Παραστάσεις του ΚΘΒΕ

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 16 Φλεβάρη 2011
«Ο κύριος Πούντιλα και ο δούλος του ο Μάττι»
G.
Το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος προσελκύει περισσότερους θεατρόφιλους, σύμφωνα με στοιχεία για τον αριθμό των θεατών τους δύο τελευταίους μήνες, στις πέντε μέχρι τώρα παραγωγές του. Μια «απόδειξη» της αύξησης του κοινού ήταν οι κατάμεστες αίθουσες στις παρακάτω παραστάσεις, που, με πρόσκληση του ΚΘΒΕ, είδε η υπογράφουσα τη στήλη.
  • «Ο κύριος Πούντιλα και ο δούλος του ο Μάττι», στο θέατρο της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών

Πρόσφυγας στη Φινλανδία, το 1940, φιλοξενούμενος της ποιήτριας Χέλλα Βουολιγιόκι, ο Μπρεχτ έγραψε το καθαρά ταξικού περιεχομένου έργο του «Ο κύριος Πούντιλα και δούλος του ο Μάττι», ορμώμενος από μια μισοτελειωμένη, λαϊκόμορφη φαρσοκωμωδία της οικοδέσποινας, για έναν «τζέντελμαν» που μπήκε στην υπηρεσία ενός πλούσιου μέθυσου, μόνο και μόνο επειδή του άρεσε η κόρη του. Ο Μπρεχτ, παρατηρώντας τη βασανισμένη ζωή αλλά και τις παραδόσεις της φινλανδικής φτωχολογιάς – εργατικής και αγροτικής – και θεωρώντας το είδος που χαρακτηριζόταν ως «λαϊκό έργο», όπως και την επηρεασμένη από αυτό επιθεώρηση «χοντροκομμένο και ευτελές θέατρο», γιατί «έτσι το θέλουν ορισμένα καθεστώτα για τους λαούς τους», βάσει του μύθου της Βουολιγιόκι, έγραψε ένα έργο διαφορετικού θεματολογικά και μορφολογικά λαϊκού θεάτρου. Στόχος του ήταν να συνειδητοποιήσουν οι λαϊκές μάζες την άγρια εκμετάλλευσή τους και να μην ξεγελιούνται από τυχόν «ανθρώπινες» στιγμές των εκμεταλλευτών τους. Ο μπρεχτικός Πούντιλα, κάτοχος τεραστίων αγροτικών και δασικών εκτάσεων, μεγαλέμπορος ξυλείας, ξέρει πόσο πολύ χρήσιμος θα είναι για τα συμφέροντά του ένας ικανός και με «πνευματική υπεροχή» (όπως τον έπλασε και τον χαρακτηρίζει ο Μπρεχτ) «υπηρέτης», όπως ο οδηγός Μάττι. Χρήσιμος, κι όταν ξεμέθυστος ο Πούντιλα αποδείχνεται αδυσώπητα εκμεταλλευτής, κι όταν μεθυσμένος φέρεται πιο «ανθρώπινα». Λ.χ. τάζει δουλειά σε πεινασμένους εργάτες και ξεμέθυστος τους πετά στο δρόμο. Αρραβωνιάζεται φτωχές κοπέλες και μετά τις διαολοστέλνει. Προτιμά τον Μάττι για άντρα της κόρης του, αλλά τη δίνει στον γελοιοδέστατο προικοθήρα διπλωμάτη. «Στις ψυχές των ανθρώπων παραμένουν για πολύ καιρό τα κατάλοιπα από περασμένες εποχές», γράφει ο Μπρεχτ, εξηγώντας τις αντιφάσεις και του Μάττι. Ο Μάττι ξέρει την ταξική του θέση, αλλά από ανάγκη για μια σίγουρη και αξιοπρεπή δουλειά, υποστέλλει την εργατική του συνείδηση, υπηρετεί την «ταξική ειρήνη» που επιδιώκει ο Πούντιλα, τις εντολές και τις μεθυσμένες κουβέντες του, μέχρις ότου από την αηδία και τον κίνδυνο να διωχθεί, όπως ο «κόκκινος» εργάτης Σούρκαλα – όπως προτείνουν ο αρχιδικαστής, ο δικηγόρος και ο πάστορας – υποτελείς κι αυτοί της εξουσίας του κεφαλαιοκράτη «αφέντη», συνειδητοποιεί ότι πρέπει να πάψει να υπηρετεί τον Πούντιλα, ακόμα κι αν η ζωή του γίνει δυσκολότερη. Το έργο, σε καίρια νοηματικά και εμβελή γλωσσικά μετάφραση του Οσυσσέα Νικάκη (στα τραγούδια παρατηρούνται στιχουργικές αδυναμίες), με εξαιρετικής αισθητικής και λειτουργικότητας σκηνικό και κοστούμια του Κώστα Παππά, με «εύφορη», αρμόζουσα στο μπρεχτικό ήθος, μελωποίηση των τραγουδιών – ιδιαιτέρως του τραγουδιού του Σούρκουλα και του φινάλε – από τον Διονύση Τσακνή, και φωτισμούς του Στέλιου Τζολόπουλου, χάρη στη μεγάλη υποκριτική αλλά και σκηνοθετική πείρα, στο πνευματώδες χιούμορ, το λαϊκό αισθητήριο και προπαντός στην ιδεολογική συμφωνία του Κώστα Καζάκου με τον Μπρεχτ, υπηρετείται απόλυτα. Ο Κ. Καζάκος, έχοντας μελετήσει τα σχετικά με το έργο κείμενα του Μπρεχτ, σκηνοθέτησε μια χυμώδη, υψηλής αισθητικής, καυστικού χιούμορ και δραστικού μηνύματος παράσταση λαϊκού θεάτρου, με την ομόψυχη υποκριτική «κατάθεση» όλων των ηθοποιών. Υποκριτικά επιτεύγματα της παράστασης είναι οι εξαιρετικές (απολύτως βασισμένες στις οδηγίες του Μπρεχτ, οδηγίες στις οποίες ο χώρος δεν επιτρέπει να αναφερθούμε) ερμηνείες του Κώστα Καζάκου (Πούντιλα) και του Θόδωρου Γράμψα (Μάττι). Από το καλό ερμηνευτικό σύνολο ξεχωρίζουν οι Γιώργος Καύκας, Δημήτρης Κολοβός, Αλέξανδρος Μούκανος, Νίκος Μόσχοβος, Γιάννης Τσάτσαρης, Ροζαλία Μιχαλοπούλου.

  • «Λωξάντρα» στο «Βασιλικό Θέατρο»
«Λωξάντρα»

Η θεατρική διασκευή μυθιστορημάτων, περισσότερο απ’ ό,τι η σεναριακή κινηματογραφική και τηλεοπτική μεταφορά τους είναι πολύ δύσκολη υπόθεση, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για μυθιστορήματα που γνώρισαν μεγάλη αναγνωστική επιτυχία, όπως η «Λωξάντρα» της Μαρίας Ιορδανίδου (βιωματικό εν πολλοίς μυθιστόρημα – βιογραφία της πολυμελούς οικογένειας της Κωνσταντινουπολίτισσας γιαγιάς της) και ακόμα δυσκολότερη αν της θεατρικής διασκευής προηγείται και μια επίσης πολύ επιτυχής τηλεοπτική μεταφορά του ίδιου μυθιστορήματος. Αντιμέτωπος με αυτά τα συγκριτικά «προηγούμενα», ο καταξιωμένος δραματουργός Ακης Δήμου, κατάφερε να μεταποιήσει θεατρικά, να συμπυκνώσει την πολυπρόσωπη και χρονο-χωρικά εκτενή, υπό το φόντο και δραματικών ιστορικών γεγονότων, εξέλιξη του μυθιστορήματος, να αποδώσει την πολιτισμική «κουλτούρα», τις κοινωνικές και ιδεολογικές αντιλήψεις, τα γούστα, τις συμπεριφορές, την ταξική διάρθρωση του μικρασιατικού ελληνισμού, με επίκεντρο την πληθωρικά ζωική, θηλυκή, χαριτωμένη, λαλέουσας γλώσσας, αγράμματη αλλά και πανέξυπνη, δυναμική αλλά και βαθύτατα ευαίσθητη, καλόψυχη και αλληλέγγυα στα πάθη και στις ανάγκες του κάθε ανθρώπου, Λωξάντρα. Μια θυμόσοφη, υπέροχη γυναίκα του λαού, μια γυναίκα και μάνα – «άλας της γης», που «γευόταν» όλες τις ομορφιές, τις χαρές και τις λύπες της καθημερινότητας, που χαιρόταν τους ζωντανούς και αγαπούσε τους πεθαμένους της, που δίδασκε τι θα πει ζωή. Ο Σωτήρης Χατζάκης σκηνοθέτησε μια πολύ ευφρόσυνη, λαϊκού ήθους παράσταση, με τη σκηνογραφική και ενδυματολογική συμβολή της Ερσης Δρίνη, εμπλουτισμένη με χορούς (χορογραφία Γιώργος Λυκεσάς) και υπέροχα τραγούδια – «κειμήλια» της ελληνικής μικρασιατικής μουσικής παράδοσης (μουσική επιμέλεια Φωτεινής Μπαξεβάνη), σε εξαιρετική, επί σκηνής, εκτέλεση από το εξαμελές μουσικό συγκρότημα «Λωξάντρα». Μέσα στην ομόψυχη υποκριτική «κατάθεση» όλων των ηθοποιών (συνολικά 24, σε δύο και τρεις ρόλους οι περισσότεροι) «λάμπει» η άμεση, φυσική, λαϊκού αισθήματος, πληθωρικού χιούμορ αλλά και δραματικού μέτρου ερμηνεία της Φωτεινής Μπαξεβάνη (Λωξάντρα). Ιδιαίτερα αξιοσημείωτες είναι οι ερμηνείες των Λίλιαν Παλάντζα, Χρήστου Νίνη, Μιχάλη Γούναρη, Αννέτας Κορτσαρίδου, Γιάννη Σαμσιάρη, Ιωάννας Παγιατάκη, Νίκου Μαγδαληνού.

  • «Το όνειρο του Χάιμε» με την Πειραματική Σκηνή στη «Μονή Λαζαριστών»
«Το όνειρο του Χάιμε»

Η εμφάνιση κάθε νέου Ελληνα θεατρικού συγγραφέα πρέπει να χαιρετίζεται, γιατί «γεννά» ελπίδες, ακόμα κι αν στο πρωτόλειο δραματουργικό εγχείρημά του παρατηρούνται αδυναμίες, όπως συμβαίνει με το έργο του νέου ηθοποιού Πάνου Μπρατάκου «Το όνειρο του Χάιμε». Ο Π. Μπρατάκος φιλοδόξησε να καταπιαστεί με ένα πολύ σοβαρό, περίπλοκο, πολύπλευρα δύσκολο θέμα. Τον απογαλακτισμό του παιδιού, το ξύπνημα της λίμπιτο, το πέρασμά του στην ενηλικίωση, τις φοβίες, τους εφιάλτες, τις φαντασιώσεις, τα «οιδιπόδεια συμπλέγματα», τις «αμαρτίες» των γονέων, τα τυχόν οικογενειακά δράματα και ψυχολογικά τραύματά του, τις επιρροές του έξω κόσμου – του κοινωνικού, φιλικού, σχολικού περιβάλλοντος. Καθώς παρθενογένεση δεν υπάρχει πουθενά και σε τίποτα, ο Π. Μπρατάκος προσέφυγε και ανέμειξε στη μυθοπλασία του διάφορα «δάνεια» (από το μυθικό Ορέστη μέχρι τον σαιξπηρικό Αμλετ, από την υπερβατική – φαντασιακή λογοτεχνία μέχρι τη φροϊδική θεωρία, από την «Αλίκη στην αυλή των θαυμάτων» μέχρι τα κόμικς και τα ηλεκτρονικά παιχνίδια). Βαρυσήμαντα τα «δάνεια », μοιάζουν υπέρβαρα και αταίριαστα στη μυθοπλασία του έργου. Το έργο αρχίζει και τελειώνει με την ταφή του πατέρα του έφηβου Χάιμε, με την όμορφη μητέρα του να παριστάνει τη «θρηνούσα» στην αγκαλιά ενός οικογενειακού φίλου, πατέρα του επίσης εφήβου και «κολλητού» φίλου του Χάιμε, Λαρς. Ο θάνατος του γονιού φουντώνει τον οιδιπόδειο ερωτισμό του Χάιμε για τη μητέρα του, αλλά και τις εφιαλτικές φαντασιώσεις του για τη «μοιχεία» της με τον υποκριτή και βίαιο πατέρα του Λαρς και φουντώνει τόσο που πραγματικότητα και φαντασία μπλέκονται τόσο πολύ ώστε η μυθοπλασία να μπερδεύει τι είναι σοβαρό και τι φαιδρό, τι δραματικό και τι κωμικό, τι ουσιώδες και τι ανούσιο, πού να επικεντρώσει και πού να καταλήξει. Η σκηνοθεσία του Γιάννη Ρήγα με ευρηματικά «παίγνια» στήριξε – κατά το δυνατόν – το έργο, με συνεργάτες τους Πένυ Ντάνη (σκηνικό), Χρήστο Μπρούφα (κοστούμια), Γιώργο Χριστιανάκη (μουσική), Γρηγόρη Καραντινάκη (φωτισμοί). Ελπιδοφόροι υποκριτικά είναι οι νέοι ηθοποιοί Γιάννης Καραούλης (Χάιμε) και Γιάννης Τσιακμάκης (Λαρς). Αξιες αναφοράς είναι και οι ερμηνείες των Μιχάλη Σιώνα (εκφραστικότατα μεταμορφώσιμος ηθοποιός), Δημήτρη Διακοσάββα, Πάολας Μυλωνά, Βιργινίας Ταμπαροπούλου και Κωνσταντίνου Χατζησάββα.

Νοσταλγία τυλιγμένη σε σύγχρονο σελοφάν

  • «Βαβυλωνία» του Βυζάντιου – σκηνοθεσία Δήμου Αβδελιώδη ΚΘΒΕ – Βασιλικό Θέατρο
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Ο νέος καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ Σωτήρης Χατζάκης φαίνεται ότι θέλησε να πιάσει τον μίτο του ελληνικού δραματολογίου από την αρχή, επιλέγοντας τη «Βαβυλωνία» για την έναρξη της φετινής περιόδου.

Οι ηθοποιοί είναι χαριτωμένοι, οι τύποι τους, όμως, παραμένουν θολοί και κρύοι

Οι ηθοποιοί είναι χαριτωμένοι, οι τύποι τους, όμως, παραμένουν θολοί και κρύοι

Ο συνδυασμός, μάλιστα, του δημοφιλούς έργου του Βυζάντιου με την ιδιαίτερη, λυρική ματιά του Δήμου Αβδελιώδη έμοιαζε να προσφέρει εξαρχής τη χρυσή τομή ανάμεσα σε ένα ρεπερτόριο κατάλληλο για τη βασιλική σκηνή της συμπρωτεύουσας και στο διακαές ζητούμενο της σκηνικής ανανέωσης, η οποία έδινε κάποτε, για όσους θυμούνται, στον κρατικό οργανισμό της συμπρωτεύουσας την ξεχωριστή του ταυτότητα.

Η «Βαβυλωνία» παραμένει πάντα το κοκόρι, που λαλεί στα θεμέλια του θεάτρου μας. Εργο ανώριμο και κακότεχνο, αντι-ακαδημαϊκό και αντι-λόγιο, κόντρα στην ορθότητα μιας «εθνικής δραματουργίας». Κι όμως, λειτουργεί ακόμα ερεθιστικά στην απόδοσή του, διεγερτικά στο γέλιο του, σαρκαστικά στην αυτοσυνειδησία του. Στο επαναστατημένο Ανάπλι επτά τύποι-τόποι μιας ανιστορικής συνείδησης του έθνους συναντιούνται για να γιορτάσουν τη νίκη της συμμαχικής αρμάδας στο Ναυαρίνο. Το έθνος έχει λοιπόν σωθεί, έστω και με την έξωθεν επέμβαση των προστατών -εμπρός να ανακαλύψουμε τους υπηκόους του! Το οποίο φαίνεται ότι αποτελεί ακόμα στο Ανάπλι κάτι εσωτερικό και παρορμητικό, που ενώνει τα διαφορετικά ιδιώματα και κατά βάθος κόσμους του ελληνισμού σε μια υπερατομική και υπερτοπική σύνθεση.

Ο Βυζάντιος γράφει ένα χρονογράφημα σε διάλογο άτσαλο και άτεχνο, το προικίζει όμως με τη χαρά ενός νιόβγαλτου έθνους που ανακαλύπτει με τις αισθήσεις το σώμα του. Ασφαλώς έθνος άγνωρο ακόμη από τη φορεσιά του μεγάλου προγόνου, που θα του ανατεθεί επισήμως. Τώρα όμως, το 1827, σε μια λοκάντα του Ναυπλίου επτά αληθινοί πρόγονοί του πίνουν, μιλούν, τσακώνονται και φιλιώνουν με την αυθορμησία μιας γιορτής που ακόμα δεν έχει αποκτήσει όνομα ή επέτειο.

Και μια ένθετη παρατήρηση: σε αυτό το έθνος, στην καταστατική του αυθόρμητη και ριζωμένη σύναξη, συμμετέχουν γωνιές του Ελληνισμού, που απουσιάζουν σήμερα από το χάρτη της επικράτειας. Λείπουν αντίθετα άλλες, που σήμερα θεωρούνται δεδομένες. Το έθνος πατούσε τότε περισσότερο στην ουτοπία παρά σε χάρτες. Και ήταν ανοικτό και απλό: Ελληνας είναι όποιος γιορτάζει σήμερα μαζί μας στο Ανάπλι.

Ο Δήμος Αβδελιώδης στρέφεται στη μέθεξη και τα προβλήματα της «Βαβυλωνίας» με τη γνωστή σκηνική γλώσσα που ασκεί, βαθαίνει και εμπλουτίζει εδώ και δέκα πλέον χρόνια. Στον νου του πάντα βρίσκεται το θέατρο σκιών και ο Καραγκιόζης, σαν φόρμα έκφρασης και αποτύπωσης του εθνικού ασυνειδήτου. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η ενδιαφέρουσα από κάθε άποψη έρευνα βρίσκεται στον δρόμο πολύ καιρό. Στην ουσία ο Αβδελιώδης πιστεύει σε ένα ολικό θέατρο (πράγμα που μαρτυρά ότι έχει υπογράψει διασκευή, σκηνοθεσία, σκηνικό χώρο, φωτισμούς και χορογραφία), του λείπουν όμως ο σταθερός χώρος και ο θίασος που θα ακολουθήσει τις επιλογές του, ασκούμενος διαρκώς σε αυτές. Τώρα το θέατρό του θυμίζει, παραπέμπει, ανακαλεί: δεν δημιουργεί στην πραγματικότητα τίποτα σταθερότερο από μια νοσταλγία περιτυλιγμένη σε σύγχρονο σελοφάν.

Ιδού λοιπόν η αντίφαση: Βυθισμένη στην ημιτελή πρότασή της η παράσταση έμοιαζε σοβαροφανής και λόγια. Εμοιαζε «έντεχνη». Απουσίαζε ακόμη φανερά από αυτήν η σπουδή της ορθοφωνίας: εδώ πρόσωπα σύγχρονα και δεν καταλαβαίνονται μεταξύ τους, τι κάνει τον σκηνοθέτη να πιστεύει πως τους καταλαβαίνουμε εμείς; Στη «Βαβυλωνία» η ασυνεννοησία αποτελεί πρόβλημα του έργου, όχι της παράστασης. Οι ηθοποιοί είναι χαριτωμένοι, οι τύποι τους όμως παραμένουν θολοί και κρύοι. Ο Χρίστος Νταρακτσής και ο Νίκος Καπέλιος οι μόνοι ίσως που διακρίνονται από το σύνολο. *

* «Rock Story» της Λείας Βιτάλη, ΚΘΒΕ – Μονή Λαζαριστών

  • Δεν είναι ροκ, είναι μελό
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 11 Απριλίου 2009
  • Ασφαλώς κάτι άλλο είχα στο νου του όταν επισκέφτηκα τη Μονή Λαζαριστών για να παρακολουθήσω το «Rock Story» της Λείας Βιτάλη. Η συγγραφέας έχει δώσει αξιόλογα μέχρι σήμερα δείγματα γραφής, κινούμενη κυρίως σε θέματα κοινωνικής αιχμής και σχέσης των δύο φύλων. Για κάποιο λόγο θέλησε να στραφεί αυτή τη φορά στο ολισθηρό είδος της βιογραφίας και μάλιστα στην πιο αφηρημένη, υπαρξιακή εκδοχή της.

Σκηνή από την παράσταση που σκηνοθέτησε ο Πέτρος Ζούλιας

Σκηνή από την παράσταση που σκηνοθέτησε ο Πέτρος Ζούλιας

  • Το έργο περιγράφει την ιστορία ενός ανήσυχου Ελληνα αστέρα της ροκ σκηνής, με προβληματική οικογένεια, που καταλήγει στον κόσμο των ναρκωτικών. Παρά τις διαβεβαιώσεις της συγγραφέα στο πρόγραμμα της παράστασης ότι δεν είχε κανένα συγκεκριμένο πρόσωπο κατά νου όταν έγραφε το έργο, όλα συγκλίνουν ότι πρόκειται για τον Παύλο Σιδηρόπουλο. Ο βασικός ήρωας της Βιτάλη παραπέμπει με τόση ευθύτητα στη μορφή του αδικοχαμένου ρομαντικού της ελληνικής μεταπολίτευσης, ώστε η όποια απόκρυψη μοιάζει με επιτήδευση. Η διάθεση εξάλλου κάλυψης της ταυτότητας είναι για τη διεθνή σκηνή πια μια αφόρητη μπαναλιτέ.
  • Μακάρι όμως το πρόβλημα να ήταν αυτό: ήδη από την πρώτη μισή ώρα είναι φανερό ότι το «Rock Story» αδυνατεί να εκπληρώσει τις στοιχειώδεις έστω απαιτήσεις μιας δραματικής εξιστόρησης. Κατάσπαρτο καθώς είναι με τραγούδια της ελληνικής ροκ, μοιάζει περισσότερο με πρόγραμμα μουσικής σκηνής παρά θεάτρου. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για συρραφή πρόχειρων σκετς από τη ζωή κάποιου ροκ αισθηματία, που δίνουν τη βάση για να ακουστούν ζωντανά χρυσές επιτυχίες της εποχής.
  • Προσωπικά βρίσκω το όλο πράγμα ανιαρό. Και φοβάμαι ότι γίνεται κάποια στιγμή και κακόγουστο. Δεν πιστεύω όμως ότι ευθύνεται μόνο ο σκηνοθέτης Πέτρος Ζούλιας. Η κεντρική ιδέα ενός νέου τροβαδούρου με πέτσινα παντελόνια που τρικλίζει στη σκηνή εν μέσω ενός Χορού από ροκ Ερινύες είναι ιδέα από μόνη της καταδικασμένη. Ιδιαίτερα όταν η συγγραφέας, στην προσπάθειά της να δώσει στο έργο της και κάποια ψυχολογική συνέπεια, εναποθέτει μεγάλο μέρος της εξέλιξής του στο πρόσωπο της μητέρας του τραγουδιστή. Η μητέρα αυτή με την υπερβολική αγάπη και την αρρωστημένη εμμονή στο γιο της ευθύνεται, λέει η Βιτάλη, για την ανικανότητα του τελευταίου, πρώτον, να ανεξαρτητοποιηθεί και, δεύτερον, να βρει την αληθινή αγάπη στο πρόσωπο της κοπέλας του. Και όταν αυτός προσπαθήσει να απελευθερωθεί από τα μουσικά, οιδιπόδεια, χημικά και όποια άλλα δεσμά του , η μητέρα-αράχνη θα επέμβει και πάλι.
  • Ολα είναι πολύ εύκολα, πολύ αναμενόμενα και πολύ μελοδραματικά. Η εξέγερση της ροκ περνά μέσα από το σιγαστήρα μιας αμφίβολης κοινωνιστικής άποψης και η κριτική στο κατεστημένο εκπίπτει τελικά σε φροϊδικό δράμα. Φυσικά και ο Σιδηρόπουλος, ο όποιος Σιδηρόπουλος, δεν ήταν το καλό παιδί που πήρε τον κακό δρόμο από ατυχία, αδυναμία ή ό,τι άλλο. Το «Rock Story» της Βιτάλη αποκτά ύστερα από λίγο τη γλυκερή γεύση της σαπουνόπερας, έστω και με την υπόκρουση μεταλλικής κιθάρας.
  • Οι τελευταίοι πάντως που ευθύνονται για την αποτυχία είναι οι ηθοποιοί. Ποιος θα μπορούσε να ερμηνεύσει με πειστικότητα αυτούς τους διαλόγους; Ο Λεό του Μαρίνου Δεσύλλα είναι ίσως ο πιο φλύαρος ροκ σταρ που ανέβηκε στη σκηνή. Και η ερμηνεία της Αννας Φόνσου στο ρόλο της μητέρας του θα πρέπει γρήγορα να ξεχαστεί. Η Μαρκέλλα-Νεφέλη Δουζενάκη, η Δήμητρα Λαρεντζάκη, η Ιωάννα Παγιατάκη, ο Βασίλης Σπυρόπουλος και η Χρύσα Ιωαννίδου συμπληρώνουν τη μοιραία διανομή. Ατυχής στιγμή για το Κρατικό, τη συγγραφέα και το ελληνικό ροκ. *

* «Ο κύκλος με την κιμωλία στον Καύκασο» ΚΘΒΕ – Μονή Λαζαριστών

του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Ακόμα ένας Μπρεχτ στο θέατρό μας -και μάλιστα σε δύσκολους καιρούς. Το ΚΘΒΕ παίρνει αυτή τη φορά το ρίσκο -ο Μπρεχτ είναι πάντα ρίσκο- και ανεβάζει τον «Κύκλο με την κιμωλία», έργο δηλαδή με ιδιαίτερη βαρύτητα στον διάλογο με τον συγγραφέα και την παρακαταθήκη του. Είναι ζήτημα αν τον Μπρεχτ τον κατακτήσαμε πότε στην ολότητά του -όπως, ας πούμε, κατακτήσαμε τον Λόρκα-, είναι πάντως αδιαμφισβήτητο ότι λίγοι άλλοι συγγραφείς μάς προβλημάτισαν τόσο, σήκωσαν μεταξύ μας τέτοια αντιπαράθεση, παρήγαγαν τόσο πλατιά συζήτηση στους κύκλους των διανοουμένων μας.

Γεγονός είναι πως ο άνθρωπος από τους μέλανες δρυμούς αιωρείται ακόμα πάνω από τη σκηνή μας σαν γοητευτικό αίνιγμα. Είναι αυτό η ευλογία και η κατάρα του. Κάθε φορά που βλέπουμε Μπρεχτ, εξετάζουμε εκ νέου τον παλιό διάλογο με την πολιτική μας θέση, τις θεωρητικές μας προτάσεις, τις έλλογες διαπιστώσεις μας: με άλλα λόγια, το επικό του θέατρο κινδυνεύει από κάποια στιγμή και μετά να γίνει εντός μας υπερ-επικό. Λησμονούμε έτσι πως αν βλέπουμε ακόμα έργα σαν τον «Κύκλο», είναι γιατί ο Μπρεχτ δημιούργησε πριν από όλα ένα σπουδαίο θέατρο.

Νομίζω όμως ότι τώρα πια, ύστερα από τόσες συζητήσεις γύρω από τον Μπρεχτ, είμαστε ίσως σε θέση να χαρούμε με τον Μπρεχτ. Ο Σωτήρης Χατζάκης, στον οποίο πέφτει το βάρος της διδασκαλίας, είχε όλα τα εχέγγυα για μια ώριμη προσέγγιση: διαπιστωμένη αντίληψη για το μπρεχτικό θεατρικό συμβάν, ύφος και, βέβαια, αρκετή εμπειρία για να αποφύγει το ολίσθημα της λογιοσύνης.

Ετσι, ο Χατζάκης μπόρεσε να δει τον «Κύκλο» σαν αυτό που, κατ’ αρχήν, είναι: σαν παραμύθι ανοιχτό στα ρεύματα των εποχών και στις ερμηνείες του μέλλοντος. Είδε στο κέντρο το πανάρχαιο ερώτημα: ποια είναι επικρατέστερη, η φύση ή η πράξη του ανθρώπου; Ακόμα και το πιο αδιαφιλονίκητο φυσικό δικαίωμα, ακόμα και η πιο κρατούσα κατοχή, η σχέση μάνας και παιδιού, λέει ο Μπρεχτ, είναι και αυτή σχέση που κατακτιέται και χτίζεται με τη θυσία και τον αγώνα. Αν πειστούμε πάνω σε αυτό, τότε καμιά ιδιοκτησία δεν θα μας φαίνεται πλέον «φυσική».

Εμφανίζεται όμως και εδώ, για ακόμη μια φορά, το πρόβλημα της μεγάλης σκηνής. Το έχουμε ξαναπεί: ακόμα και έμπειροι σκηνοθέτες μας δυσκολεύονται να λειτουργήσουν σε μεγάλες διαστάσεις. Το μικρό κυκλικό πατάρι που έχει τοποθετήσει στο κέντρο του θεάτρου ο Χατζάκης, πέρα από τις θεωρητικές ερμηνείες που σηκώνουν από μόνες τους συζήτηση, κάνει φανερό πως ο ίδιος θα ένιωθε άνετα σε κάποια μικρότερη σκηνή. Τώρα υπάρχει η αίσθηση ότι κάτι μένει άδειο και κούφιο, πως μετεωρίζεται χωρίς στήριγμα.

Δεν ακυρώνουν οι παρατηρήσεις αυτές την παράσταση, την εμποδίζουν όμως να απογειωθεί. Η Ταμίλα Κουλίεβα είναι ηθοποιός εγγύτητας. Δυσκολεύομαι να αισθανθώ την ερμηνεία της σαν Γρούσα στο πλατύ θέατρο. Χωρίς να αφήνει ιδιαίτερη αίσθηση περνά από δίπλα της και ο Σίμων του Μάνου Παπαγιάννη και οι περισσότεροι από τους άλλους ηθοποιούς.

Και τότε, πάνω στην ώρα, εμφανίζεται ο Αζτάκ του Κώστα Σαντά. Ναι, έχει μανιέρα. Εχει όμως προσωπικότητα -και έχει, όπως πάντα, τρομερό γκελ. Ξυπνάει με μιας το κοινό και κουρδίζει μια παράσταση που βαραίνει από επεισόδιο σε επεισόδιο.

Η μουσική της Σαβίνας Γιαννάτου υποστηρίζει τα δρώμενα, αλλά δεν εντυπωσιάζει -είναι άλλωστε τέτοια η μουσική που έχει εμπνεύσει κατά καιρούς ο Μπρεχτ! *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 10/01/2009

* «Ελένη» ΚΘΒΕ-Νεανική Σκηνή Μονή Λαζαριστών

του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
Περιμένουμε με ενδιαφέρον τα αποτελέσματα της νεοϊδρυθείσας «Νεανικής Σκηνής» στη Θεσσαλονίκη, την προσπάθεια του κρατικού θεάτρου να πλησιάσει το νεανικό κοινό και τους εφήβους της πόλης. Το ενδιαφέρον μας δεν αφορά μόνο το βασικό ερώτημα, την προσέλευση, δηλαδή, των νέων. Αφορά ακόμη τη μέθοδο αισθητικής και παιδαγωγικής προσέγγισης αυτού του τόσο ιδιόμορφου και ακριβοθώρητου κόσμου.

Ο Χορός, άρτια διδαγμένος, αν και δεν θυμίζει πολύ Σπαρτιάτισσες, μαγεύει με τη χάρη και τη δροσιά του

Η προσπάθεια θέλει κουράγιο και επιμονή και επιβάλλει τη συνεργασία ανθρώπων του θεάτρου με ειδικούς παιδαγωγούς και ψυχολόγους. Γιατί, αν στο παιδικό θέατρο τους θεατές τούς φέρνουν οι γονείς τους, σε αυτό το θέατρο τους 15άρηδες και 16άρηδες ποιος και τι θα τους φέρει; Και τι ακριβώς πρόκειται να τους πει;

Η αλήθεια είναι πως η σχέση σχολείου και αρχαίου θεάτρου είναι μια παλιά και πονεμένη ιστορία. Εδώ, όμως, στην «Ελένη» της Μονής Λαζαριστών, στη θέση της άκαμπτης προτομής των αρχαίων προγόνων έχουμε μια σοβαρή όσο και ταιριαστά ανάλαφρη πρόταση, που νέα καθώς είναι η ίδια, θέλει να απευθύνεται σε νέους.

Το έργο του Ευριπίδη προσφέρεται ακριβώς γι’ αυτό. Οχι βέβαια γιατί το ίδιο διδάσκεται στη μέση εκπαίδευση -αυτό ακούγεται σαν αποτροπή- αλλά γιατί η παράσταση του ΚΘΒΕ αντλεί από αυτό ένα βασικό ζήτημα της εφηβείας: Η «Ελένη» έχει σχολιαστεί εκτενώς ως δράμα του φαινομενικού και ως κοινός τόπος της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Εδώ, όμως, οι στόχοι είναι περισσότερο συγκεκριμένοι. Αφορούν την αντίθεση που ενυπάρχει στο έργο ανάμεσα στο ποια αληθινά είναι η Ελένη και στο τι πιστεύουν οι άλλοι γι’ αυτήν. Πρόκειται για αντίθεση που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τους νέους, καθώς οι ίδιοι συγκροτούν την εσωτερική τους εικόνα, σε σχέση ή αντιπαράθεση με το τι περιμένουν από αυτούς οι γονείς και ο περίγυρος.

Γύρω από αυτό το ζήτημα, ο σκηνοθέτης Γιάννης Παρασκευόπουλος δημιουργεί ένα θέατρο χειροποίητο και χειροπιαστό, το οποίο ξεχύνεται στην πλατεία και την κατακλύζει με την ενέργειά του. Και αν είναι αλήθεια ότι το έργο δείχνει να του ξεφεύγει κάποια στιγμή από τα χέρια, όταν στην πορεία αποκτά σύνθετο ύφος και μια βαθύτερη ειρωνική διάσταση, η πρότασή του έχει προλάβει στο μεταξύ να κερδίσει την προσοχή σαν σύγχρονη, φρέσκια ματιά στο τοπίο του αρχαίου δράματος.

Μεγάλο μερίδιο της επιτυχίας ανήκει στους ηθοποιούς, οι οποίοι, απαλλαγμένοι από τα βαρίδια της «ορθής ερμηνείας», δίνουν στο κείμενο τη ζωή και το νόημα της δικής τους νεότητας. Στη μέση όλων στέκεται, βέβαια, η Ελένη της Αμαλίας Τσεκούρα. Η ερμηνεία της ανεβάζει τον πήχυ ψηλά και δείχνει ότι η νέα ηθοποιός έχει στόφα για μεγάλο θέατρο. Μοιράζεται ένα καθαρό και συμπαγές ερμηνευτικό ύφος με τον επίσης καλό Μενέλαο του Χρίστου Στυλιανού.

Ενας άρτια διδαγμένος Χορός από χαρίεσσες κοπελίτσες (όχι και πολύ Σπαρτιάτισσες εντούτοις…) εμφανίζεται στη σκηνή, βγαλμένος κατευθείαν από τον κόσμο του ρομάντζου και της τηλεοπτικής σαπουνόπερας· μαγεύεται από τον μελοδραματικό τόνο της «Ελένης» και, παρά τις όποιες δραματολογικές αντιρρήσεις μας, μαγεύει και ο ίδιος με τη χάρη και τη δροσιά του. Τα κοστούμια της Σοφίας Παπαδοπούλου ακολουθούν την αδρή φαντασία των νέων. Και η μετάφραση της Σοφίας Νικολαΐδου διαθέτει ειρμό και βαθιά μουσικότητα. *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 10/01/2009