«Σάτυροι ιχνευτές» του Σοφοκλή

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 04/07/2010

Ελάχιστο είναι το υλικό του αρχαϊκού σατυρικού δράματος που μας έχει διασωθεί, έτσι ώστε να είναι δύσκολη η σύνθεση μιας διαφωτιστικής του εικόνας. Εκτός από τον Κύκλωπα του Ευριπίδη, που όμως εκπροσωπεί μια μετεξελιγμένη μορφή, και την Άλκηστη του ίδιου, που διδάχθηκε κατ’ εξαίρεσιν στη θέση σατυρικού δράματος, δεν διαθέτουμε άλλο ακέραιο έργο, ούτε συναφή στοιχεία. Το θεωρητικό κενό καλύπτει η μοναδική μέχρι σήμερα στην ελληνική βιβλιογραφία συστηματική μελέτη του Νίκου Χουρμουζιάδη «Σατυρικά», που εκδόθηκε το 1974, χωρίς έκτοτε να έχει ακολουθήσει άλλη εργασία. Οι ρίζες του σατυρικού δράματος ενδεχομένως να βυθίζονται στο απώτατο παρελθόν της προϊστορίας του θεάτρου, όταν η κωμωδία και το δράμα δεν είχαν ακόμη διαχωριστεί σε δύο ξεχωριστά και διακριτά είδη.

«Το μόνο που μπορούμε να πούμε για το σατυρικό δράμα», γράφει ο Τάσος Λιγνάδης, «είναι ότι, στην αισχυλική τουλάχιστον φάση, αποτελούσε φυσική συνέχεια της πλοκής της τραγικής τριλογίας. Όπου το πρόσωπο του τραγικού πρωταγωνιστή δεν γινόταν κωμικό, αλλά υφίστατο μια «γκροτέσκα» παραμόρφωση της σοβαρότητάς του…».

Την πρώτη, και μόνη ώς τώρα συστηματική προσπάθεια σκηνικής απόδοσης όσων αποσπασμάτων των αρχαϊκών σατυρικών δραμάτων του Αισχύλου σώζονται, οφείλουμε στον Σπύρο Ευαγγελάτο, ο οποίος τα παρουσίασε το 1979 με το «Αμφι-θέατρο», σε μετάφραση του Τάσου Ρούσου, σε μια σύνθετη ρωμαλέα παράσταση υπό τον τίτλο «Ψυχοστασία», μαζί με τα αποσπάσματα των χαμένων τραγωδιών του ποιητή, που λειτουργούσε, είχα γράψει τότε, ως ένα μεγάλο, αποσπασματικά σωζόμενο, λυρικό σκηνικό ποίημα «εν δράσει». Ή όπως μας αιφνιδιάζει ευχάριστα ένα άρτιο «υπερρεαλιστικό» έργο…

Με την ανακάλυψη του μεγάλου αποσπάσματος των «Ιχνευτών» του Σοφοκλή (1912), έχουμε τουλάχιστον μια εικόνα πιο σαφή της ύστερης, ώριμης φάσης του είδους. Για το έργο αυτό, που είναι και το θέμα του παρόντος σημειώματος, πρέπει να επισημάνω την πρώτη προσπάθεια συμπλήρωσης και φιλολογικής ανασύστασης του κειμένου του από τον Δημήτριο Σάρρο το 1932, με ενδιαφέρουσα εκτεταμένη εισαγωγή. Όπως και αρκετές μεταγενέστερες διασκευές με σκοπό τη σκηνική παρουσίαση, από τις οποίες ενδεικτικά αναφέρω εκείνη του Γιώργου Χατζιδάκη.

Ο Σοφοκλής αντλεί το υλικό του από τον ομηρικό «Ύμνο στον Ερμή», που έχει ως θέμα του τη θαυματουργή γέννηση του «Θείου Βρέφους», Ερμή, την κλοπή απ’ αυτόν με πανουργία των κοπαδιών του Απόλλωνα και τη «Δίκη» του από τον ίδιο τον Δία, που όμως δεν έχει ως αποτέλεσμα την τιμωρία του, αλλά, αντιθέτως, την πανηγυρική εγκατάστασή του στον Όλυμπο επειδή το τέχνασμά του «αρέσει» στον πατέρα των θεών! Ο χορός αυτού του έργου αποτελείται από σάτυρους «ιχνευτές», μια λέξη που δηλώνει τους επαγγελματίες οι οποίοι ακολουθούσαν, στην αρχαιότητα, τα χνάρια των θηραμάτων στο κυνήγι, «ξετρυπώνοντάς» τα. Κάτι σαν ανθρώπινα λαγωνικά, δηλαδή. Οι σάτυροι, ανάμεσα σε ανθρώπους και ζώα, έπαιζαν παραδοσιακά τον ρόλο αυτόν στον μύθο…

Μια ενδιαφέρουσα μελέτη της σύγχρονης Γαλλίδας ερευνήτριας Λωράνς Καν, με τον τίτλο «Ο Ερμής περνά», αναπτύσσει αυτή την εκδοχή ακριβώς, ερμηνεύοντας την πλοκή του ομηρικού «Ύμνου στον Ερμή» ως μια πανουργία του Ερμή, προκειμένου να κατορθώσει να «αλώσει» τον Όλυμπο. Προεκτείνοντας αυτή τη σκέψη, πολύ επιδέξια ο Γιάγκος Ανδρεάδης μεταφράζει, διασκευάζει και συμπληρώνει πρωτότυπα το προβληματικό κείμενο των «Ιχνευτών» του Σοφοκλή, που παρακολουθήσαμε σκηνοθετημένο και χορογραφημένο σαν με λυρική «μπαγκέτα» από τον Δήμο Αβδελιώδη στο «Θέατρο Λήδρα», με το δραστήριο Κέντρο Δράματος του Παντείου Πανεπιστημίου. Είναι μια ολοκληρωμένη πρόταση «Διονυσιακά» επεξεργασμένη ως κείμενο και ως δράση, «μελισμένη» με ζωντανή μουσική του Βαγγέλη Γιαννάκη, εκτελεσμένη από όργανα παραδοσιακά και νεώτερα (Ξενοφών Συμβουλίδης – όμποε, φλογέρες, Γιάννης Βενιζέλος – φλογέρα, Γιάννης Αβδελιώδης – κρουστά, μεταλλόφωνο, Αλέξανδρος Αβδελιώδης – πιάνο, Γιώργος Καπετανάκος – φλογέρα). Με τραγούδι και με χορό (μουσική διδασκαλία του Ξενοφώντα Συμβουλίδη). Με ενσωματωμένο οργανικά το φαλλικό στοιχείο, με βάθος χρόνου και με μια σκοπούμενη ρευστότητα ορίων ανάμεσα στα διαλογικά και στα χορικά κομμάτια, στο τελετουργικό και στο θεατρικό, κάτι που ελευθερώνει τη δραστικότητα της παρουσίας του χορού των σατύρων, δικαιολογώντας, για πρώτη ίσως φορά την παρουσία τους στη σκηνή, όχι πλέον ως απλών διακοσμητικών στοιχείων…

Στην παράσταση του «Λήδρα» οι «Ιχνευτές» λειτουργούν ως πλήρες έργο: μια ωραία συλλογική δουλειά με κατάθεση ψυχής και με πρωτογενή έργο: μια ωραία συλλογική δουλειά με κατάθεση ψυχής και με πρωτογενή συγκίνηση, που πρέπει οπωσδήποτε να προσεχθεί. Τα άκρως ευφάνταστα σκηνικά και κοστούμια είναι της Μαρίας Γεράρδη – Πασσαλή, ενώ οι νέοι ηθοποιοί, σωστά καθοδηγημένοι, ξέρουν τι κάνουν και γιατί το κάνουν. (Ανδρέας Καρακότας, Γιώργος Νάσιος, Μαρίνα Αργυρίδου, Άρτεμη Ματαφιά, Γιάννης Αβδελιώδης – και ο χορός, Αλέξανδρος Αβδελιώδης, Γιάννης Βενιζέλος, Σοφία Βλάχου – Δελαπόρτα, Αθηνά Ζώτου, Μυρτώ Καμβυσίδη, Γιώργος Καπετανάκος, Χρύσα Κλούβα, Κώστας Μητράκας, Γιώργος Νικόπουλος, Δανάη Ρούσσου, Ξενοφών Συμβουλίδης).

ΥΓ.: «Δαίμων» στο προηγούμενο σημείωμα αλλοίωσε το όνομα του καλού ηθοποιού Μάνου Καρατζογιάννη… σε Καρατζιάννη.

Advertisements

Επί τα ίχνη φόρµας

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 21 Ιουνίου 2010
Ο Δήµος Αβδελιώδης, σκηνοθέτης της  παράστασης «Ιχνευτές»
  • Με φοιτητές και νέους ηθοποιούς ο δαιµόνιος Δήµος Αβδελιώδης ανέβασε τους «Ιχνευτές», σε µία και µοναδική παράσταση στο θέατρο «Λήδρα» στην Πλάκα

Πρόσφατα στα σαββατιάτικα κείµενά µου ασχολήθηκα µε την ουσιώδη διαφορά ανάµεσα στην κωµωδία και το σατυρικό δράµα στη δραµατουργία των αρχαίων Ελλήνων. Εγραφα, βέβαια, πως τα λίγα κείµενα σατυρικών δραµάτων που µας διασώθηκαν δεν µας βοηθούν σε επιµέρους παρατηρήσεις, αλλά είναι σαφής η διαφορά του ήθους και του ύφους µιας πολιτικής κωµωδίας που σατιρίζει τους θεσµούς του Αστεως του Αριστοφάνη µε το τέταρτο δράµα µιας τετραλογίας µε προηγούµενα τρεις τραγωδίες. Το σατυρικό δράµα που έχει µυθολογικό περιεχόµενο, συνήθως συναφές ή συγγενές µε την προηγηθείσα τριλογία, χορό Σατύρων και τελείως διαφορετική, επιτρέψτε µου τον όρο, ηθική. Δυστυχώς το µόνο ολόκληρο διασωθέν σατυρικό δράµα, ο «Κύκλωψ» του Ευριπίδη, παρ’ όλο που έχει σηµαντικούς πυρήνες αναφοράς στη σοφιστική, δεν φαίνεται να είναι γραµµένο µε κέφι, οίστρο και επιµέλεια από τον µεγάλο τραγικό. Είναι µια επιπόλαια (κυριολεκτικά) διασκευή της κυκλώπειας ραψωδίας της «Οδύσσειας».

Τα σωζόµενα αποσπάσµατα από σατυρικά δράµατα του Αισχύλου («Δικτυουλκοί» π.χ.) και του Σοφοκλή, µας καθοδηγούν ασφαλώς σε βαθύτερη κατανόηση και της αισθητικής και της ιδεολογικής ανάγκης που ενέταξαν το σατυρικό δράµα στον Κανόνα της αρχαίας δραµατουργίας.

Στις ανασκαφές της τοποθεσίας Οξύρρυγχος, έξω από το Κάιρο, από άγγλους (λόγω αποικιοκρατίας) αρχαιολόγους και φιλολόγους οφείλουµε τους περίφηµους «Οξυρρύγχιους παπύρους» χιλιάδες τον αριθµό.

Ανάµεσά τους και έργα του Μενάνδρου και ολόκληρος ο «Δύσκολος», εκατοντάδες αποσπάσµατα των τραγικών και των κωµικών ποιητών, αλλά και κείµενα της καθηµερινότητας (επιστολές, συνταγές, ραβασάκια, ακόµη και κατάλογοι για ψώνια). Ενα από τα σπουδαιότερα ευρήµατα (δηµοσιεύθηκε το 1912) είναι ένα εκτενές απόσπασµα από το σατυρικό δράµα του Σοφοκλή «Ιχνευταί (Σάτυροι)».

Και µόνο αυτό το απόσπασµα και όσα µπορούµε να συµπεράνουµε από τις έρευνες των φιλολόγων πάνω στις υποθέσεις και τη δοµή των σατυρικών δραµάτων (πολύτιµη η συµβολή του Νίκου Χουρµουζιάδη µε το περισπούδαστο πολυσέλιδο πόνηµα «Σατυρικά») αρκούν για να αντιληφθούµε πως το σατυρικό δράµα ήταν ένα ακόµη πνευµατικό κατόρθωµα, που ερχόταν να συµπληρώσει το µωσαϊκό της αθηναϊκής καλλιέργειας. Η υπόθεση των «Ιχνευτών» ανάγεται στον κοινόχρηστο λαϊκό µύθο. Ο νήπιος Ερµής, νόθος γιος του Δία και της Μαίας, ανατρέφεται σε µια σπηλιά από τη νύµφη Κυλλήνη, µακριά από τα ζηλόφθονα αισθήµατα της Ηρας. Νήπιος αλλά µε πρόωρο σωµατικό γιγαντισµό, κλέβει τα βόδια του Απόλλωνα. Ο θεός του φωτός οργισµένος, επιστρατεύει το ένστικτο και την όσφρηση κυνηγού των Σατύρων και του πατρός τους Σειληνού, για να ανακαλύψει τον κλέφτη. Οι Σάτυροι αφού παραπλανηθούν από τα κόλπα του εφευρετικού Ερµή που νοθεύει ίχνη, πτορό και πορεία, φτάνουν στο σπήλαιο από τα έγκατα του οποίου εκπέµπεται µια πρωτάκουστη ηχητική αρµονία. Η νύµφη Κυλλήνη, που προσπαθεί να προστατέψει τον κλέφτη, δεν αποκαλύπτει στους Σατύρους πως το νήπιο έχει κατασκευάσει µε το καύκαλο µιας χελώνας ένα µουσικό όργανο, τη λύρα, το οποίο παράγει τον ήχο που µαγεύει τους ενστικτώδεις και θηριώδεις Σατύ ρους. Εντέλει ο Απόλλων ανακτά τα βόδια του, ο Ερµής αποδέχεται την κλοπή, τα επιστρέφει, και ως δώρο χαρίζει τη λύρα στον Απόλλωνα, ενώ οι Σάτυροι ηµερωµένοι και εξανθρωπισµένοι δοξάζουν τη Μουσική.

Αυτός είναι ο καµβάς, αλλά ο µεγαλοφυής Σοφοκλής εκκινώντας από τον γνωστό µύθο, στο κοινό του φιλοσοφεί πάνω στην ουσία του πολιτισµού και οι «Ιχνευτές» είναι ένα αριστουργηµατικό δοκίµιο φιλοσοφίας της Ιστορίας και της Αισθητικής. Και πρώτα το ότι η Μουσική εξηµερώνει τα ζώα, το ζωώδες, το ενστικτώδες και οδηγεί το υποκείµενο στη γοητεία της από το σώµα στην ψυχή, από τον θόρυβο στον ρυθµό, από τον ρυθµό στη µελωδία και από ‘κεί στον συµπαντικό ρυθµό.

Υστερα, η ιδέα πως ο κλέφτης των βοδιών, ο ευρηµατικός Ερµής, ο θεός που βρίσκει τα χαµένα, ο θεός της Ερµηνείας, έκλεψε και τη Μουσική από την ιδιοκτησία των θεών. Ακούγεται στο δράµα πως η Μουσική είναι η υλική αντανάκλαση της θεϊκής τάξης στα ανθρώπινα. Και τρίτον, ο µύθος της κατασκευής της λύρας από το καύκαλο της χελώνας είναι µια ιδιοφυής ερµηνεία της διαλεκτικής ηρακλείτειας θέσης των µεταπτώσεων, του γεγονότος πως δεν υπάρχει αντίθεση µεταξύ θανάτου και ζωής αλλά το ένα περιέχεται µέσα στο Αλλο. Η νεκρή χελώνα παράγει µουσική. Ο Καζαντζάκης στον «Καπετάν Μιχάλη» βάζει τους ήρωές του που γλεντούν µέσα σ’ έναν τάφο να περιγράφουν ως εξής την κρητική λύρα: «Να η κοιλιά, το κορµί, τα αυτιά, να τα άντερα». Και κρούοντας: «Και να η ψυχή του ανθρώπου».

  • Η Μουσική.

Το σατυρικό δράµα του Σοφοκλή χρειάζεται συµπλήρωση κατά τα δόγµατα και τις υποθέσεις των παπυρολόγων και των φιλολόγων.

Εχουν γίνει πολλές προτάσεις. Γνωρίζω, για παράδειγµα, του ούγγρου καθηγητή Χουµπάι, η συµπλήρωση του οποίου παίχτηκε στη Βουδαπέστη και στη Σικελία ιταλικά µεταφρασµένη. Εδώ πριν από λίγα χρόνια µια συµπλήρωση είχε επιχειρήσει ο Γιώργος Χατζηδάκις.

  • Το σατυρικό δράµα του Σοφοκλή χρειάζεται συµπλήρωση κατά τα δόγµατα και τις υποθέσεις των παπυρολόγων και των φιλολόγων
  • Βρήκε στον Σοφοκλή τη λαϊκή του ρίζα

Ο καθηγητής του Παντείου, Γιάγκος Ανδρεάδης, έγκυρος φιλόλογος και ειδικός στο αρχαίο δράµα, φιλοτέχνησε µια προσεκτική, σεµνή, εύφορη και γλαφυρή συµπλήρωση, διασκευή η οποία παίχτηκε στο θέατρο «Λήδρα» στην Πλάκα, όπου εδρεύει και το Κέντρο Κλασικού Δράµατος και Θεάµατος του Παντείου Πανεπιστηµίου. Με φοιτητές και ευάριθµους νέους ηθοποιούς, ο δαιµόνιος Δήµος Αβδελιώδης ανέβασε τους «Ιχνευτές» σε µία και µοναδική παράσταση, όπου αποδείχθηκε ο µοντερνισµός του έργου, η γοητευτική αλλά σωτήρια ψυχής ιδεολογία του (σήµερα, που µόνο η µουσική διεθνώς προσπαθεί να µας σώσει µε όλα τα ιδιώµατά της), αλλά και η δυνατότητα που δίνει σ’ έναν ταλαντούχο σκηνοθέτη να το σεβαστεί και να αντλήσει από την προίκα του σύγχρονα µορφώµατα παραστασιακής πειθούς. Ο Αβδελιώδης ακολουθώντας την τεχνική που λατρεύει, του λαϊκού θεάτρου, του Καραγκιόζη κ.τ.λ., έστησε µια ευφρόσυνη παράσταση, γεµάτη ρυθµούς, ένστικτα, ευγένεια, µουσική και µεταφυσική παρηγορία χωρίς λογιοτατισµούς, συµβολισµούς και θεωρητικές µπροσούρες. Βρήκε στον Σοφοκλή τη λαϊκή του ρίζα, που είναι και λαϊκή ευσέβεια και αυθεντική απροκατάληπτη ηθική.

Τα κοστούµια της Μαρίας Γεράρδη-Πασσαλή θαυµάσια και ακόµη θαυµασιότερη η µουσική του Βαγγέλη Γιαννάκη, που εκτελέσθηκε ζωντανά επί σκηνής από ηθοποιούς και µουσικούς. Επισηµαίνω ότι και τη ρυθµικά οργιαστική χορογραφία έκανε ο Αβδελιώδης, που έχει πλέον επιβάλει το σκηνοθετικό του όραµα πειστικά. Οι ερασιτέχνες ηθοποιοί εκτέλεσαν τη σκηνοθετική παρτιτούρα µε θέρµη, τάλαντο ενστικτώδες, πειθαρχία και µέτρο. Ηταν όλοι τους υπέροχοι. Μια ευχή: η έξοχη φόρµα αυτής της παράστασης µε επαγγελµατικές πλέον προδιαγραφές αν επιχειρηθεί, θα εγγράψει σηµαίνουσα κατάθεση στη Μουσική µας Ιστορία.

// <![CDATA[//