«Καθαρτήριο» του Ρομέο Καστελούτσι Ελληνικό Φεστιβάλ

  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 27 Ιουνίου 2009

  • Το δέος του αριστουργήματος

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Μετά την αινιγματική κατάδυση στην «Κόλαση» και τη διαλεκτική του φωτός στον εικαστικό «Παράδεισο», το τρίτο μέρος της «Θείας Κωμωδίας» του Καστελούτσι στρέφεται στο «Καθαρτήριο».

Η μετάβαση, κατά τον Καστελούτσι, στη σωτηρία παραμένει μια ανοικτή πόρτα της ψυχής

Η μετάβαση, κατά τον Καστελούτσι, στη σωτηρία παραμένει μια ανοικτή πόρτα της ψυχής

Σε αυτό ειδικά, οι όποιες αντιρρήσεις σχετικά με το μέγεθος του Ιταλού σκηνοθέτη σιγούν μονομιάς. Μπροστά στο κοινό απλώνεται ένας αλλόκοτος γρίφος, ένα θέαμα που κλείνει μέσα του την πνοή και το δέος του αριστουργήματος.

Η ίδια η δομική διάταξη των τριών μερών προειδοποιούσε άλλωστε εξαρχής ότι το βάρος πέφτει στον μεταβατικό εκείνο χώρο όπου ο καλλιτέχνης αποκτά τις διαστάσεις του ποιητή και προφήτη. Και είναι αλήθεια ότι πολλοί θεατές εξήλθαν από το «Καθαρτήριο» νιώθοντας καθαρμένοι από τη θέαση μιας αλλόκοτης, ωμής όσο και εφιαλτικής ομορφιάς, σημαντικότερης και εκτενέστερης από το περιεχόμενό της.

Ακόμη μια φορά ωστόσο χρειάζεται να επαναλάβουμε πως στο έργο του Καστελούτσι οι ερμηνείες δεν περισσεύουν αλλά έπονται. Προτάσσεται το βίωμα που ανακαλείται από τα βαθύτερα στρώματα της συνείδησης, από εκεί όπου νόηση και αίσθηση διακρίνονται με λεπτό και διαφανές παραπέτασμα. Το συνολικό νόημα μιας αποκαλυπτικής εμπειρίας θρησκευτικού τύπου έρχεται με την επίκληση του συνειρμού, του πλέγματος που συγκρατεί τις ασυνάρτητες και διάσπαρτες εικόνες του ονείρου.

«Μπορείτε να δείτε», μας έλεγε ο Καστελούτσι στη συζήτηση στο Μέγαρο, που τη συντόνισε η θεατρολόγος Κάτια Αρφαρά, «το Καθαρτήριο σαν φροϊδικό, συμβολικό ή μεταφυσικό έργο. Προτιμώ, προσωπικά, τη θεολογική διάσταση». Ο Καστελούτσι θα πρέπει να εννοεί την αφήγηση μιας παραβολής που κινείται από το απόλυτο λάθος στην υπέρβασή του, μέσα από την άλογη πράξη της μετάνοιας και της συγχώρεσης. Σε ένα αστικό σαλόνι -από μόνο του θαύμα φορμαλιστικής εντέλειας όσο και αναγωγής της κοινοτοπίας σε χώρο μεταφυσικού μαρτυρίου- παρακολουθούμε την επιστροφή του Πατέρα στον Οίκο του. Παρουσιάζεται μπροστά μας μια αληθινή σπουδή της μπαναλιτέ: μια μητέρα πλένει πιάτα, ένα παιδί περιμένει τον πατέρα μισό ανυπόμονο, μισό ανήσυχο. Ακολουθεί η συζήτηση μεταξύ των γονιών: η ασημαντότητα του διαλόγου τους υπογραμμίζεται με την προβολή σεναριακών οδηγιών στον τοίχο: μπροστά μας κτίζεται το σασπένς του αοράτου, η βουή από την επέλαση του Κακού.

Και ξαφνικά μέσα σ’ αυτό το ανιαρό σαλόνι του προτεσταντισμού ξεπροβάλλει η παρουσία ενός απόλυτου, «βιβλικού» παραπτώματος: αιμομιξία, παιδοφιλία, αποπλάνηση και σοδομισμός στη μία και αυτή σχέση πατέρα και γιου. Η ίδια η πράξη δεν φαίνεται, φτάνει όμως στη σκηνή κάθε της λεπτομέρεια, με τον ίδιο τρόπο που στην τραγική ορχήστρα του «Αγαμέμνονα» καταλήγει η φρίκη των θυέστειων δείπνων: θέλω να πω πως σε αυτή την αστική σκηνή φτάνει κάτι που η ίδια η σκηνή και η συνείδησή της αγωνίζονται να ελέγξουν: το ρίγος από το αντιφέγγισμα του δαίμονα.

Κι όμως, η συνέχεια στρέφεται στο φως του χριστιανικού ελέους. Μπροστά σ’ έναν πατέρα που τραυλίζει από τη συνειδητοποίηση της πράξης του, ο γιος προσφέρει τη συγχώρεση σαν αντίπραξη. Και αμέσως μετά, ο ίδιος, υπερμεγέθης, θα άρει τους σπασμούς του πατρός, δεχόμενος ο ίδιος τους σπασμούς του. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να «καταλάβουμε» τι συμβαίνει: αρκεί να πιστεύουμε ότι υπάρχει στον κόσμο μια δύναμη του Καλού, μια ενέργεια κάθαρσης, ένα καθαρτήριο ψυχών όπου το τραγικό της ανθρώπινης αμαρτίας αίρεται και καθαίρεται.

Ετσι, σαν μικρά παιδιά, μπορούμε να σταθούμε καθαροί πια στην υπέροχη από εικαστική και τεχνική άποψη κατακλείδα της παράστασης, μπροστά στο δέος του κόσμου και του κύκλου της ζωής, όπου με νέα θαύματα τα αιώνια τραύματα θεραπεύονται. Η μετάβαση, λέει ο Καστελούτσι, στη σωτηρία παραμένει μια ανοικτή πόρτα της ψυχής. Του οφείλουμε, νομίζω, πολλά γι’ αυτή την υπενθύμιση. *

Advertisements

«Κόλαση» Societas Raffaello Sanzio Ελληνικό Φεστιβάλ

  • Μια «Κόλαση» γεμάτη ευγένεια

  • *«Κόλαση» Societas Raffaello Sanzio Ελληνικό Φεστιβάλ
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 13 Ιουνίου 2009
  • Σαν έτοιμοι από καιρό υποδεχτήκαμε τον Ρομέο Καστελούτσι στην Αθήνα, με τον ενθουσιασμό εκείνων που νιώθουν ότι αποκτούν κάτι που τους οφείλεται.

Ο Καστελούτσι ανακαλύπτει στη δημιουργία τού Αντι Γουόρχολ το αιώνιο μέσα στο εφήμερο και του δίνει το ρόλο του δαντικού Βιργίλιου

Ο Καστελούτσι ανακαλύπτει στη δημιουργία τού Αντι Γουόρχολ το αιώνιο μέσα στο εφήμερο και του δίνει το ρόλο του δαντικού Βιργίλιου

Από τη δεκαετία του ’80 ο Ιταλός εικαστικός και σκηνοθέτης και οι συνεργάτες του καλλιεργούν ένα θέατρο που θα μπορούσε ίσως σε εμάς, τους γόνους της θέσης και άρσης του τραγικού, να λειτουργήσει με ανταποδοτικό τρόπο. Πρόκειται για ένα θέατρο κατ’ ουσίαν «παιδικό», συναισθησίας και ενόρασης, φιλοσοφίας και ποίησης. Θέατρο που κουβαλά τους γρίφους τής ύπαρξης κοιτώντας έκπληκτο το μεγάλο και μικρό σύμπαν του ανθρώπου. Που προσπαθεί να αισθανθεί και να μεταδώσει το αρχαίο ρίγος στις φλέβες της σύγχρονης πραγματικότητας.

Κι ωστόσο, δεν είναι θέατρο που ζητά να «δημιουργήσει» εμπειρίες. Μάλλον ζητά να ανακαλέσει απωθημένες και σκορπισμένες αναμνήσεις, να σπάσει μέσα μας την «παγωμένη θάλασσα» με την ενεργοποίηση εκείνου του λησμονημένου δέους και του θαύματος που είχε ο κόσμος πριν αποκτήσει τα μέσα όρια τού εγώ και τα έξω της γλώσσας. Αυτός ο ποιητής βρίσκει στη δαντική «Θεία Κωμωδία» την έμπνευση και το αίτιο της τέχνης του. Από το μεσαιωνικό κείμενο κρατά μόνο την αίσθηση της μοναχικής αποστολής, την εικόνα ενός ανθρώπου που επιχειρεί το ταξίδι προς τους νεκρούς και το φως από αγάπη και για την αγάπη.

Τον Καστελούτσι τον ενδιαφέρει η σχέση τής δημιουργίας του με τη χώρα που τη φιλοξενεί. Η «Θεία Κωμωδία» στην Πειραιώς πρέπει επομένως να θεωρηθεί σαν αναδημιουργία της παράστασης που παίχτηκε στους χώρους της Αβινιόν. Στην αποκαλυπτική κιόλας πρώτη σκηνή της «Κόλασης», ο Καστελούτσι, σαν ποιητής που στρέφεται ενάντια στον εαυτό του, αφήνεται να σπαραχτεί συμβολικά μπροστά μας (και ωστόσο, τόσο μόνος) από μολοσσούς. Τα φώτα έπειτα σβήνουν, και όταν ανάβουν στη σκηνή έχει μεταφερθεί μια φωτεινή κιβωτός: μέσα της παιδιά παίζουν με τα παιχνίδια τους, όταν το Κακό με τη μορφή ενός γιγάντιου μαύρου μπαλονιού γεμίζει απειλητικά τον κόσμο.

Στη σκηνή χύνεται το ποτάμι της ανθρώπινης ύλης. Φιγούρες μιας μελετημένης ενδυματολογικής πανδαισίας μεταφέρουν την ποικιλία και την αναγωγή της μάζας στην ιδέα του Ενός. Αυτός ο Ενας-οι πολλοί παρασύρονται από το ρεύμα του χρόνου, κτυπούν μάταια τον τοίχο της ύπαρξης, κολλούν το πρόσωπό τους στο τζάμι προσπαθώντας να δουν, αρνούνται να δουν, αγαπούν και δολοφονούν, μεγαλώνουν και γερνούν, ζουν και χάνονται, φεύγουν σαν τα πουλιά, αδυνατούν να φύγουν.

Ο Καστελούτσι χαρίζει τον ρόλο του δαντικού Βιργιλίου στον Αντι Γουόρχολ: ανακαλύπτει στη δημιουργία του τελευταίου το αιώνιο μέσα στο εφήμερο. Δεν λησμονεί ούτε τους δικούς του νεκρούς, τους ηθοποιούς που χάθηκαν. Οπως δεν παραλείπει και την επιβολή στο τέλος μιας υπερβατικής ομορφιάς: ένα ζωντανό άλογο στέκεται μπροστά στο άφωνο πλήθος: γοητεύει και τρομάζει με την πληρότητά του.

Είναι αλήθεια ότι το εικαστικό και βιωματικό θέατρο του Καστελούτσι λέει πάρα πολλά ή πολύ λίγα. Οπως το δει κανείς, είτε αγγίζει τον πυρήνα της ύπαρξης ή διαχέεται σε μεταφυσικές κοινοτοπίες. Ακόμα και τα εικαστικά του ευρήματα δεν έχουν πάντα την αμέριστη συμφωνία. Το εύρημα με το πυρπολημένο πιάνο αποτελεί για κάποιους εικόνα αμφίβολου γούστου. Και το αμπαλάρισμα του κοινού με το τεραστίων διαστάσεων πανί μοιάζει για κάποιους άλλους με πανάκριβη εξυπνάδα. Ομως η «Κόλασή» του είναι γεμάτη από συγχώρεση, από ανθρωπιά και ευγένεια. Και είναι λιγότερο σκοτεινή απ’ ό,τι περιμέναμε: σαν τη Νέκυια του ομηρικού Οδυσσέα, ένας κόσμος σκιών γνέφει προς τη ζωή. *