Α. Κουικ – Σ. Ουεϊνραϊτ «Ιστορίες από τα μπαρ των χαμένων ψυχών»

  • Στα μπαρ, ψυχή τε και σώματι
  • Η πολυεθνική απόγνωση σβήνει τους καημούς ανάβοντάς τους με αλκοόλ
  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η Καθημερινή, 15/11/2009
  • Α. Κουικ – Σ. Ουεϊνραϊτ: Ιστορίες από τα μπαρ των χαμένων ψυχών, σκην.: Α. Κουίκ. Θέατρο: Συνεργασία Εθνικού – ΘΟΚ – Βρετανικού Συμβουλίου (στο Σύγχρονο Θ. Αθήνας)

Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου και στην αίθουσα του «Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας», το Εθνικό, ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου και το Βρετανικό Συμβούλιο, σε συνεργασία με την τριεθνή ομάδα «Imitating the dog», παρουσίασαν ένα ιδιότυπο μουσικοθεατρικό θέαμα εν είδει αμαρτωλού μεταφυσικού ρέκβιεμ υπό τον τίτλο «Ιστορίες από τα μπαρ των χαμένων ψυχών».

Το κείμενο, χαλαρό και ρευστό, αυτού του project ανήκε στον σκηνοθέτη Αντριου Κουίκ και στον Σάιμον Ουέινραϊτ. Λίγη όμως σημασία είχε το κείμενο αυτό επειδή, έμφορτο από κοινότοπες φράσεις περί επιθυμίας, αμαρτίας και θανάτου, ήταν κατώτερο της γόνιμης κεντρικής σύλληψης: σ’ ένα χώρο απωλείας, σ’ ένα μπαρ ενός λιμανιού, επτά ετερώνυμες φιγούρες με βασικότερη ένα ναύτη, περιδινούνται, Ελληνες, Κύπριοι και Αγγλοι, καθώς είναι, γύρω από τις εθνικές τους ωσμώσεις περί τον πόθο που πάντοτε ανακαλεί τον θάνατο. Κυριαρχούν σ’ αυτό το θέαμα μερικές έμμονες ιδέες ως καταλυτικοί συμβολισμοί: το επίτηδες amaro (πικρό) ποτό που πίνεται ως καταστροφικό δέλεαρ σε μια ορισμένη στιγμή της μέρας, οι διαρκείς ζαλιστικές μετακινήσεις μεγάλων χάρτινων τελάρων που εμφανίζουν και εξαφανίζουν το μπαρ και τους ανθρώπους του, μια αίσθηση διαρκούς απειλής που συχνά γίνεται βία, καθώς κι ένας πολύ επιτυχημένος ζώνεκρος raisonneur που αργοπεθαίνει σπαράζοντας και που κάποιες στιγμές, ως βίντεο, υποκαθιστά την παλλόμενη καρδιά του Ναύτη. Το όλο project έχει έναν καταιγιστικό ρυθμό που κατορθώνει να σε παρασύρει σε μιαν ατμόσφαιρα σεξουαλικότητας, αμφιθυμιών και όλο και αυξανόμενων εντάσεων. Αυτό το αποπνικτικό κρεσέντο οφείλει πολλά στην πρωτότυπη και δυναστευτικά δυνατή μουσική και τα τραγούδια του αγγλικού συγκροτήματος «Hope and Social», τα οποία εκτελούνται από έναν πιανίστα σε εικαστικά εφιαλτικό φόντο.

Πράγματι, το μπαρ είναι δυνητικά τόπος πολυεθνικός, στον οποίο η ανωνυμία και το οινόπνευμα συνιστούν ένα εκρηκτικό μείγμα ευεπίφορο στην ακρότητα. Τότε οι άνθρωποι δοκιμάζονται, αλλάζουν ρόλους, προσωπεία και ιδιότητες, οι αναστολές τους αίρονται και, μέσα στη δίνη του αλκοόλ, τα πάντα γίνονται μπωντλερικώς επιτρεπτά, ενώ κανείς δεν γνωρίζει τι μπορεί να συμβεί από στιγμή σε στιγμή – κατάθλιψη, σεξ, ή φόνος.

  • Η παράσταση

Τις ανωτέρω λοιπόν, αισθήσεις, που όποιος έχει πολυχρόνια μπαρική θητεία τις γνωρίζει καλά στο πετσί του, η παράσταση τις μετέφερε. Αλλά πιστεύω πως το όλο εγχείρημα, σοφά «στριμωγμένο» στην ασφυξία περιορισμένης, σχεδόν μισής σκηνής, θα κέρδιζε πολύ περισσότερο τη συμμετοχή των θεατών αν τα σκηνογραφικά και ενδυματολογικά του μέρη δεν ήσαν τόσο φτωχά (Λόρα Χόπκινς, Σάιμον Κένυ). Δεν μιλώ ασφαλώς για φαντασμαγορία, ίσως όμως για μια πιο εμπλουτισμένη, ενδεχομένως φελλινίζουσα, παρουσίαση του μπαρ, σε πιο ευέλικτους και όχι τόσο φανερούς στο κοινό μηχανισμούς των δραστικότατα κινούμενων τελάρων και, τέλος, σ’ έναν πιο υπογραμμισμένο (χρωματικά; εθνολογικά; χαρακτηρολογικά;), με μεγαλύτερη έξαψη, ενδυματολογικό σύνολο. Δεν μπορώ να θεωρήσω αυτή τη σκηνογραφική πενία έλλειψη πόρων, μια και το εγχείρημα υποστηρίζεται από τρεις ισχυρούς φορείς, διαφωνώ δε με την ενδεχομένως εσκεμμένη θαμπή επιλογή που, κατά τη γνώμη μου, απομείωσε το αποτέλεσμα. Ενας τέτοιος χώρος απαιτεί κρύσταλλα, μπουκάλια κι όλες τις σχετικές ενδείξεις παρακμής.

  • Ερμηνείες

Στην διαρκή αλλά και περίπου σιωπηρή τους υπερκινητικότητα μέσα στους τεχνητούς λαβυρίνθους του μπαρ, όλοι οι ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν με επαγγελματική ακρίβεια και τεχνική αρτιότητα. Ελληνες ήσαν ο Δημήτρης Καρτόκης και η Νικολέτα Κοτσαηλίδου. Κύπριοι, η Μυρτώ Κουγιάλη και η Εμμανουέλα Χαραλάμπους. Και Βρετανοί, ο Σάιμον Ουέινραϊτ, ο Ανταμ Νας και ο Τόνυ Γκιλφόιλ.

Καθώς είδα ενωμένους Ελληνες, Κύπριους και Αγγλους, το μυαλό μου πήγε στο amaro εκείνο ποτό της αιμόφυρτης δεκαετίας ’50 – ’60, σ’ εκείνους που το σερβίρισαν (ελέω μιας δολιότατης «τριεθνούς») και σ’ εκείνους που το ήπιαν… μαύρο πάτο. Αλλ’ ας μη μπούμε σ’ αυτό το εν πονηρίαις γηράσαν μπαρ, που ακόμα δεν λέει να κλείσει…

 

Advertisements