Εχασαν την «μπάλα» στην Επίδαυρο

epidauros-theatro-troades-Kokkinou

  • «ΤΡΩΑΔΕΣ» ΤΟΥ ΔΗΠΕΘΕ ΠΑΤΡΑΣ

Ο σκηνοθέτης Θ. Αμπαζής δεν είχε αποφασίσει την κύρια αισθητική ιδέα της παράστασής του, οι ηθοποιοί έδιναν την εντύπωση ότι παίζουν… αλλού, ενώ η Α. Κοκκίνου (Εκάβη), χωρίς ερείσματα, μιμήθηκε τον εαυτό της

  • Tου Γρηγόρη Ιωαννίδη, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 26/08/13

Από τον «Πλούτο» του Σαββόπουλου μέχρι τώρα, τις «Τρωάδες» του Αμπαζή, για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια κωμωδία και τραγωδία επιστρέφουν με τόση έμφαση στις αγκάλες της μουσικής. Καθόλου άδικα. Μήπως τελικά αυτό που κληροδότησαν οι αρχαίοι δεν είναι παρά ένα τεράστιο μουσικό όργανο σε σχήμα αμφιθεάτρου; Και εμείς από τότε ψάχνουμε κλειδιά για να το παίξουμε.

Δεν το κρύβω πως από όλες τις παραγωγές του προγράμματος, οι «Τρωάδες» του ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας συγκέντρωναν τις κρυφές προσδοκίες μου. Πρώτα πρώτα επειδή έστεκε δίπλα σε μεγάλους εθνικούς κι ιδιωτικούς θεσμούς –και ποιος δεν υποστηρίζει ένα αουτσάιντερ; Επειτα αποτελεί το βάπτισμα του πυρός για πολλούς: Προτάσσει μια νέα μετάφραση του έργου από τη δραματουργό Ελσα Αδριανού. Συστήνει τον Θοδωρή Αμπαζή ως σκηνοθέτη αρχαίου δράματος στην Επίδαυρο. Και φέρνει στον αρχαίο στίβο την Αννα Κοκκίνου. Το ενδιαφέρον όμως δεν σταματά εδώ. Η πρόταση του Αμπαζή έμοιαζε να υπόσχεται μια επεξεργασία του αρχαίου λόγου ώστε να συμφύεται με τη ρίζα της μουσικής. Κάτι παλιό αλλά πάντα υποσχόμενο: εκκινώντας από το κείμενο να καλλιεργήσεις έναν κώδικα θεάτρου που να μπορεί να μεταδώσει τον αχό που κλείνει μέσα του το αρχαίο δράμα, τον παλμό που νιώθουν όσοι το γνωρίζουν και το αγαπούν. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

«Γκόλφω»: καθρέφτης της εθνικής μας πορείας

  • Η παράσταση που δόνησε την Επίδαυρο
Η πρόταση του Νίκου Καραθάνου συγκίνησε το κοινό, με αποκορύφωμα το παραλογισμένο τσάμικο της χαμένης ευμάρειας. Διαθλασμένη μέσα από τα δικά μας μάτια, σημαίνει τη χώρα που την ανεβάζει. Οταν κάποτε σε άλλους καιρούς μάς ρωτήσουν πώς νιώθαμε σήμερα, σε ποια Ελλάδα ζούσαμε και τι νοσταλγούσαμε, θα αρκεί μονάχα αυτό: θα τους δείχνουμε την.

Η πρόταση του Νίκου Καραθάνου συγκίνησε το κοινό, με αποκορύφωμα το παραλογισμένο τσάμικο της χαμένης ευμάρειας. Διαθλασμένη μέσα από τα δικά μας μάτια, σημαίνει τη χώρα που την ανεβάζει. Οταν κάποτε σε άλλους καιρούς μάς ρωτήσουν πώς νιώθαμε σήμερα, σε ποια Ελλάδα ζούσαμε και τι νοσταλγούσαμε, θα αρκεί μονάχα αυτό: θα τους δείχνουμε την «Γκόλφω» του Εθνικού Θεάτρου

  • Του Γρηγόρη Ιωαννίδη, Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 19/08/13

getFile18Υπήρχαν μερικοί πολύ καλοί λόγοι που με ώθησαν να ξαναδώ την «Γκόλφω» του Εθνικού, μεταφερμένη στην Επίδαυρο. Για να δω κατ΄ αρχάς τι μπορεί να σημαίνει η απόδοση σε φυσικό χώρο μιας παράστασης που αρνιόταν αυτό ακριβώς: τη νατουραλιστική, φυσιολατρική, σκηνογραφημένη και εθνολογικά τεκμηριωμένη προσέγγιση του έργου του Περεσιάδη.

Ενας άλλος ωστόσο, πιο ουσιαστικός, λόγος παρακινούσε το ενδιαφέρον μου: Δεν ξέρω πόσοι θεατές (από τους πολλούς) που συγκεντρώθηκαν την Παρασκευή στο κοίλον του αργολικού θεάτρου ένιωσαν μάρτυρες μιας σημαντικής εξέλιξης στην ιστορία του Φεστιβάλ. Μετά την παλιά ρήξη του μονοπωλίου του Εθνικού και την είσοδο στον χώρο της Επιδαύρου του Θεάτρου Τέχνης, μετά την πολύ πρόσφατη είσοδο του Μπέκετ και του Σέξπιρ στο ρεπερτόριο του, είχαμε τώρα την τρίτη κατά σειρά ανατροπή της παράδοσης: με την είσοδο στο αργολικό θέατρο της ταπεινής, καταφρονεμένης και πολλάκις ανεβασμένης από θιάσους και μπουλούκια «Γκόλφως», το Φεστιβάλ απλώνει το πρόγραμμά του ώστε να περιλάβει κάτι που δεν εμπίπτει όχι μόνο στο αρχαίο αλλά ούτε καν στο «υψηλό» ρεπερτόριο. Μάλλον επαναπροσδιορίζει τον ρόλο του ώστε να περιλαμβάνει τη γενική σύνδεση του εθνικού με το αληθές. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η αναβίωση της «Σαμίας» στο Φεστιβάλ Επιδαύρου. Ανόθευτη γιορτή θεάτρου

Με τη μετάφρασή του ο αείμνηστος Γιάννης Βαρβέρης και τη σκηνοθεσία του ο Εύης Γαβριηλίδης βρέθηκαν πριν από 20 χρόνια στην ίδια πλευρά της σκηνής και του κειμένου. Εδειξαν πως το έργο του Μενάνδρου μπορεί σαν κωμειδύλλιο να προκαλέσει ευφορία και ικανοποίηση. Ετσι και τώρα, η παράσταση δεν φόρεσε τον μανδύα της σοβαροφάνειας, ούτε εκφυλίστηκε σε παρωδία. Ηταν μια πολύ σεβάσμια πρόταση με τους σπουδαίους ηθοποιούς του ΘΟΚ, την πρόζα του Αλκίνοου Ιωαννίδη, τις ταιριαστές χορογραφίες και τα όμορφα κοστούμια.

  • Tου Γρηγόρη Ιωαννίδη
  •  Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 22/07/13

Υπήρξε μια από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της σύγχρονης αναβίωσης του αρχαίου δράματος, μια από τις καταλυτικές στιγμές της παραστασιογραφίας του. Η «Σαμία» του Μενάνδρου –που συνήθως υπολείπεται στην εκτίμησή μας σε σχέση με τους κλασικούς παραστάτες του– έδειξε πριν από είκοσι ακριβώς χρόνια πως μια δική του παράσταση μπορεί να προκαλέσει αυθόρμητο γέλιο, ευφορία και ικανοποίηση στο σύγχρονο ακροατήριο. Το μυστικό της, που δεν ήταν βέβαια και τόσο μυστικό, βρισκόταν στη μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη –θα ήταν καλύτερα να την ονομάσουμε ελεύθερη ανάπλαση–, που κεντούσε στο αρχαίο κείμενο μια εύφορη καθαρεύουσα, με όλα της τα τερτίπια και όλη της τη μαιανδρική εκφραστικότητα. Σε αυτήν επάνω ο σκηνοθέτης Εύης Γαβριηλίδης συνέδεσε με γνήσιο χιούμορ τη λαμπρή παράδοση του ελληνιστικού ήθους με το αστικό ιδίωμα των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Σαν σε κωμειδύλλιο, με τη γλώσσα του Κορομηλά και τη δική του αύρα, αυτό που τελικά έφτανε στους πρόποδες της δεκαετίας του ’90 ήταν ένα κόσμος ελαφρύς και σαμπανιζέ, γεμάτος επιπολαιότητα, στήσιμο, κόρδωμα, απίθανη γλωσσική επιδεξιότητα και μεγάλο σκηνικό εκτόπισμα. Μια ανόθευτη γιορτή θεάτρου. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Αναβιώνοντας το αρχαίο θέατρο

***«Πέρσες» και «Κρήτες, Α’ Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος Αθηνών

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Κάποιες επισημάνσεις σχετικά με την οργάνωση και τις προοπτικές του Φεστιβάλ Αρχαίου Δράματος της Αθήνας διατυπώσαμε από αυτήν εδώ τη στήλη την προηγούμενη κιόλας εβδομάδα.

Υπερ-φορμαλιστική απόδοση στους «Πέρσες»

Υπερ-φορμαλιστική απόδοση στους «Πέρσες»

Επανέρχομαι τώρα στα ίδια με αφορμή ακόμη δύο παραστάσεις: τους «Πέρσες» πρώτα, από τον Δήμο Αβδελιώδη και την ομάδα του, και έπειτα τους απαιτητικούς «Κρήτες», από τα fragmenta του Ευριπίδη, που επεξεργάστηκαν και παρουσίασαν ο Γιώργος Σαμπατακάκης με τον σκηνοθέτη Γιώργο Ζαμπουλάκη.

Είναι αλήθεια πως το φεστιβάλ της Αθήνας, που οργάνωσε ο Γιάννης Μαργαρίτης υπό το βάρος ενός ελλειμματικού προϋπολογισμού, βρέθηκε εξ αρχής καταδικασμένο να δρα υπό τη σκιά του Ελληνικού Φεστιβάλ και της περιρρέουσας κρίσης. Εμοιαζε εξ αρχής εκ του περισσού, διδακτικό στην έμπνευση, «δημοτικό» στα χαρακτηριστικά του, μια παράτα μάλλον, παρά καθαρή αναγκαιότητα, θέληση και καρπός ώριμος της πνευματικότητας του τόπου και του καιρού του.

Και ωστόσο, να που το αποτέλεσμα μοιάζει μεγαλύτερο των ενδοιασμών μας. Και αυτό, όχι τόσο εξαιτίας των παραστάσεων. Το σημαντικό είναι πως το Φεστιβάλ της Αθήνας μπόρεσε να αποκλιμακώσει, να συνοψίσει, να χαρτογραφήσει το τοπίο στο οποίο κινείται σήμερα η αναβίωση του αρχαίου θεάτρου από τη νεανική κυρίως σκηνή μας. Μπόρεσε να δείξει τον προσανατολισμό, τη δυναμική, αλλά και τις εγγενείς αδυναμίες της σε σχέση με την αρχαία αλλά και τη νεότερη παράδοση.

Διακρίνω πολλές από αυτές τις αδυναμίες στην παράσταση των «Περσών» από τον Αβδελιώδη. Είναι μια φιλότιμη προσπάθεια -όπως εξάλλου όλες οι μέχρι τώρα απόπειρες του σκηνοθέτη-, που καταλήγει λίγο-πολύ στα καθιερωμένα: μια αρχική φιλολογικά ώριμη, αν και θεατρικά άγονη, ιδέα για το έργο (που σύμφωνα με τον σκηνοθέτη πραγματεύεται την ποιητική και συνάμα αντικειμενική θεώρηση του παρελθόντος, την άντληση διδαγμάτων από αυτό για το μέλλον της πόλης), στηρίζει πάνω της μια υπερ-φορμαλιστική απόδοση.

Εχουμε ήδη πει πολλά για την κατάχρηση του τελετουργικού στοιχείου, τον επιπόλαιο γλωσσικό φορμαλισμό, αλλά και τη σαθρή θεμελίωση της απαγγελίας στην αρχαία (;) ρυθμολογία, που μαστίζουν αρκετές «ποιητικές» αναβιώσεις του αρχαίου δράματος. Ας θυμίσουμε, λοιπόν, πάλι το πού όλο αυτό οδηγεί: στο πουθενά. Η κεντρική ιδέα απλώς δεν λειτουργεί, τουλάχιστον σε αυτή την κλίμακα, στο χρόνο της μικρής και αναγκαστικά θνησιγενούς παραγωγής, στο πλαίσιο μιας πρόσκαιρης και διακεκομμένης προσπάθειας, χωρίς βαθιά μελέτη και κυρίως χωρίς την πολύχρονη αφοσίωση στη δοκιμή και το λάθος, που ζητεί το αληθινά μεγάλο καλλιτεχνικό πείραμα.

Το μόνο που διασώζεται από την παράσταση είναι η σφραγίδα της αθωότητας, της αγνής καλλιτεχνικής πρόθεσης που βάζει σταθερά ο Αβδελιώδης στις προσπάθειές του. Στους αθώους και σχετικά απάτητους «Ιχνευτές», η εσωτερική αυτή ποιότητα-χάρισμα έφερνε στο νου κάτι από το σύμπαν του Κουν, από τη δική του ευγένεια. Στους αισχυλικούς «Πέρσες», έργο άλλης ηθικής και πολιτικής βαρύτητας, η ίδια ποιότητα δεν αρκεί. Εκτός από το στήσιμο χρειάζεται ένα μήνυμα που να γίνεται πράξη θεάτρου. Χωρίς άλλο περιεχόμενο, η παράσταση βυθίζεται στη δυσπραγία της μετά την πρόσκαιρη πρώτη εντύπωση. Οσο για τους ηθοποιούς και τον Χορό, νομίζω ότι, ακάλυπτοι καθώς είναι, φτάνουν κάποια στιγμή να υποκρίνονται την υποκριτική τους: Ατοσσα η Ρένα Κυπριώτη, Αγγελιοφόρος η Τάνια Παλαιολόγου, Δαρείος ο Ανδρέας Καρακότας, Ξέρξης ο Βασίλης Σπυρόπουλος.

Στους «Κρήτες» τα πράγματα οδηγούνται από μόνα τους στο σωματικό θέατρο. Και αυτό γιατί καθώς απουσιάζει ο κορμός του αρχαίου κειμένου -ελάχιστοι μόνο στίχοι έχουν διασωθεί- το κενό καλύπτεται με τη γλώσσα του σώματος, με την εκτόνωση των κρυφών απωθημένων του.

Πάνω στο μύθο της Πασιφάης, που ζευγαρώνει με ταύρο και γεννά τον Μινώταυρο, ο Ευριπίδης δημιουργεί ένα έργο για την αποθέωση του πάθους, αλλά και για τη θέση της γυναίκας στο κέντρο της ανθρώπινης απαντοχής και στο περιθώριο της ανδρικής εξουσίας. Αυτοί οι «Κρήτες» -το χνάρι τους μάλλον- παρουσιάστηκαν με την επιμέλεια του Γιώργου Σαμπατακάκη και την οπτική του Γιώργου Ζαμπουλάκη σαν μέρος ενός μυητικού τελετουργικού για την απόκρυφη γυναικεία σεξουαλικότητα.

Επί σκηνής, γυναικείες μορφές σπαράζουν καταλυμένες με φράσεις του οίστρου και της ενοχής, ενώ ανδρικές ζωόμορφες παρουσίες περικυκλώνουν τελετουργικά την Ορχήστρα, χτυπώντας γύρω τους τα τύμπανα του αρσενικού πόθου. Η παράσταση μοιάζει, αντί να ανεβάζει το ίδιο το έργο ή τα κατάλοιπά του, να οδηγείται πίσω στην πηγή, στο έναυσμα. Και αυτό, με όλα τα σύγχρονα ανθρωπολογικά και ψυχαναλυτικά εργαλεία, με τη συνδρομή άλλων μύθων, όπως του Ικαρου, αλλά και με την πλαισίωση μιας πλατιάς ποιητικής αναλογίας.

Και εδώ η φόρμα μαζί με το θεωρητικό μέρος -που ακούστηκε με τη φωνή του Σταύρου Τσακίρη σαν ο προαγώνας της παράστασης- βαραίνουν πολύ. Είναι αλήθεια πως στην πράξη μόνο ένα μέρος -φοβάμαι μικρό- από αυτό το φορτίο μπορεί να μεταδοθεί. Το χειρότερο είναι πως σε αρκετούς το πράγμα έμοιαζε να κινείται στην τροχιά του Τερζόπουλου, σημείο κακό για μια νεανική απόπειρα που διεκδικεί ταυτότητα και στίγμα. Στο σύνολό της όμως η πρόταση του Ζαμπουλάκη διέθετε ρυθμό και επιβλητικότητα. Θετικό επομένως το αποτέλεσμα, ιδίως αν συνυπολογίσουμε το καθαρό κέρδος από την προσέγγιση ενός άγνωστου και ακανόνιστου έργου του Ευριπίδη. Ανάμεσα στους συντελεστές διακρίνουμε τον Μινώταυρο του Μιχάλη Πανάδη και την Πασιφάη της Χρυσάνθης Δούζη, μαζί βέβαια με τα σημαίνοντα προσωπεία του Θάνου Βόβολη.*

Ελληνικό Φεστιβάλ, πρώτος απολογισμός θετικός

 

  • ΟΙ ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ, ΟΙ ΑΣΤΟΧΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΤΟΥ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • Ελληνικό Φεστιβάλ

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Μπορεί πολλοί να διαφωνήσουν με την εντύπωση ότι το φετινό Ελληνικό Φεστιβάλ παρουσίασε κάμψη -κυρίως στον τομέα που αφορά τις ελληνικές παραγωγές-, δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι το γενικό επίπεδο παραμένει καλό, εξαιρετικό μάλιστα, αν αναλογισθεί κανείς το επίπεδο άλλων εθνικών μας εκδηλώσεων.

«Ηρακλής Μαινόμενος», σε σκηνοθεσία Μ. Μαρμαρινού. Σημαντικό και θετικό κρατούμενο της φετινής Επιδαύρου

«Ηρακλής Μαινόμενος», σε σκηνοθεσία Μ. Μαρμαρινού. Σημαντικό και θετικό κρατούμενο της φετινής Επιδαύρου

Τώρα που και το καλοκαίρι εκπνέει, και τη θέση του κεντρικού Φεστιβάλ της χώρας παίρνουν άλλα, περιφερειακά και τοπικά υποκατάστατα, μπορεί πιστεύω να κριθεί απ’ όλους η τελική του κατάθεση, με τη μορφή έστω ενός πρώτου απολογισμού.

Με το καντάρι της ποσότητας είναι γεγονός ότι το Φεστιβάλ κράτησε την περίοπτη θέση του στο καλλιτεχνικό σύστημα. Ο αριθμός των παραγωγών που εμφανίστηκαν στις σκηνές του υπερβαίνει και τις αντοχές του πιο φανατικού επαγγελματία θεατρόφιλου. Επέκταση ποσοτική όσο και χωροταξική.

Ο χάρτης των παραστάσεων απλώνεται πλέον από την παραδοσιακή περιδιάβαση στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου και φυσικά στην αρχαία Επίδαυρο, μέχρι την κατεστημένη πια Πειραιώς, αλλά και σε πολλούς σύγχρονους αστικούς και παρα-αστικούς χώρους. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Ταξίδι με τρένο» Πολεοδομία 5 – Φεστιβάλ Αθηνών

  • Ταξίδι πολιτικής ανθρωπολογίας

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011

Η πέμπτη κατά σειρά «πολεοδομική» παρέμβαση του Φεστιβάλ περιελάμβανε τη συμμετοχή στα καλλιτεχνικά καθέκαστα ενός εκ των πλέον βαρύσκιωτων κτηρίων της «μέσα πόλης».

Το «Ταξίδι με τρένο» παρουσιάστηκε στο μέγαρο του ΟΣΕ, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών

Το «Ταξίδι με τρένο» παρουσιάστηκε στο μέγαρο του ΟΣΕ, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών

Εντός του τρίγωνου της παρακμής, ψηλότερα από κάθε οικιακή ενόχληση, σε ένα δάσος από δορυφορικά πιάτα στις γύρω ταράτσες και με θέα την περίμετρο του πάλαι ποτέ ιστορικού κέντρου, η βεράντα του κτηρίου του ΟΣΕ στη οδό Μάρνη υπήρξε ίσως η πιο ενδιαφέρουσα έξοδος του φεστιβαλικού κοινού -ή η είσοδός του- στο αληθινό, πικρό περιβάλλον του σημερινού αστικού βίου.

Μέχρι τώρα, το Φεστιβάλ πατούσε στα σίγουρα λημέρια του, δεχόταν τον κόσμο του σε γκαράζ, τοπία ή μεταποιούσε τους χώρους εκδηλώσεων για να δώσει στο κοινό την αίσθηση κάποιας θεατρικής κιριοσιτέ. Εδώ όμως ο πυρήνας της εκδήλωσης αφορά την ίδια την Αρχιτεκτονική: Το ίδιο το κτήριο του ΟΣΕ δίνει την εντύπωση ότι φιλοξενεί το φεστιβάλ για λίγο, ότι ανοίγει τις θύρες του στους τυχερούς που θα δουν τα άδυτά του -εν είδει εκπαιδευτικής και καλλιτεχνικής μαζί εκδρομής- πριν κλείσει πάλι για τους μυημένους. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Μικρά Διονύσια» ΚΘΒΕ – Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΤΩΝ «ΜΙΚΡΩΝ ΔΙΟΝΥΣΙΩΝ» ΓΙΑ ΤΗΝ 50ΧΡΟΝΗ ΠΟΡΕΙΑ ΤΟΥ ΚΘΒΕ

  • Οι χαμένες προσδοκίες του κυρ Διονύση

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Εστω και εκπρόθεσμα το ΚΘΒΕ βρήκε την ευκαιρία να γιορτάσει στην Επίδαυρο το ιωβηλαίο της λειτουργίας του -από το 1961- με τη φετινή παραγωγή του, τα «Μικρά Διονύσια».

Η Ταμίλα Κουλίεβα ως Ηλέκτρα

Η Ταμίλα Κουλίεβα ως Ηλέκτρα

Πρόκειται για μια σύνθεση-σταχυολόγηση αποσπασμάτων του αρχαίου δράματος, που φιλοδοξεί να θυμίσει σε θαυμαστές και φίλους τη σχέση του κρατικού θεάτρου με το αρχαίο θέατρο και με το θέατρο ρεπερτορίου γενικότερα.

Είναι ωστόσο γεγονός πως η υποδοχή της επετειακής πρότασης υπήρξε ψυχρή. Και αυτό, πιστεύω, όχι μόνο λόγω της ίδιας, όσο των προσδοκιών που καλλιέργησε. Γιατί δεν το κρύβω ότι και εγώ κάτι άλλο περίμενα. Αντί για μια πρόταση-κολάζ από τα πιο αβανταδόρικα αποσπάσματα του αρχαίου δράματος -με λίγα χορικά ένθετα σαν ποτ-πουρί-, περίμενα έναν κάποιον απολογισμό της μέχρι τώρα πορείας του θεάτρου. Ακόμα περισσότερο: από έναν ζωντανό θίασο προσδοκούσα έναν πρόλογο για τα χρόνια που θα ‘ρθουν. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου