ΖΑΝ ΚΟΚΤΩ: Οι τρομεροί γονείς, σκην.: Γιάννης Μαργαρίτης. Θέατρο: της Ανοιξης

  • «Αιμομιξία» σε ιλαρό γκροτέσκο

    Απ’ τα «παιδιά στην εξουσία» του Βιτράκ στους «τρομερούς γονείς» του Κοκτώ

  • Του Γιαννη Bαρβερη
  • ΖΑΝ ΚΟΚΤΩ: Οι τρομεροί γονείς, σκην.: Γιάννης Μαργαρίτης. Θέατρο: της Ανοιξης

Το τρομερό παιδί του γαλλικού Μεσοπολέμου (1889-1963), εκτός Καρτέλ μεν, πλην δραματουργός, ποιητής, πεζογράφος, κινηματογραφιστής, ζωγράφος, νουμερίστας, σκηνοθέτης, σεναρίστας και άλλα τινά, πλήρωσε τελικά το βαρύ τίμημα της προικισμένης του πολυπραγμοσύνης: δεν έμεινε στην ιστορία της τέχνης για τίποτε συγκεκριμένο, σπαταλήθηκε στις φυγόκεντρες τάσεις των δεξιοτήτων του, έλαμψε αλλά ως αστήρ διάττων, είπε και ελάλησε και τους πάντες εθάμβωσε αλλά ως παραδοξολόγος, ανανέωσε αλλά ως μιμητής και εμψύχωσε αλλά προς όφελος άλλων. Τι άδικη μοίρα! Ετσι όμως συμβαίνει πάντα. Για να γίνει σεβαστό και να αντέξει ένα τόσο σφαιρικό ταλέντο πρέπει φαίνεται να ’σαι Μιχαήλ Αγγελος.

Οι καιροί, καθώς είπε ο Χαίλντερλιν, είναι συνήθως «μικρόψυχοι» και οι άνθρωποι δεν σε αποδέχονται για πολλά, παθαίνουν σύγχυση, σε βρίσκουν συνέχεια στα πόδια τους, ζαλίζονται, στο τέλος σε βαριούνται και σε παραδίδουν στη μάλλον αδιάφορη αοριστία της μνήμης τους.

Ο Κοκτώ, βέβαια, βιρτουόζος στη δημιουργία ενός και αμέσως μετά του αντίθετου κλίματος ή στην υποστήριξη μιας παραδοσιακής και αμέσως ύστερα μιας αιρετικής αισθητικής, είναι και ο ίδιος ένα γοητευτικό σύνολο αντιφάσεων, αρκετά πειστικών στα επιμέρους. Ανάγλυφο βλέπεις αυτό το χαρακτηριστικό του και στο «αναποφάσιστο» θεατρικό του Οι τρομεροί γονείς.

Ο καμβάς μαζί με την παλιά διανομή του ’53: Ενας γιος (Αλ. Αλεξανδράκης) νοσηρά προσκολλημένος στα φουστάνια της ξεχαρβαλωμένης μητέρας του (Κυβέλη) τολμάει να ερωτευτεί μια νέα κοπέλα (Αλ. Καμίλη), την οποία όμως αποδεικνύεται πως έχει ερωμένη και ο πατέρας του (Λ. Κωνσταντάρας).

Μετά από ποικίλες καταπιεστικές για τον νέο εμπλοκές με πανούργο καταλύτη τη στερημένη θεία του (Κ. Ανδρεάδη), που είναι ερωτευμένη με τον γαμπρό της και αγαπά μα και μισεί την αδελφή της, το νεαρό ζευγάρι οδηγείται προς τον υμέναιο, ενώ η χολωμένη μητέρα αυτοκτονεί επειδή την «αρνήθηκε» ο γιος της.

Στην αρχή το έργο είναι μπουλβάρ, μετά δράμα, μετά κωμωδία, μετά ιλαροτραγωδία. Και στο τέλος, ιδίως με το απαράσκευο, εύκολο και φτηνό φινάλε της αυτοκτονίας της μάνας επειδή ο γιος της απογαλακτίστηκε οριστικά, ένα αδέξιο εκτροχιασμένο μελό. Ο Κοκτώ προσπαθεί να τα πει όλα, να τα χωρέσει όλα, να ευχαριστήσει όλους, να δείξει πως είναι ικανός για όλα. Και ίσως είναι, μια και οι διαρκείς ανατροπές ατμόσφαιρας, αναληθοφανείς αλλά εξωτερικά ενδιαφέρουσες, κρατούν σε εγγυημένη ένταση τον αμέριμνο θεατή, υπό τον όρο όμως ότι δεν θα γυρίσει πίσω να θυμηθεί τι άκουσε λίγο πριν.

Περισσότερο λοιπόν κοντά στο πυροτέχνημα και στην πιρουέτα παρά στον μοντερνισμό, ο Κοκτώ «ανάγκασε» τον τωρινό σκηνοθέτη Γιάννη Μαργαρίτη να καλύψει την ετερότητα του ύφους του έργου (1938) κάτω από έναν γκροτέσκο, τσιρκοειδή βηματισμό της παράστασης, ο οποίος όμως δικαιώθηκε. Κόβοντας τις σκηνές εμφανώς μπρεχτικά ο ίδιος ως κομφερανσιέ, διδάσκοντας μια εσκεμμένη υποκριτική υπερβολή και οδηγώντας τους αρχικά κωμικούς τύπους σε ιλαροτραγικούς έως γελοίους χαρακτήρες, ο Μαργαρίτης φώτισε το έργο λοξά, με φόντο την ειρωνεία. Το σάρκασε τόσο όσο να μη χάνεται μέσα απ’ τους συνειρμούς ή τις ακροβασίες η καθαρότητα του μύθου, εγγυημένη στην πολυεστιακή μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ. Υπό τους μουσικούς γαλλικούς ήχους του ’50 και διανθίζοντας τη δράση με, λίγα ώστε να μην ενοχλούν, κομμάτια από την οικεία ταινία στο βίντεο (με τον αυτοκόλλητο Ζαν Μαραί νεότατο), το εγχείρημα στήθηκε μέσα σε λειτουργικό παραξένισμα ιδιόρρυθμων κοστουμιών του Δημήτρη Κακριδά (το κοστούμι της νύφης πρωτότυπη σύνδεση Παναγίας και πόρνης).

Ρόλοι

Απολαυστική η Χρυσάνθη Δούζη στις εναλλασσόμενες μάσκες της υιοφάγου μάνας, με έγκυρη αγριότητα, παγιδευτικές πόζες και κυλιόμενο ψευδή συναισθηματισμό, νομίζω ήταν το –και εικαστικό– ατού της παράστασης. Στον ρόλο της αδελφής της, η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη έπαιξε με χιτλερικό σθένος την τροχονόμο των καταστάσεων, χωρίς να ξεχνά και την οδύνη της ερωτικά προδομένης γυναίκας. Ο Δημήτρης Πασσάς εκπροσώπησε πειστικά την αυτονόητη ανεμελιά του θηράματος –από μάνα και φίλη– λεοντιδέως. Δροσερός, χωρίς επιτήδευση, ιδανικός ως θύμα. Η «νύφη» Νικολέτα Κοτσαπλίδου είχε σ’ έναν αμφίσημο ρόλο και χαρακτήρα μια εγγενή αθωότητα αλλά και με πορνικές απολήξεις. Τον οιδιπόδειο κύκλο κλείνει ο μοιχός πατέρας. Σε καιρούς ισχνών αγελάδων, τον ανέλαβε μόλις στο όριο ο ίδιος ο σκηνοθέτης, με τις ανάλογες συνέπειες.

Υπάρχουν καλλιτέχνες που εκφράζονται με τόσο διακριτικό σιγαστήρα ώστε κινδυνεύουν να μην ακουστούν καθόλου. Οταν πρόκειται για άνθρωπο-ορχήστρα όπως ο Κοκτώ, παραμονεύει ο αντίθετος κίνδυνος: μες στα πολλά όργανα, να χαθεί, να σκορπιστεί η φωνή τους. [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 17/5/2009]