια- το έργο υποστηρίχθηκε έξοχα από τους τέσσερις ηθοποιούς. Την Ηλέκτρα Νικολούζου (με αφοπλιστική αμεσότητα και υποδόριους σχολιασμούς), την Αλεξία Καλτσίκη (με ανεπαίσθητες, ειρωνικές αποστροφές και μόνιμο, αινιγματικό ανθυπομειδίαμα), τον Βασίλη Κουκαλάνι με πειστικά ψεύδη και αστειάκια, τον Παντελή Δεντάκη, με δύναμη στα συνοπτικά του σχόλια.

Μόνες απέναντι στους θεατές

  • Δύο τελείως διαφορετικοί μονόλογοι και δύο δυναμικές ερμηνείες που ξεχωρίζουν

Της Αννυς Kολτσιδοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/4/2012

ΡΕΑ ΓΑΛΑΝΑΚΗ «Ελένη ή ο Κανένας», σκην: Θέμης Μουμουλίδης, θέατρο: Aνεσις

Το πάθος της για τη ζωγραφική την οδήγησε στην άρνηση της πατρίδας, της οικογένειάς της αλλά και της γυναικείας της ταυτότητας προκειμένου, ντυμένη άντρας, να μπορεί να ταξιδεύει και να σπουδάζει. Το πάθος της για έναν άντρα την ξανάντυσε γυναίκα, ύστερα μάνα, στη συνέχεια προδομένη, μετά χαροκαμένη για να παραδοθεί τέλος αλλοπαρμένη και μαυροντυμένη στη «μετά τη ζωή, ζωή των γυναικών». O,τι ακριβώς ήθελε με όλη της τη φλόγα και τη δύναμη να πολεμήσει η πρώτη σπουδασμένη Ελληνίδα ζωγράφος Ελένη Αλταμούρα – Μπούκουρα, θυγατέρα του πρώτου θεατρώνη της Αθήνας μετά την Τουρκοκρατία, σ’ αυτό κατέληξε. Αφού έκαψε όλους της τους πίνακες μετά τον θάνατο (σε νεαρή ηλικία) της κόρης της Σοφίας και λίγο μετά του γιου της, γνωστού θαλασσογράφου Ιωάννη Αλταμούρα, τριγυρισμένη από ψιθύρους, τύψεις και οράματα, εμμονές μαγείας και κρίσεις τρέλας απομονώθηκε σ’ ένα παραθαλάσσιο σπίτι των Σπετσών, της γενέτειράς της. Με τη μεσολάβηση του αδελφού της παραδόθηκε κι αυτό μετά το θάνατό της στην πυρά μαζί με όλα τα πειστήρια ενός μεγάλου ταλέντου που δίχασε, διασάλευσε, ταλάνισε, πυρπόλησε την ευαίσθητη κράση της και δαιμόνισε την οικογένεια και την κοινωνία του καιρού της (1821-1900).

Οι κεραίες της πεζογράφου και ποιήτριας Ρέας Γαλανάκη ανίχνευσαν τη γυναικεία αυτή τραγωδία του 19ου αιώνα και την οδήγησαν στη συγγραφή του βραβευμένου εν συνεχεία: «Ελένη ή ο Κανένας», μιας μυθιστορηματικής βιογραφίας με ποιητικά στοιχεία και αχνές, ομηρικές παραπομπές. Ο Θέμης Μουμουλίδης μαζί με την Αθανασία Γκανά ανέλαβαν την πολύ δύσκολη μεταγραφή του για τη σκηνή. Η αφήγηση δεν είναι ευθύγραμμη ούτε και συνεχής αλλά με διαρκή πισωγυρίσματα από το παρόν στο παρελθόν, εναλλαγές ανάμεσα σε τριτοπρόσωπο και μονοπρόσωπο λόγο, ανάμεσα σε ρεαλιστικά και ονειρο-ποιητικά στοιχεία.

Το αποτέλεσμα ήταν ένα αρκετά συγκεχυμένο, σκηνικό κείμενο με χάσματα και μεγάλες, υφολογικές, δραματουργικές και ποιητικές απώλειες. Κατάφερε όμως όχι μόνο να το φωτίσει με το δυναμικό, φλογερό στην αρχή, σκοτεινό στη συνέχεια κι εσωτερικό της παίξιμο η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, αλλά να του δώσει με τη φινέτσα της υποκριτικής της και τη χαμένη του ποιητικότητα.

Η σκηνοθεσία του Θέμη Μουμουλίδη βοήθησε περισσότερο απ’ ό,τι η δραματουργική επεξεργασία του και με τη συμβολή των αναγνωρίσιμων, εμβληματικών στοιχείων στο σκηνικό και τα κοστούμια (Παναγιώτα Κοκκόρου) όπως και των φωτισμών (Νίκος Σωτηρόπουλος) ενεγράφη στην ιστορία των ελληνικών, θεατρικών μονολόγων ακόμη μια ευτυχής ώρα.

ΤΙΜ ΚΡΑΟΥΤΣ «Το χέρι», σκην: Ελενα Πέγκα, θέατρο: Θ. του Νέου Κόσμου

Είδα το έργο σε μετάφραση, σκηνοθεσία, σκηνικό της Ελενας Πέγκα ακριβώς έναν χρόνο μετά την πρώτη παρουσίαση του μονολόγου από τον ίδιο τον συγγραφέα του, στην Αθήνα. Μην έχοντας δει πέρυσι το «My arm», έμενα με την εντύπωση μιας χειρονομίας διαμαρτυρίας, μιας πράξης επαναστατικής, που θα μπορούσε να σημαίνει το διά βίου σήκωμα ενός χεριού. Τελικά, πρόκειται για ένα παιδικό πείσμα, μια κενή νοήματος ισχυρογνωμοσύνη ενός δεκάχρονου παιδιού, μια παγίδευσή του μέσω κλινικής αγκύλωσης εν τέλει, που θα το οδηγήσει 20 χρόνια μετά σε αργό θάνατο. Το κέντρο βάρους λοιπόν πέφτει στο πώς μια παιδική αφροσύνη γίνεται στη συνέχεια κλινικό πείραμα, ζωντανή, προκλητική, εικαστική «πρωτοπορία», και βορά στην κτηνώδη λαιμαργία των ανθρώπων για κάθε τι που αποκλίνει του «κανονικού».

Η Θεοδώρα Τζήμου ερμηνεύει με έξοχα συγκρατημένη εξαλλοσύνη, σχεδόν υπερκινητικά αλλά και αφοπλιστικά αθώα, αυτόν τον τραγικό μονόλογο για το πάθημα ενός ανθρώπου, τον κυνισμό των γύρω και για το πάτημα της «μοντέρνας τέχνης» των κενών νεωτερισμών. Το σπουδαιότερο, επιβεβαιώνει με όλα της τα υποκριτικά μέσα ότι πρόκειται για κενή νοήματος, περιεχομένου και ιδεολογίας, χειρονομία. Και πως κάθε τι που μοιάζει με διαμαρτυρία χωρίς να είναι, προορίζεται να σαπίσει. Η μουσική, ηχητική, οπτική πολυπραγμοσύνη που επιτάσσει το έργο, πέρα από μια εικασία αιτιολόγησης παρόμοιων φαινομένων στις σύγχρονες κοινωνίες, θεατρικά και σκηνικά δεν με φώτισε ούτε στο ελάχιστο.

Τριαντάρηδες γύρω από τραπέζι

  • Δεν είναι ιδέα μόνο του Στρίντμπεργκ πως στα τριάντα βαθαίνουνε τα βάραθρα
  • Της Αννυς Κολτσιδοπουλου, Η Καθημερινή, 9/10/2011
  • ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΡΙΝΤΜΠΕΡΓΚ Δεσποινίς Τζούλι, διασκ.: Πάτρικ Μπάρμπερ, σκην.: Μίνα Αδαμάκη. Θέατρο: ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟΥ
  • ΣΤΕΛΙΟΣ ΧΑΤΖΗΑΔΑΜΙΔΗΣ Εσπασε, σκην.: Χρήστος Θεοδωρίδης. Θέατρο: Σημείο

 

Ενα μεγάλο τραπέζι. Γύρω, πάνω, δίπλα του, διαδραματίζονται παλιές, νεώτερες και πολύ νέες ιστορίες τριαντάρηδων. Ενα μεγάλο τραπέζι ως συνδετικός κρίκος μεταξύ έργων, ειδών, εποχών, στιγμών, τάξεων, παθών. Ενα μεγάλο τραπέζι ως θεατρική σκηνή μέσα στη σκηνή, ως ορθογώνιος μάρτυρας εξομολογήσεων, αυτοβιογραφιών και δραμάτων, ως μικρό, μέσα στο μεγάλο σύμπαν.

Ας πάμε πρώτα στο μεγάλο, λευκό τραπέζι παλιάς, βορειοευρωπαϊκής κουζίνας αρχοντικού, όπως το είδε η Μίνα Αδαμάκη, που μετέφρασε, σκηνοθέτησε, σκηνογράφησε και επιμελήθηκε μουσικά την εκδοχή του Πάτρικ Μάρμπερ πάνω στη «Μις Ζυλί» του Στρίντμπεργκ. Ο Μάρμπερ μεταφέρει τη δράση από τη νύχτα μεσοκαλόκαιρου του 1880 (παραδοσιακά νύχτα μέθης – έρωτα – μαγείας) στη νύχτα του εκλογικού θριάμβου των εργατικών στη μεταπολεμική Αγγλία, 26 Ιουλίου 1945. Κατά τη γνώμη μου, τα λαϊκά γλεντοκόπια για τη χαραυγή μιας κοινωνικής, ταξικής, ατομικής απελευθέρωσης δεν αναπληρώνουν την απώλεια του περιρρέοντος ερωτικού παροξυσμού, της ερωτικής αναρχίας, της διονυσιακής ολονυχτίας που επιδιώκει ο Στρίντμπεργκ.

Ετσι κι αλλιώς όμως η σκηνοθεσία της Αδαμάκη, παρ’ όλα τα ηχογραφημένα μουσικά και άλλα ακούσματα δεν διακρίνεται για την εισβολή της έξω ατμόσφαιρας στο δράμα κουζίνας αλλά και στην κουζίνα του δράματος. Στην αταίριαστη δηλαδή συνεύρεση σε αταίριαστο χώρο, μιας νεαρής κόμισσας που ξεπέφτει παρασυρμένη από πάθη, λάθη και συμπτώσεις κι ενός μεγαλοπιασμένου υπηρέτη, που φαινομενικά ανέρχεται. Κάποιοι είδαν αυτό το έργο-υπόδειγμα κοινωνικής και σεξουαλικής ψυχανάλυσης, ως πειραγμένο αυτοβιογράφημα του «γιου της δούλας» – όπως αυτοχαρακτηρίζεται ο Στρίντμπεργκ. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου