«Ο κλήρος του μεσημεριού» του Πολ Κλοντέλ στο Εθνικό Θέατρο

  • Το πάθος άργησε μια μέρα
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • ΕΛΕΝΗ ΠΕΤΑΣΗ
  • Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, 27/03/2009

Στιγμιότυπο από την παράσταση του Εθνικού «Ο κλήρος του μεσημεριού», μέσα στο αριστοτεχνικό, πάλλευκο σκηνικό της Ανια Ράμπες.

  • «Ο κλήρος του μεσημεριού» του Πολ Κλοντέλ, έργο που γεννήθηκε εξαιτίας του απεγνωσμένου του έρωτα για μια γυναίκα, ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο με την σπουδαία Αμαλία Μουτούση ως Υζέ. «…Είστε το μοναδικό πλάσμα που αγάπησα ποτέ, δεν σας αγάπησα μόνο για μια στιγμή ηδονής, σαν μια ερωμένη, ούτε για λόγους ευπρέπειας, σαν σύζυγο. Όμως ενάντια σε όλα η καρδιά μου ρίχτηκε μέσα στην καρδιά σας, τρελά, παθιασμένα, απελπισμένα, χωρίς να θέλει ούτε να δει ούτε να ακούσει τίποτα, ενάντια σε κάθε νόμο, σε κάθε λογική, σε κάθε γνώμη…». Με αφορμή τον παθιασμένο, απαγορευμένο έρωτά του για τη Ροζαλία Βερτς, στην οποία απευθύνεται και η παραπάνω επιστολή του, ο Πολ Κλοντέλ γράφει τον «Κλήρο του μεσημεριού», έργο που πραγματεύεται την εσωτερική σύγκρουση ενός ανθρώπου ανάμεσα στη σαρκική επιθυμία και στη βαθιά θρησκευτική του πίστη.
Η Αμαλία Μουτούση εκφράζει έξοχα την τρικυμία στην ψυχή της γεμάτης πάθος Υζέ και ο Νίκος Κουρής διαχειρίζεται συνετά το ρόλο του διχασμένου Μεζά.
  • Ο ίδιος ο συγγραφέας, βρέθηκε πολλές φορές αντιμέτωπος με πειρασμούς που έθεταν σε αμφισβήτηση την απόλυτη αφοσίωσή του στον Καθολικισμό. Μία από τις καθοριστικές στιγμές της ζωής του ήταν και η συνάντηση με αυτή την έγγαμη, γοητευτική γυναίκα. Η αμαρτωλή σχέση τους, ο τραυματικός χωρισμός τους και εν τέλει η ανικανότητά του να προσφέρει ολοκληρωτικά την ψυχή του κάπου, καταγράφονται σε τούτο το ερωτικό δράμα το οποίο ολοκλήρωσε το 1906, αλλά επέτρεψε τη δημοσιοποίησή του μόλις το 1948 μετά από την αναθεωρημένη επεξεργασία του.

  • Ο Γιόσι Βίλερ επέλεξε ν’ ανεβάσει στο Εθνικό Θέατρο την αρχική εκδοχή, σκηνοθετώντας εκ νέου την παράσταση που ανέβασε πριν από δύο χρόνια στο κρατικό θέατρο Kammerspiele του Μονάχου. Εγχείρημα ιδιαίτερα δύσκολο καθώς ο χειμαρρώδης, ακραία λυρικός λόγος του Κλοντέλ ηχεί στις μέρες μας ξεπερασμένος και η ανάγκη μιας ζωντανής μεταφοράς του στη σκηνή υπήρξε περισσότερο από αναγκαία. Στην πρώτη πράξη, όπου ο ερωτάς της Υζέ και του Μεζά (δηλαδή του ιδίου του ποιητή) πυροδοτείται κάτω από τον τροπικό ήλιο του μεσημεριού στη μέση του Ινδικού Ωκεανού, ο Ελβετός σκηνοθέτης αναζωογόνησε το κείμενο με απλές, λιτές παρεμβάσεις που ανέδειξαν τις ποιότητές του.

  • Πάνω στη γέφυρα ενός υπερωκεάνιου οι ήρωες κλυδωνίζονται σωματικά και ψυχικά με μια αμφιταλάντευση που προαναγγέλλει το ζοφερό τέλος. Το εξαιρετικό χτίσιμο της σκηνής μέσα στο αριστοτεχνικό, πάλλευκο σκηνικό της Ανια Ράμπες και τους λαμπερούς φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου (ο αρχικός σχεδιασμός ανήκει στον Μαξ Κέλερ), δίνει την ευκαιρία στην Αμαλία Μουτούση να συνθέσει με ζηλευτή κινησιολογική ευφράδεια και εξονυχιστική λεπτομέρεια την γεμάτη πάθος Υζέ και να εκφράσει έξοχα την τρικυμία της ψυχής της.

  • Δίπλα της ο Νίκος Κουρής ανταπεξέρχεται επαρκώς στην πρόκληση ενός ακόμη απαιτητικού ρόλου. Διαχειρίζεται συνετά το διχασμένο Μεζά, χωρίς ωστόσο να βυθίζεται ουσιαστικά στην υπαρξιακή αναζήτησή του. Ο Νίκος Καραθάνος (Ντε Σιζ) και ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος (Αμαλρίκ) πλαισιώνουν άνευρα το ζευγάρι των εραστών. Όταν, όμως, ο παροξυσμός κλιμακώνεται και το έργο σκοτεινιάζει, η σκηνοθεσία δεν καταφέρνει να αναχαιτίσει την πλήξη ούτε να αποφύγει μια υπερβάλλουσα δραματικότητα που παρασύρει στα δίχτυα της όλους τους ηθοποιούς.

«Ο Κλήρος του Μεσημεριού» του Πολ Κλοντέλ από το Εθνικό Θέατρο στη Σκηνή «Πειραιώς 260»

  • Ο Δαίμονας της Μεσημβρίας
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009
Ο Νίκος Καραθάνος με την Αμαλία Μουτούση στην παράσταση  «Ο κλήρος του  μεσημεριού»  που παρουσιάζει   το Εθνικό Θέατρο στη  Σκηνή  «Πειραιώς  260»
  • «Ο Κλήρος του Μεσημεριού» του Κλωντέλ (1906) είναι ένα μείζον θεατρικό ποίημα που έμεινε για σαράντα τρία χρόνια «απόκρυφο». «O Κλήρος του Μεσημεριού» του Κλωντέλ έμεινε «απόκρυφος» εξαιτίας της θρησκευτικής πλέον μεταστροφής του συγγραφέα του έως το 1948 που ο Μπαρώ κατόρθωσε να τον πείσει να δεχτεί να ανεβάσει στη σκηνή, δυστυχώς, τη «διορθωμένη» εκδοχή του και παίχτηκε στην Ελλάδα πρώτη φορά το 1987 από το θέατρο «Σημείο» με σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή τον Νίκο Διαμαντή, στην εξαίσια μετάφραση του μεγάλου ποιητή Τάκη Παπατσώνη.
  • Το έργο αυτό, καρπός οδυνηρής ερωτικής εμπειρίας του ποιητή, ξανανέβηκε πριν από λίγα χρόνια με σκηνοθεσία Μαυρομάτη, με την Όλια Λαζαρίδου, τον Λεμπεσόπουλο, τον Μάινα. Τώρα που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο (στην Πειραιώς 260) σε νέα μετάφραση του ποιητή Στρατή Πασχάλη που αντιμετώπισε την πρώτη (αποκηρυγμένη από τον Κλωντέλ) εκδοχή του 1906, είχα την απροσδόκητη αποκάλυψη, τελείως τυχαία ή μάλλον συνειρμικά, να καταθέσω πρώτα εδώ (κι αν χρειαστεί σε αναλυτικότερη διατριβή) τη σκανδαλώδη συγγένεια του αριστουργήματος του Κλωντέλ με το πρωτόλειο του Νίκου Καζαντζάκη «Όφις και Κρίνο».
  • Δεν υπάρχει, βέβαια, για τους ειδικούς καμιά αμφιβολία πως οι δύο σχεδόν σύγχρονοι ποιητές ανήκουν στους αγωνιώντες και τυραννισμένους από μεταφυσικές ανησυχίες πνευματικούς ανθρώπους. Και οι δύο πάλεψαν ανάμεσα στη σάρκα και στον Θεό, ανάμεσα στην ηδονή και στη νηστεία της σάρκας, ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, στην Αγιότητα και στην Αμαρτία. Η σκανδαλώδης σύμπτωση όμως μάς αποκαλύπτει πως και τα δύο αυτά έργα που ανέφερα, που είναι βαθιά ερωτικές τελείως προσωπικές εμπειρίες που μεταστοιχειώνονται σε λυτρωτικό πλέον ποιητικό πυρίκαυστο τοπίο, είναι γραμμένα το 1906! Δεν μπορώ να αποδείξω, βέβαια, αν ο νεαρότερος Καζαντζάκης είχε διαβάσει τον «Κλήρο» που κυκλοφόρησε σε περιορισμένα αντίτυπα ιδιωτικής έκδοσης. Μάλλον το αποκλείω. Πέρα από το κοινό ερωτικό θέμα, του σχεδόν ανθρωποφαγικού παράφορου έρωτα και των δύο προς μια ακόρεστη σεξουαλικά γυναίκα, οι ομοιότητες φτάνουν ώς τους κεντρικούς συμβολισμούς. Την ωκεάνια αίσθηση του χρόνου και την ανελέητη εμπειρία του μεσογειακού μεσημεριού!
  • Επιτρέψτε μου δυο παραπομπές στο ερωτικότερο κατά τη γνώμη μου κείμενο της νεοελληνικής γραμματείας, του Νίκου Καζαντζάκη: «Μεσημέρι. Πύρινοι κατεβαίνουν από τον ουρανό οι εναγκαλισμοί του Μεγάλου Ερωτεμένου κι ακίνητη η γη γίνεται Μητέρα… Και μέσα στη θερμότητα την απέραντη και την ακινησίαν όλων των πραγμάτων και όλων των εμψύχων και μέσα στα πύρινα φιλιά του ήλιου που σκεπάζουν και γονιμοποιούν τη γη, ένα τρίξιμο ακούγεται παράξενο και μυστικό. Λες τρέμει η γη. Από την ηδονήν ίσως, ίσως από τον πόνο» («Όφις και Κρίνο» σελ. 57).
  • «Απάνω στα χείλη των ωραίων γυναικών βλέπω τα φιλιά να έρπουν και να ακολασταίνουν και ν΄ ασχημονούν. Στα μέτωπά των διακρίνω τις ρυτίδες και μέσα στα μάτια των τα σκοτεινά καταφύγια των νυχτερινών ορμών και των χυδαίων ερώτων. Κι όταν ξεχνούμαι στη χαρά θωρώ την οδύνη την απέραντη και την τύψη να έρχονται και να σκοτεινιάζουν και να κυριαρχούν» («Όφις και Κρίνο» σελ. 73).
  • Το 1987 γράφοντας για την πρώτη ελληνική σκηνοθεσία του έργου σημείωνα: «Το έργο αυτό πατά ως προς την τεχνική του πάνω στην απέριττη γεωμετρική δραματουργία του Ρακίνα. Όμως η δυναμική του οφείλεται στον ποιητικό του άξονα, περιστρέφεται γύρω από τη μεταφυσική και τη φυσική του έρωτα. Μόνο ένας ποιητής μεγάλος όπως ο Κλωντέλ θα τολμούσε να κάνει υψηλό θέατρο το θέμα της θεολογίας του σαρκικού έρωτα. Ο πειρασμός, το αμάρτημα της σαρκός, η μοιχεία, ο σπαραγμός της ερωτικής απώλειας, η χαρμονή του γενετήσιου σπασμού και η ενοχή για τη μετάληψη του απαγορευμένου, είναι το κυρίαρχο μοτίβο του κλωντελικού αριστουργήματος.
  • Μέσα σε μια στιγμή εκκρεμότητας, υπαρξιακής διαθεσιμότητας, μεταξύ ουρανού και θάλασσας, στην κάψα του μεσημεριού τέσσερις άνθρωποι, που συμπτωματικά συναντιούνται, αναλαμβάνουν το μερίδιό τους, τον μοιραίο λαχνό τους από την κοινή τράπεζα. Ανάμεσα στη συνεχή και αδιάλειπτη Πτώση και την προσδοκία μιας μελλούσης Αναστάσεως τα πρόσωπα του Κλωντέλ, κρατώντας στα χέρια τους τον κλήρο τους, οδεύουν προς την τελική Κρίση. Πορεύονται δια μέσου της χάριτος. Αυτή η τραγωδία της παραφοράς, η μανιακή πρόκληση του δαίμονα, η συνεχής επανατοποθέτηση του θεού, η τρέλα της αυτοπροσφοράς, η βάτος η καιομένη είναι έργο τιτάνιο».
  • Και για να εκτεθεί, συμπληρώνω σήμερα, στον σκηνικό χώρο διασώζοντας την ποιητική του ουσία χρειάζεται εν πρώτοις θηριώδεις ηθοποιούς λόγου και συντελεστές που να σέβονται το ποιητικό θέατρο που δεν χρειάζεται εξωτερικά τερτίπια και οπτικοακουστικά παραγεμίσματα για να λειτουργήσει. Η παράσταση του Εθνικού Θεάτρου είναι μια κόπια. Σκηνοθέτης, συσκηνοθέτης, σκηνογράφος και ενδυματολόγος, συνθέτης, δραματολόγος, αρχικός φωτιστής είναι Γερμανοί που ανέβασαν το έργο του Κλωντέλ στο Μόναχο το 2004. Έχοντας ως ελληνικό όχημα την έγκυρη μετάφραση του Πασχάλη έφεραν τη γερμανική άποψη και την εφάρμοσαν με φορείς τέσσερις σημαντικούς Έλληνες ηθοποιούς που «γνωρίζουν» ελληνικά και κατεβάζουν τον περίτεχνο και βαθύ λόγο του ποιητή στο κοινό.
  • Ο σκηνοθέτης Γιόσι Βίλερ και η συνεργάτις του Φελίτσιτας Μπρούκερ έστησαν μια καθαρή ανάγνωση με λιτή κίνηση του εσωτερικά δραματικού αυτού ποιήματος. Στην τρίτη πράξη κυριάρχησε ένας ελεγχόμενος εικαστικά και κινησιολογικά ρεαλισμός. Ορθά.

ΙΝFΟ: «Ο κλήρος του μεσημεριού» από το Εθνικό Θέατρο στη Σκηνή «Πειραιώς 260» Τηλ. 210-4838.739, 210-3305.074, 210-7234.567

Τέσσερις «Φωνές»

  • Το έργο έχει τέσσερις «Φωνές», είναι ένα κουαρτέτο. Η Υζέ, η μοιραία γυναίκα είναι το βιολοντσέλο, ο Μεζά (ο εραστής- άγιος) το πρώτο βιολί, ο Ντε Σιζ (ο σύζυγος) το δεύτερο βιολί και ο ειρωνικός, κυνικός Αμαλρίκ η βιόλα.  Οι τρεις άνδρες- όργανα έδεσαν έξοχα. Ο Νίκος Καραθάνος έφτιαξε έναν δειλό, φοβισμένο, ηττοπαθή, στριμωγμένο σύζυγο με γνήσια υλικά, χαμηλές νότες βάθους, κάτι σαν παράπονο και λυγμό. Ο Αμαλρίκ του Α. Γεωργακόπουλου είχε όλη την αυθάδεια και την προπέτεια του αρσενικού αλλά και την τεφρή γεύση του πεπερασμένου των ανθρωπίνων.
  • Ο Νίκος Κουρής στον καλύτερο, νομίζω, και δυσκολότερο έως σήμερα ρόλο του (Μεζά) είναι εκτάκτως υπέροχος.  Κλιμάκωσε την εξέλιξη του ψυχισμού του, από την κλήση του θεού έως την παραφορά, από τη νηστεία της σάρκας στον σαρκοβόρο έρωτα και από την προδοσία στην υπέρτατη αυτοθυσία με υποδειγματικό έλεγχο των πλούσιων εκφραστικών του μέσων.

  • Η σπουδαία ηθοποιός Αμαλία Μουτούση (Υζέ) υπέπεσε σε δύο ερμηνευτικά λάθη για τα οποία θεωρώ υπαίτιο τον σκηνοθέτη. Σχεδίασε στις πρώτες πράξεις μια Υζέ αφελώς παιδιάστικη, πεισματάρα και σνομπ (πράγμα που δεν είναι) και το βιολοντσέλο έπαιξε σε ψηλές νότες μαντολίνου, φωνητικές περιοχές που δεν είχε ποτέ έως τώρα χρησιμοποιήσει. Είναι κρίμα διότι στις σιωπές της, κυρίως στη δύσκολη τρίτη πράξη, ήταν συνταρακτική. Παρ΄ όλη αυτήν την αντίρρηση, η παράσταση είναι σεβαστική στον ποιητή και αισθητικά ισορροπημένη.