«Κοκτέιλ πάρτι» του Τ.Σ. Ελιοτ στην Πειραιώς 260 – Φεστιβάλ Αθηνών

  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 11 Ιουλίου 2009

  • Ζητήματα εξιλέωσης

  • «Κοκτέιλ πάρτι» του Τ.Σ. Ελιοτ στην Πειραιώς 260 – Φεστιβάλ Αθηνών
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ

Το έργο αρχίζει με ένα πάρτι, όπου η Λαβίνια (Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου), σύζυγος του Λονδρέζου δικηγόρου Εντουαρντ (Λάζαρος Γεωργακόπουλος), έχει μόλις εγκαταλείψει τον άνδρα της και τελειώνει δύο χρόνια μετά, επίσης με ένα πάρτι και τη Λαβίνια πίσω στη θέση της.

Οι Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Χρήστος Στεργιόγλου, Μάγια Λυμπεροπούλου, Ομηρος Πουλάκης, Αρης Λεμπεσόπουλος και Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου στην παράσταση που σκηνοθέτησε η Βαρβάρα Μαυρομάτη

Οι Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Χρήστος Στεργιόγλου, Μάγια Λυμπεροπούλου, Ομηρος Πουλάκης, Αρης Λεμπεσόπουλος και Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου στην παράσταση που σκηνοθέτησε η Βαρβάρα Μαυρομάτη

Στο μεταξύ, έχουν αποκαλυφθεί οι ερωτικές σχέσεις αμφοτέρων των συζύγων με νεότερους εραστές. Τη Σήλια, μια ρομαντική ψυχή με ιδανικά, ο μόνος αληθινός χαρακτήρας μέσα στην αυτάρεσκη κοσμική ομήγυρη (Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου) και τον Πέτερ, ανερχόμενο ηθοποιό με το βλέμμα στραμμένο στο Χόλιγουντ (Ομηρος Πουλάκης).

Το κλου της υπόθεσης είναι ένας μυστηριώδης ψυχίατρος, ο σερ Χένρι (Αρης Λεμπεσόπουλος) -επιτέλους ένας ψυχίατρος που μιλά!-, που παρεισφρέει στη ζωή και στα πάρτι τους για να αποκαταστήσει, με κάποια «ανώτερη εντολή», τον σαθρό γάμο, πείθοντας τα μέλη του ότι πάσχουν από ανικανότητα να αγαπήσουν και να αγαπηθούν, μπορούν όμως ακόμη να τα βρουν με αμοιβαία προσπάθεια… Θύμα των εξελίξεων είναι η αθώα Σήλια, που ξαποστέλλεται από τον ψυχίατρο-γκουρού σε μια εξιλεωτική αποστολή μισιονάριου στην Αφρική, όπου κυριολεκτικά σταυρώνεται από εξεγερμένους αυτόχθονες.

Ενας αποτρόπαια εθελοντικός μαρτυρικός θάνατος και μια λουσάτη κοινωνία αργόσχολων κλόουν. Περίεργα ξεσκαρταρίσματα, με ιδιόρρυθμα χριστιανικά κριτήρια, επιχειρεί στο φλύαρο και αισθητικά ακαταλάγιαστο «Κοκτέιλ πάρτι» του ο Τ.Σ. Ελιοτ. Ο ουτοπιστής κριτικός, ποιητής και συγγραφέας, που ήλπισε διά του «ποιητικού μπολιασμού» να μεταμορφώσει το εμπορικό θέατρο σε τέχνη με διαχρονικές πνευματικές αξίες, εισέπραξε το αντίστροφο. Στην ανθεκτική πιάτσα της ψυχαγωγίας του Ουέστ-Εντ, έργα του, όπως το «Κοκτέιλ πάρτι» παρέλασαν βιαστικά ως νερόβραστες κωμωδίες, μπουλβάρ και κοινωνικά δράματα. Ούτε σπουδαία τέχνη ούτε σπουδαία ψυχαγωγία.

Είναι άξιο απορίας πώς το έργο αυτό, με τη σνομπ πολιτική του ορθότητα, τις εμμονές αμαρτίας και μετάνοιας και τους επιφανειακούς διαλόγους, έμεινε στη θεατρική ιστορία και εμπνέει κάποιους, λιγοστούς, σκηνοθέτες να το ανασύρουν από το ράφι του. Τι παρακίνησε την ταλαντούχα Βαρβάρα Μαυρομάτη να παίξει με τη στιλιζαρισμένη γλώσσα και τους σκονισμένους αγγλικανισμούς, που ελάχιστη σχέση έχουν με ποίηση, όπως η παθολογία του έργου με την αρχαία τραγωδία, παρά τον συγγραφικό συσχετισμό του με την ευριπίδεια «Αλκηστι». Πιθανόν κάποια συγγένεια με τη σημερινή πανδημία διαβρωμένων γάμων και εγωιστικών ανθρώπινων συναλλαγών, σε μια εποχή αβάσταχτης ελαφρότητας, υπό τη δαπανηρή καθοδήγηση της ψυχανάλυσης ως νέου τύπου θείας πρόνοιας.

Σε jazzy ατμόσφαιρα, στο πλαίσιο ενός ντιζαϊνάτου σκηνικού και ενδυματολογικού μινιμαλισμού έκπαγλης κομψότητας (Μανώλης Παντελιδάκης), εφτά διακεκριμένοι ηθοποιοί επιδίδονται σε ένα σαλονάτο Αγκάθα Κρίστι-θρίλερ χωρίς πτώματα, με σταθμούς το παιχνίδι της εξαφάνισης της οικοδέσποινας, το συνωμοτικό κρυφτούλι των καλεσμένων που «γνωρίζουν πολλά», το ιλαρό μπάλωμα του μπαγιάτικου συζυγικού υμέναιου, το δεύτερο πάρτι με την είδηση-σοκ του μακελέματος της Σήλια.

Ολοι μιλούν ακατάπαυστα χωρίς να λένε τίποτε ιδιαίτερο, σε ένα χορογραφημένο πινγκ πονγκ αγγλοσαξονικής αβρότητας. Κουτσομπόληδες, χαριτωμένοι, αβαθείς, ο καθένας με την προσωπική σκηνική του αύρα. Φλεγματικός υπερόπτης ο ψυχίατρος του Αρη Λεμπεσόπουλου, γοητευτική, οξύνους, σκληρή «πέτρα του σκανδάλου» η Λαβίνια της Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου, διαβολική, απρόβλεπτη η «Μις Μαρπλ» της Μάγιας Λυμπεροπούλου, κλέφτης των εντυπώσεων ο πληθωρικός Χρήστος Στέργιογλου, υποχθόνιος κερατωμένος/κερατάς ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος. Η παράσταση είναι άμεση, εύρυθμη, κωμική και θα θύμιζε ανεπιθύμητα ερωτικά γαϊτανάκια και βραχυκυκλώματα τηλεοπτικής κοπής, εάν έλειπε η φινέτσα, το στίγμα της. Πολύ λίγο για μια ολόκληρη βραδιά.

Advertisements

«Μεφίστο για πάντα», «Σεμινάριο βλακείας», «Κοκτέιλ πάρτι»

  • «Μεφίστο» και ελληνικές παραστάσεις
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 8 Ιούλη 2009

  • «Μεφίστο για πάντα»

«Μεφίστο για πάντα»

Μετά τους «Αρουραίους» από το βερολινέζικο «Ντόιτσες Τεάτερ», το Φεστιβάλ Αθηνών φιλοξένησε μια ακόμα σπουδαία θεατρική δημιουργία και μάλιστα άκρως επίκαιρου πολιτικού περιεχομένου. Το «Μεφίστο για πάντα», από το θέατρο «Toneelhuis» της Αμβέρσας. Μια παράσταση, που σε κείμενο του Τομ Λανουά, βασισμένο στο αντιναζιστικό μυθιστόρημα του (γιου του Τόμας Μαν) Κλάους Μαν «Μεφίστο» (1936) και την αριστουργηματική ομώνυμη ταινία του Ιστβαν Σάμπο, εμφαντικά και άμεσα προειδοποιεί γι’ αυτό που, σε συνέντευξή του σε ελληνικό έντυπο, τόνισε ο σκηνοθέτης τη ς, Γκι Κασίερς: «Δεν τελειώσαμε με το φασισμό». Ο Φλαμανδός σκηνοθέτης, αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση του θεάτρου της Αμβέρσας, όπου το 33/% των ψηφοφόρων ψηφίζουν ακροδεξιά κόμματα, των οποίων οι ιδέες «παρεισφρέουν και στα μεγάλα κόμματα, των Καθολικών, των Φιλελευθέρων, ακόμη και το Σοσιαλιστικό», υπέβαλε -και στον εαυτό του- το συνειδησιακό πρόβλημα που θέτει το μυθιστόρημα του Μαν: την ευθύνη της τέχνης και του καλλιτέχνη να αντισταθεί στις πιέσεις κάθε καταπιεστικής εξουσίας, να μη συμβιβαστεί και καταντήσει «όργανο» και «βιτρίνα» της. Ο Μαν εμπνεύσθηκε το έργο του από τον πρώην σύζυγο της αδελφής του, γνωστό κομμουνιστή ηθοποιό, Γκούσταφ Γκρούντγκενς, ο οποίος, προκειμένου να γίνει υπερ-πρωταγωνιστής και διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου του Βερολίνου, σταδιακά, και «ανεπαισθήτως», όλο και περισσότερο συμβιβαζόταν με το καθεστώς και με τις πιέσεις, τη «λογική» και «αισθητική» του Γκέμπελς, ενώ οι φίλοι ομότεχνοί του αρνούνταν να υπηρετήσουν το ναζισμό, υφιστάμενοι διάφορες συνέπειες. Η διασκευή του Τομ Λανουά σεβάστηκε και διατήρησε τη μυθοπλοκή και τα βασικά πρόσωπα του μυθιστορήματος, ανέδειξε και την εποχή με αναφορά του ονόματος του Χίτλερ, τη διαχρονική και επίκαιρη σημασία τους, αλλά και την εμπλούτισε με παράθεση σπαραγμάτων – φράσεων από σπουδαία θεατρικά έργα, υποδεικνύοντας δι’ αυτών διάφορες εκδοχές δολερών σφετεριστών και φονιάδων εξουσιαστών και άλλων αρπακτικών της εξουσίας, στη διαδρομή της ανθρωπότητας από την απολυταρχία, τη φεουδαρχία και την άνοδο της αστικής τάξης (Σαίξπηρ «Αμλετ» και «Ριχάρδος Γ’», Γκαίτε «Φάουστ», Τσέχοφ «Βυσσινόκηπος»). «Θέατρο μέσα στο θέατρο», η υπέροχη παράσταση του Κασίερς, λιτά και ατμοσφαιρικά ρεαλιστική, άμεσου και έμμεσου πολιτικού σχολιασμού, με χρήση πολυμέσων που αναπαράγουν σε «κινηματογραφικές» εικόνες σκηνές και στιγμιότυπα της σκηνικής δράσης, και εξαιρετικής απλότητας ερμηνείες υπογραμμίζει, σε μέγιστο βαθμό, ιδιαίτερα στο εξαιρετικά δραστικό φινάλε – με τη λυσσωδώς φασίζουσα ομιλία του παραπέμποντα στον Γκέμπελς, «υπουργού Πολιτισμού»- τον κίνδυνο που προκαλεί στο παρόν και το μέλλον η ανοχή απέναντι στα φαινόμενα του επανεμφανιζόμενου σήμερα φασισμού, αλλά και τον κίνδυνο και οι καλλιτέχνες να «νερώσουν το κρασί» τους απέναντί του.

  • «Σεμινάριο βλακείας»

«Σεμινάριο βλακείας»

Αντίποδας της ευφυίας η βλακεία, απαντάται με πολλές μορφές, εκφράσεις και εκδηλώσεις, στον άνθρωπο και την κοινωνία. Μόνιμη ή στιγμιαία. Αθέλητη ή θελημένη. Ασυνειδητοποίητη ή συνειδητή. Εμφυτη και αθώα ή σκόπιμη, επίπλαστη και πανούργα. Αντιπαθής ή κωμική. Βλαβερή ή αβλαβής. Επικίνδυνη ή ακίνδυνη, η βλακεία συναντάται και θα συναντάνται εσαεί και στους ευφυέστερους των ανθρώπων. Σε μια συμπεριφορά, μια στιγμή, μια σκέψη, μια πράξη, μια σχέση, μια κουβέντα τους. Με μότο ένα αραβικό ρητό που λέει ότι «η βλακεία είναι θείο χάρισμα, αρκεί να μη γίνεται κατάχρησή της», ο Σάκης Σερέφας συνέλαβε την ιδέα να γράψει το μονόλογο «Σεμινάριο βλακείας» και διά του προσώπου ενός «καθηγητή» που δίνει διάλεξη στους φοιτητές ενός πανάκριβου «Κολεγίου» με θέμα το φαινόμενο της βλακείας, αντλώντας ποικίλα παραδείγματα «βλακείας» ιστορικών μορφών (λ.χ. Ναπολέοντα), διανοητών κλπ. – αφ’ ενός να διακωμωδήσει την αθώα και αβλαβή βλακεία και αφετέρου να σαρκάσει την πολύμορφη, πλαστή, σκόπιμη και βλαβερή βλακεία, όπως εκδηλώνεται ατομικά και σε διάφορους τομείς της σημερινής κοινωνίας. Το κείμενο, που γράφτηκε κατόπιν παραγγελίας του Δημήτρη Πιατά, μετά την επιτυχία που σημείωσε η ερμηνεία του με το μονολογικά πρωτοπρόσωπο αφήγημα του Σ. Σερέφα «Μαμ» και ερμηνευτή τον Δημήτρη Πιατά, και παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών από το ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας και την εταιρεία του Δ. Πιατά «Commedia», διαθέτει αστραφτερής κωμικότητας και καυστικής σάτιρας φράσεις, αλλά το σύνολό του δημιουργεί την αίσθηση ότι γράφτηκε με βιασύνη και με προσανατολισμό το πηγαίο, προσωπικό κωμικό ιδίωμα του Δ. Πιατά. Στο ιδίωμα του ηθοποιού στηρίχθηκε αλλά και «επαναπαύθηκε» και η σκηνοθεσία της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας, Κατερίνας Πολυχρονοπούλου, με συνεργάτες τους Αφροδίτη Κουτσουδάκη (σκηνικό, κοστούμι), Κίμωνα Χυτήρη (μουσική), Σάκη Μπιρμπίλη (φωτισμοί), Μάνο Αρβανιτάκη (βίντεο), Νίκο Τουλιάτο (μουσικός αυτοσχεδιασμός επί σκηνής).

  • «Κοκτέιλ πάρτι»

«Κοκτέιλ πάρτι»

Αναμφιβόλως σπουδαίος τεχνίτης του ποιητικού λόγου, ο δημιουργός της «Ερημης χώρας» Τ. Σ. Ελιοτ θέλοντας να εκφράσει και δραματουργικά τους ανθρωπιστικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς του για την ανάγκη του ανθρώπου για αγάπη αλλά και τον εγωτισμό του, τις φοβίες και αναστολές του, την επικοινωνιακή δειλία του να εκφράσει την ανάγκη του για αγάπη, τελικώς την αδυναμία του να λάβει, να δώσει και να προστατέψει από κάθε μορφής καταστροφή το αίσθημα της αγάπης, στο γάμο, στη φιλία και ευρύτερα στην κοινωνία, το 1949 έγραψε το «Κοκτέιλ πάρτι», εμπνεόμενος όπως έλεγε από την «Αλκηστη» του Ευριπίδη. Ο Ελιοτ έπλασε επτά πρόσωπα που κινούνται σε ένα κοσμοπολίτικο λονδρέζικο περιβάλλον. Τα τέσσερα νεότερα ηλικιακά πρόσωπα – ένα παντρεμένο ζευγάρι και μια νέα και ένας νέος στην αρχή ενός φλερτ – ο συγγραφέας τα ενέπλεξε σε δύο ερωτικά τρίγωνα. Ο σύζυγος απατά τη γυναίκα του με τη νεαρή, η οποία είναι ερωτευμένη μαζί του και η σύζυγος απατά τον άντρα της με το νεαρό, ο οποίος είναι ερωτευμένος με τη νεαρή. Τα άλλα τρία πρόσωπα είναι μια μεσήλικη, ανύπανδρη, κοσμική κυρία, φίλη του αντρόγυνου, ένας μεσήλικας διπλωμάτης, φίλος του αντρόγυνου, κι ένας ψυχολόγος, που αν και άγνωστος, ως «από μηχανής θεός» παραβρίσκεται στο κοκτέιλ πάρτι του αντρόγυνου. Αυτά τα τρία πρόσωπα, γνωρίζοντας – αφενός – την παλιά αγάπη, τη μοιχεία και των δύο συζύγων αλλά και τον κίνδυνο να γίνουν περισσότερο δυστυχείς χωρίζοντας, και – αφετέρου – τον αληθινό έρωτα του νεαρού για τη νεαρή, σχεδιάζουν και προσπαθούν εν είδει «από μηχανής» αγγέλων επί Γης να σώσουν και τα δύο ζευγάρια. Με μια σχεδιασμένη ταυτόχρονη επίσκεψη των δύο συζύγων στον ψυχολόγο, η μοιχεία τους αλληλοαποκαλύπτεται, αλληλοσυγχωρείται, ο γάμος τους σώζεται και η συμβίωσή τους βελτιώνεται. Οπως στη ζωή δεν είναι όλα εφικτά, έτσι δε γίνεται εφικτό το σμίξιμο των δυο νέων. Η κοπέλα αναζητώντας παρηγοριά στην εθελοντική κοινωνική προσφορά πεθαίνει, κι ο νεαρός παρηγορεί τη θλίψη του με τον ξενητεμό και τη δουλειά. Η μυθοπλαστική φλυαρία, οι επαναλήψεις, ο γλωσσικός αισθητισμός, ο κοσμοπολιτισμός των προσώπων και της πλοκής, το «μυστηριακό» ήθος των τριών «από μηχανής θεών» κάνουν το έργο να μοιάζει παρωχημένο, επιτηδευμένο και πάντως μακριά από το σήμερα των ανθρωπίνων σχέσεων (ερωτικών, συζυγικών, φιλικών, κοινωνικών). Από τη λίγο πολύ βουλεβαρδιέρικη πλοκή και από τον κοσμοπολιτισμό και τον αισθητισμό του έργου, με αρμόζουσα σ’ αυτό μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, δεν ξέφυγαν τα σκηνικά και τα κοστούμια του Μανόλη Παντελιδάκη, και κυρίως η καλοκουρδισμένη σκηνοθεσία της Βαρβάρας Μαυρομάτη, παρότι προσπάθησε έμμεσα να τον σχολιάσει προσδίδοντας στη συμπεριφορά, στην κίνηση, στο λόγο και στην έκφραση των προσώπων μια ειρωνική χροιά. Στον ναρκισιστικό υποκριτικό αισθητισμό και την κοσμοπολίτικη πόζα οδηγήθηκαν – λίγο πολύ – και οι ερμηνείες των ηθοποιών – όλοι είναι ταλαντούχοι ηθοποιοί – (με σειρά εμφάνισης): Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Μάγια Λυμπεροπούλου, Αρης Λεμπεσόπουλος, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, Χρήστος Στέργιογλου, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Ομηρος Πουλάκης.