«Οπίσω από τον καθρέφτη»

  • «Η γυναίκα της Ζάκυθος» του Διονυσίου Σολωμού σε σκηνοθεσία και ερμηνεία Νίκου Καλαμό στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς

  • ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

Η γυναίκα της Ζάκυθος ενσαρκώνει το κακό: όχι το κακό ως φιλοσοφική έννοια, ούτε ως ένα μυθικό ον· αλλά το κακό ως καθημερινή πράξη, ως απτή, ανατριχιαστική απόδειξη ότι οι χειρότερες των προθέσεων μπορεί να κατοικούν στα πιο ασήμαντα πλάσματα που περπατούν και αναπνέουν δίπλα μας.

Θα μπορούσε κανείς να πει πως η ζοφερή φύση της γυναίκας της Ζάκυθος οφείλεται στην ασύλληπτη εξωτερική ασχήμια της που την οδηγεί να τα βλέπει όλα ως αντανάκλαση του εαυτού της: μια νέα γυναίκα με θωριά γεροντίστικη, φαγωμένη από το «τηχτικό», με στήθη σαν καπνοσακούλες, με πρόσωπο σαν καλαπόδι, δόντια μισοσαπισμένα και μάτια ολόμαυρα που «εστριφογυρίζανε εδώ και εκεί γυρεύοντας το κακό, και το βρίσκανε και όπου δεν ήτουν». Αποκρουστική στην όψη, αν και με μεγάλη ιδέα για την αφεντιά της, δεν υπάρχει αρνητική σκέψη που να μην περνάει από το μυαλό της και προσβλητική φράση που να μην εκφέρεται από το στόμα της. Τα βράδια ονειρεύεται «φούρκες, φυλακές και Τούρκους που νικάνε και Γραικούς που σφάζονται». Τις μέρες ηδονίζεται να ταπεινώνει και να βρίζει όσους έχουν την ατυχία να πέσουν στην ανάγκη της. Ακόμη και τις δύσμοιρες Μεσολογγίτισσες που φτάνουν στη Ζάκυνθο ζητώντας ελεημοσύνη για τους εγκλωβισμένους άνδρες τους.

Αντιμέτωπος με αυτό το θηλυκό-τέρας, ο αφηγητής του ποιητικού έργου, ο Διονύσιος Ιερομόναχος, εγκάτοικος εις ξωκλήσι του Αγίου Λύπιου, νιώθει ανήμπορος να βγάλει άκρη, να εξηγήσει αυτό το σκοτάδι απ΄ όπου δεν καταφέρνει καμία αχτίδα φωτός να περάσει. «Και γυρεύοντας να ιδώ εάν μέσα σε αυτήν την ψυχή, εις την οποίαν αναβράζει η κακία του Σατανά, αν έπεσε ποτέ η απεθυμιά του παραμικρού καλού, έπειτα που εστάθηκα να συλλογιστώ καλά, ύψωσα το κεφάλι μου και τα χέρια μου στον ουρανό και εφώναξα: “Θε μου, καταλαβαίνω πως γυρεύω ένα κλωνί αλάτι μες στο θερμό”». Ισως ο Μποντλέρ είχε την απάντηση στα αγωνιώδη ερωτήματα του ιερομονάχου όταν έγραφε «το κακό γίνεται χωρίς προσπάθεια, με φυσικότητα, είναι πεπρωμένο».

Η γυναίκα της Ζάκυθος καταδιώκει τον ιερομόναχο σε τέτοιον βαθμό ώστε τη βλέπει στο όνειρό του: για την ακρίβεια, στο όραμά του, πίσω από μια εκκλησία όπου τον τυλίγουν οι αναθυμιάσεις του λιβανιού. Η μεταφυσική αγριότητα του οράματος είναι μοναδική (θα έλεγα όχι μόνο για την ελληνική αλλά και για την παγκόσμια λογοτεχνία). Ο Σολωμός πλάθει εδώ ένα σύμπαν που θυμίζει Αποκάλυψη: η γη τρέμει, ο αέρας γεμίζει αστραπές, ο αφηγητής χάνει στιγμιαία την όρασή του και ακούει φωνές που μιλούν για «εκδίκησην Θεού». Από εκεί και πέρα αναδύεται μια ροή εικόνων τρομακτικών, ένα εφιαλτικό γαϊτανάκι που στήνεται γύρω από τη γυναίκα της Ζάκυθος, την κόρη της, την πεθαμένη μάνα της και τον γέρο πατέρα της που έρχονται να την καταδιώξουν, φέρετρα που ανοίγουν, σάρκες που σαπίζουν, μιλιούνια μύγες που κάθονται πάνω σε φιδίσια μαλλιά και ματωμένα σεντόνια, αναθυμιάσεις λειψάνων, μισοσκοτωμένα πουλιά, λυσσασμένοι χοροί, και τέλος μια αυτοκτονία: «Κι εσηκώθηκα και επήα οπίσω από τον καθρέφτη και είδα τη γυναίκα της Ζάκυθος που εκρεμότουνα και εκυμάτιζε».

Το όραμα συνεχίζεται, το ποίημα όμως τελειώνει, επειδή ως γνωστόν δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Οι ειδικοί εικάζουν ότι ο Σολωμός δούλεψε πάνω στη Γυναίκα της Ζάκυθος από το 1826 ως το 1833. Επτά χρόνια το επεξεργαζόταν ο ποιητής το μυστηριώδες αριστούργημά του και επτά χρόνια το μελετούσε και το παίδευε ο Νίκος Καλαμό προτού το παρουσιάσει στην Αίγινα για πρώτη φορά, το 2007. Εκτοτε γυρίζει την Ελλάδα ερμηνεύοντας τον μονόλογο στα πιο απίθανα μέρη: στη Μαύρη Ράχη των Ψαρών, στο Καψάλι Κυθήρων, αλλά και σε πιο «βατά», όπως το Στούντιο Λήδρα του Παντείου Πανεπιστημίου.

Προσωπικά είχα την τύχη και την ατυχία να τον δω προ ημερών στο Αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη της οδού Πειραιώς. Η τύχη έχει να κάνει με τη θεατρική εμπειρία per se και η ατυχία με τον ψυχρό, αποστειρωμένο και διόλου ατμοσφαιρικό χώρο του αμφιθεάτρου. Εστω: όπως το κακό, έτσι και το καλό μπορεί να ανθεί στα πιο απρόσμενα μέρη.

Ο Καλαμό συνοψίζει ως παρουσία, ως αισθητική, το «δόγμα» Πίτερ Μπρουκ: επιστροφή στα βασικά. Η λιτότητα αυτού του μοναχικού «καλόγερου», που έχει με τα χρόνια ακονίσει την τέχνη του ώστε να μην υπάρχει τίποτε περιττό, είναι εκθαμβωτική. Με ένα απλό καφετί ράσο σε μια γυμνή σκηνή και με ελάχιστο παιχνίδι φωτισμών ο ηθοποιός μάς ταξιδεύει στον κόσμο του Σολωμού με μοναδικό όπλο τη δύναμη της αφήγησης, την ικανότητα να μετατρέπει τις λέξεις- τις άγνωστες ενίοτε λέξεις- σε χειροπιαστές, αισθησιακές οντότητες, προσαρμόζοντας διακριτικά το ύφος, τις κινήσεις και τις χειρονομίες του στις εναλλαγές των προσώπων. Ο Καλαμό είναι επί σκηνής ο λαϊκός αφηγητής μακρινών εποχών, όταν μονάχα η προφορική παράδοση διέσωζε τα κείμενα και η αναμετάδοσή τους ενώπιον ακροατηρίου ήταν υπόθεση υψίστης σημασίας. Και η αίσθηση αυτή διαπερνά τη φιγούρα που βρίσκεται ενώπιόν μας, χωρίς όμως να τη βαραίνει: αντιθέτως, ο ερμηνευτής διατηρεί μιαν αναζωογονητική ελαφράδα μέχρι τέλους.

Ενα συγκλονιστικό έργο, που γράφτηκε στον αχό της ελληνικής επανάστασης· ένας ηθοποιός-μελετητής, ο Νίκος Καλαμό, που αφοσιώνεται για χρόνια στο έργο αυτό με μια εμμονή που ξεπερνάει τα όρια του θεάτρου και αποκτά διάσταση αποστολής· μια ερμηνεία που κάνει το κείμενο να λάμπει και ένα ράσο: καμιά φορά «τα βασικά» είναι αρκετά να μας πάνε στην κόλαση και στον παράδεισο μέσα σε μία ώρα.

Advertisements