Διαχρονικά επίκαιρος ο Αριστοφάνης

«Ιππής»
  • «Ιππής» από το ΚΘΒΕ

Εν μέσω του μακρόχρονου Πελοποννησιακού Πολέμου – ενός βρώμικου πολέμου για το ποια από τις ελληνικές πόλεις-κράτη θα αποφασίζει και θα επιβάλει στις άλλες πόλεις – συμμάχους και μη – την οικονομική, στρατιωτική και επεκτατική πολιτική της – ο Αριστοφάνης γράφει τους «Ιππής». Μια απροκάλυπτα σαρκαστικότατη καταγγελία της πολιτικής δημαγωγίας του «δημοκρατικού» Κλέωνα, εκτροφέα της διαφθοράς και στο Δήμο. Μια πολιτική κωμωδία που υπογραμμίζει την ανάγκη για μιαν άλλη πολιτική, που θέλει μεν να αισιοδοξήσει, φοβάται δε για το μέλλον της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Ο Αριστοφάνης μετονομάζοντας τον Κλέωνα σε «Παφλαγόνα», τον εμφανίζει ως πρώην βυρσοδέψη, κατ’ επάγγελμα τομαρά, που διαφθείρει και «παχαίνει» μέχρι σκασμού την εξουσία του Δήμου, ώστε να «γδέρνει» τα μέλη της Εκκλησίας του Δήμου – το λαό. Ως αντιπάλους της κάλπικα φιλολαϊκής πολιτικής σαπίλας του Παφλαγόνα-Κλέωνα, ο Αριστοφάνης αντιπαραθέτει την τάξη των ολιγαρχικών Ιππέων, που αποκαλύπτουν και ανατρέπουν τον Παφλαγόνα, φέρνοντας στην εξουσία τον Αλλαντοπώλη, που αναλαμβάνει να «ξανανιώσει» το Δήμο βράζοντάς τον «στο ζουμί» του… ώστε «καθαρμένος» πια να κερδίσει την Ειρήνη. Ομως, και αυτό το πρόσωπο που πλάθει ο Αριστοφάνης είναι ένα παρόμοιο με τον Παφλαγόνα «κουμάσι», εξίσου άθλιο και πανούργο. Η πολύσημη αλλά και αμφίσημη μυθοπλασία της κωμωδίας αυτής διαθέτει πολλές αναλογίες για ερμηνευτική αντιστοίχησή της με το σημερινό βρωμερό πολιτικο-οικονομικό πόλεμο, «συμμάχων» και μη, σε βάρος του λαού μας. Η ελεύθερη απόδοσή της από τον Σταμάτη Φασουλή, όπως και η σκηνοθεσία του άφησαν ανεκμετάλλευτη αυτή τη δυνατότητα. Οι κειμενικές παρεμβάσεις δεν πρόσφεραν ούτε επικαιρική εμβέλεια ούτε κωμική νοστιμιά. Ο πηγαίος κωμικός οίστρος και η σκηνική ελαφράδα, έλειψε – σκηνοθετικά, σκηνογραφικά, ενδυματολογικά, μουσικά, χορογραφικά, αλλά και ερμηνευτικά – παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ηθοποιών (με τη σειρά εμφάνισης): Τάκης Παπαματθαίου, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Πέτρος Φιλιππίδης, Γιάννης Ζουγανέλης, Γιώργος Καύκας, Γιώργος Παπαγεωργίου.

  • «Εκκλησιάζουσες» από το «Θέατρο του Νέου Κόσμου»
«Εκκλησιάζουσες»

Παρότι μέσα στις χιλιετίες το γυναικείο γένος μετρά φοβερές θυσίες, αμέτρητα θύματα και πολύμορφους αγώνες, διεκδικώντας να γίνει σεβαστό και ισότιμο με το ανδρικό γένος, ελάχιστα δικαιώματα έχει κατακτήσει (όχι όμως και σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης), δικαιώματα αμφισβητούμενα και αναιρούμενα, ακόμα και στο σύγχρονο «πολιτισμένο» κόσμο. Θα μπορούσε να φανταστεί και θα δεχόταν, άραγε, ο σύγχρονος «πολιτισμένος» κόσμος, οι σύγχρονες «αναπτυγμένες» χώρες, οι λεγόμενες «δημοκρατικές» κοινωνίες, το ενδεχόμενο, ξαφνικά, μια νύχτα, η εξουσία- και μάλιστα μια εξουσία με συλλογικά όργανα και συλλογικές αποφάσεις, μια εξουσία της ισότητας, δικαιοσύνης, κοινοκτημοσύνης με κατάργηση της ιδιοκτησίας – να περάσει αποκλειστικά στα χέρια των γυναικών, όχι των επωνύμων, αλλά των γυναικών του λαού, προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, ανδρικού και γυναικείου; Αδύνατον. Ο Αριστοφάνης, όμως, και φαντάστηκε και μυθοστόλησε εκπληκτικά ένα τέτοιο – αν και απόλυτα ουτοπικό για την Αθηναϊκή Δημοκρατία – ενδεχόμενο. Ο ποιητής καταγγέλλοντας την καταστρεπτική για το λαό και τον τόπο οικονομική και επεκτατική πολιτική που οδήγησε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και στην ήττα της Αθήνας, με αυτή την κωμωδία- ύμνο στις γυναίκες, σαρκάζοντας τη «λογική» της αργυρώνητης συμμετοχής και της ψήφου των ανδρών στις αποφάσεις της Εκκλησίας του Δήμου, θέλησε να καταδείξει όχι μόνον όλα τα κακά και άδικα σε βάρος της γυναίκας, τις οδύνες και το θρήνο της όταν χαροκαίγεται από ένα παράλογο πόλεμο, αλλά και να υπογραμμίσει ως μόνη διέξοδο από την πολιτική σήψη και την οικονομική και κοινωνική κατάπτωση της Αθήνας, μια πολιτική που θα διδαχθεί από το μόχθο, την ευφυία, την ιδιαίτερη ευαισθησία, τη λογική, τη δημιουργική δύναμη, την υπομονή, την επιμονή και την ικανότητα των γυναικών – κόντρα σε όλες τις αντιξοότητες – να νοικοκυρεύουν το σπιτικό τους προς όφελος όλης της οικογένειας. Η ανθρωπότητα έχει να διανύσει μεγάλη πορεία μέχρι να πραγματοποιηθεί η κοινωνία που ονειρεύτηκαν και επέβαλαν οι «Εκκλησιάζουσες». Το μυθοπλαστικό οίστρο, τη διαχρονική αξία, την ανθρωπιστική και κοινωνική χρησιμότητα αυτής της αριστοφανικής κωμωδίας ανέδειξε η σκηνοθετική «ανάγνωση» του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Μια παράσταση με χιούμορ, ευρηματική φαντασία αλλά χωρίς υπερβολές και εικαστική φινέτσα. Μια παράσταση αγάπης για τη γυναίκα, με τη συνολικά «εύφορη» δημιουργική συμβολή όλων των συνισταμένων της. Της πικάντικα εκσυγχρονιστικής απόδοσης (Βασίλης Μαυρογεωργίου), της γλυκύτατα μελωδικής μουσικής (Θάνος Μικρούτσικος), των πανέμορφων κοστουμιών (Αγγελος Μέντης), της εκφραστικής χορογραφίας (Αγγελική Στελλάτου), των φωτισμών (Σάκης Μπιρμπίλης). Μεγάλο και τελικό στήριγμα της σκηνοθετικής ανάγνωσης είναι οι ερμηνείες. Ηθοποιός με πηγαίο χιούμορ, με σκηνικό νεύρο και εκφραστικότατα μέσα, η Δάφνη Λαμπρόγιαννη, πρωτοεμφανιζόμενη σε αριστοφανική κωμωδία, μακράν της υποκριτικής «φθοράς» που προκαλεί η τηλεόραση, με σοβαρότητα, μέτρο, αλλά και κωμική ελαφράδα έπλασε την Πραξαγόρα. Θεατρικά εκφραστικότατες και κωμικά χυμώδεις είναι οι ερμηνείες των Παντελή Δεντάκη (ιδιαιτέρως στη Β’ Γριά), Νίκου Καρδώνη, Μαίρης Σαουσοπούλου, Στράτου Χρήστου. Αξιοσημείωτη ερμηνευτικά είναι η Γεωργία Γεωργόνη. Θετική η προσπάθεια των Κώστα Κόκλα και Γιώργου Πυρπασόπουλου να ξεφύγουν από τις τηλεοπτικές ευκολίες τους.

  • «Ορνιθες» από το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης
«Ορνιθες»

Είναι ουτοπία το όνειρο για μια άλλη κοινωνία, μια κοινωνία της ειρήνης, της ελευθερίας, της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της ισότητας, χωρίς θρησκειολογικές φαντασιώσεις, απατεώνες εξουσιαστές, δόλιους εκμεταλλευτές; Ουκ ολίγοι χαρακτηρίζουν ουτοπική την κωμωδία του Αριστοφάνη «Ορνιθες», παραβλέποντας ότι ο μέγας αυτός ποιητής μέσω αυτής της – έμμεσα πολιτικής – υπερεαλιστικής αλληγορίας του τονίζει την ανάγκη ανατροπής κάθε κοινωνίας σαπισμένης από τη διαφθορά, την απάτη και την εκμετάλλευση των αδυνάτων από «θεώθεν» και επίγειους εξουσιαστές. Στα περί ουτοπίας η πολύ ενδιαφέρουσα «ανάγνωση» των «Ορνίθων» από τον Γιάννη Κακλέα, με το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, αντιτάσσει την άποψη ότι όσο κι αν φαντάζει μη απραγματοποίητη μια άλλη κοινωνία, αν ο άνθρωπος «σταματήσει να την επιθυμεί κινδυνεύει με αφανισμό», και ότι η πραγματοποίησή της «από εμάς εξαρτάται», άποψη με την οποία κλείνει συγκινητικά και με δόση αισιοδοξίας την παράσταση. Η υπογράφουσα θεωρεί, ότι μετά την ανυπέρβλητη αισθητικά παράσταση του Κουν, η παράσταση του Κακλέα είναι η πιο ενδιαφέρουσα, ουσιωδώς εκσυγχρονιστική ερμηνευτική αντιμετώπιση των «Ορνίθων», κυρίως ιδεολογικά. Η εκσυγχρονιστική απόδοση του Κακλέα περιέλαβε – εν είδει προλόγου, αριστοφανικής παράβασης και επιλόγου – αποσπάσματα κειμένων του Καρυωτάκη, του Δημητριάδη και της Γώγου, που σηματοδοτούν εύγλωττα τη σύγχρονη ηθική, πολιτικοοικονομική και κοινωνική παρακμή. Καταδεικνύοντας σαρκαστικά – μέσω των κοστουμιών και του σκηνικού (Βάλια Μαργαρίτη- Μανώλης Παντελιδάκης) και της καλά δουλεμένης και εκτελεσμένης εκφραστικής κινησιολογίας και χορογραφίας (Κυριάκος Κοσμίδης), τη μεταμοντέρνα αισθητική, τα εντυπωσιοθηρικά κόμικς, το διαδεδομένο παντού χολιγουντιανό κιτσαριό, το ακριβό ενδυματολογικό γούστο των χρηματιστηριακών χρυσοκανθάρων και τεχνοκρατών, των πολιτικών και λογής λογής άλλων παρασίτων της άρχουσας τάξης, η σκηνοθεσία αντιπαραθέτει την απλότητα του καθημερινού ανθρώπου, την αθωότητα των μικρών παιδιών ως μόνη ελπίδα για το αύριο. Αλλά και στα ξενόφερτα εκκωφαντικά μουσικά ήθη αντιπαραθέτει το κειμηλιακό κάλλος και τη γλυκύτητα της μουσικής του Χατζιδάκι για τους «Ορνιθες» του Κουν. Η παράσταση υπηρετείται από συνολικά πολύ καλούς ηθοποιούς και χορευτές. Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος (Πεισθαίτερος) καταθέτει τη στέρεη, αλλά και λαϊκής γλυκύτητας κωμική του στόφα. Ευνοημένος και μεγεθυμένος (κειμενικά και τραγουδιστικά) από τη διασκευή, ο ρόλος του Ευελπίδη ερμηνεύθηκε με σκηνικό «νεύρο» και χιούμορ από τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο. Εξαιρετικές οι ερμηνείες – και μάλιστα με μεταμορφώσεις τους σε αρκετούς ρόλους – των Γιώργου Χρυσοστόμου, Βαγγέλη Χατζηνικολάου, Αγορίτσας Οικονόμου, Προκόπη Αγαθοκλέους, Κώστα Μπερικόπουλου και Σωκράτη Πατσίκα.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 19 Σεπτέμβρη 2012
Advertisements

Κατς Παφλαγόνα και Αλλαντοπώλη

* «Εν αμίλλαις πονηραίς, αθλιότερος ο νικήσας» (γκράφιτι σε τοίχο των Εξαρχείων)

* Αριστοφάνης, Ιππής
* Σκην: Βασ. Νικολαΐδης
* Θέατρο: Θ. Διαδρομή και ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου (στην Πετρούπολη)
* Του Γιαννη Βαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 3 Oκτωβρίου 2010

* Οι «Ιππής» (424 π.Χ.) είναι ένας διαρκής αγών μεταξύ του φαύλου (Παφλαγόνας, ήτοι ο δημαγωγός Κλέων της εποχής) και του φαυλότερου (Αλλαντοπώλης) προς εξασφάλιση της εύνοιας του προσωποποιημένου λαού, του Δήμου, ο οποίος τελικά εκμαυλίζεται από τον πονηρότερο, τον «χαρισματικό». Η μονιμότητα του αριστοφανικού πορίσματος περί κατίσχυσης του πλέον λαοπλάνου στις ανά τους καιρούς πολιτικές κονίστρες καθιστά την αδυσώπητη τούτη κωμωδία αληθινά διαχρονική και, νομίζω, ακραία μελαγχολική. Προμαρξιστική διαλεκτική και… σιορανική ωμότητα στίζουν το κωμικό «δοκίμιο» περί ανταγωνιστικής απάτης. Το γεγονός ότι ο Αριστοφάνης χρησιμοποιεί ως θεματοφύλακες των δικών του αντιλήψεων τους ιππείς ή τριακοσιομέδιμνους, δηλαδή την αριστοκρατία των Αθηνών, αυτό είναι φυσικό. Μήπως βαθύτερα δεν πιστεύει στην αναγκαιότητα της εν δημοκρατία «πεφωτισμένης δεσποτείας» ως προς τη διοίκηση των κοινών;

* Η Θ. Διαδρομή του Κ. Μπάλλα ανέβασε το ίδιο έργο με επιτυχία το 2001. Το είχε σκηνοθετήσει ο μελετηρός ως προς τα κείμενα και λιτός τα τελευταία του χρόνια Κ. Μπάκας. Τη δικανική πραγμάτευση είχε εκτελέσει το «προσυνεννοημένο» απ’ το Εθνικό, δίδυμο Γ. Παρτσαλάκη – Τ. Χαλκιά, υπό τους εκλεκτούς μουσικούς ήχους του Βασ. Δημητρίου.

* Φέτος, και πάλι πάνω στην εμπνευσμένη μετάφραση του Κ.Χ. Μύρη, ποιητικότατη στα λυρικά και συνδυαστική μετρημένων συγχρονισμών και αρχαίου essence, την παράσταση ανέλαβε ο -και μουσοτραφής- Βασ. Νικολαΐδης. Δούλεψε, χωρίς κραυγαλέα ευρήματα, με έγνοια για διακριτική αντιστοίχιση των τότε με τους προφανείς τωρινούς δημαγωγούς, μ’ ένα αισιόδοξο φινάλε προς τέρψη του καταπικραμένου θεατή, και σ’ ένα ευφρόσυνο κλίμα ανάμεσα στη σοβαρή επιχειρηματολογία και στην γκροτέσκα εκφορά λεγομένων και πραττομένων. Ενας κάπως ταχύτερος ρυθμός θα σκέπαζε ορατές ενδογενείς επαναληπτικότητες του κειμένου. Το κεραμεούν υψηλό σπίτι συνομιλούσε αρμονικά με τις ενδυμασίες των ρόλων (Γιάν. Μετζικώφ), οι ιππείς του όμως, πέρα απ’ τις υπέροχα παλλόμενες χαίτες, μπορούν ενδυματολογικά να ελεγχθούν ως ελαφρώς διακοσμητικοί. Τριακοσιομέδιμνος δεν σημαίνει και αστραφτερά πεποικιλμένος.

* Υποβοηθητική η παρουσία του άδοντος Χορού, τον οποίο κίνησε με θετικά απλή παραπομπή στον καλπασμό ο Χρ. Παπαδόπουλος. Η νέα (;) μουσικός Αντ. Τσολάκη εργάστηκε ευσυνείδητα, χωρίς όμως να βρει τελικά ένα ενιαίο πρόσημο για το μέλος της. Απ’ τον χορό ξεχώρισα την καθαρότητα των κ.κ. Ιωσηφίδη και Αλμπ. Φάις. Ο Γ. Αρμένης (Παφλαγών), κομίζοντας τον κουνικό λαϊκό εξπρεσιονισμό, τροφοδότησε μια ευεργετική αντίστιξη με τον λιτότατο, χαλαρό, επιθεωρησιακό ή υπαινικτικό, κατά πάντα απολαυστικό κωμαστή Π. Χαϊκάλη (Αλλαντοπώλη), ο οποίος και κατεκύρωσε μια θριαμβευτική μελλοντική παρουσία στον Αριστοφάνη.

* Το δίπολο Δημοσθένη – Νικία «κρύφτηκε» κάτω απ’ την απλώς ευπειθή κινησιολογική κλοουνερί των δούλων Σ. Φύτρα και Θ. Κούκιου. Ο Γιάν. Κοτσαρίνης έπεισε μόνον στην κρονόληρη καρικατούρα του Δήμου (Κοσμάκη), ενώ υστέρησε καταφανώς έξω απ’ αυτήν. Εκρηκτικά φαιδρό το «χορευτικό» φινάλε της Ειρήνης απ’ την… αξύριστη μπαλαρίνα του Μαν. Θεοδωράκη.

* Μια παράσταση στηριγμένη σε δυο σπουδαίους ηθοποιούς και σε παραδοσιακές κινήσεις ίππων στον θεατρικό σκακιστικό άβακα.

Το κεντρί και το φαρμάκι

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 19/09/2010

Στους «Ιππής», ένα έργο γραμμένο λίγο μετά τη μεγάλη νίκη των Αθηναίων στη Σφακτηρία, όταν ανόητα κλότσησαν τη μεγάλη ευκαιρία που τους δινόταν τότε (424 π.Χ.) να κερδίσουν ουσιαστικά τον πόλεμο εναντίον της Σπάρτης και απέρριψαν τη συνθήκη ειρήνης που τους πρότειναν οι αντίπαλοί τους, ο Αριστοφάνης βγάζει κυριολεκτικά το μένος του, ξερνώντας φαρμάκι για τη διεφθαρμένη δημοκρατία της πόλης του, που την εμφανίζει ως έναν ξεκουτιασμένο γέρο («Δήμος»), για τους πολιτικούς της, που τους παρομοιάζει με πονηρούς παρατρεχάμενους δούλους, και κυρίως για τον ηγέτη της δημοκρατικής παράταξης, Κλέωνα, στον οποίο σούρνει μύρια όσα, διασύροντάς τον δημόσια ως αδίστακτο δημαγωγό, κλέφτη, απατεώνα, τραμπούκο, αγράμματο και ό,τι άλλο. (Ο Κλέων ανήκε στα μικρομεσαία στρώματα που είχαν πλουτίσει από τον πόλεμο και ήταν ιδιοκτήτης μιας αλυσίδας, θα λέγαμε σήμερα, βυρσοδεψείων, ένας περπατημένος, άξεστος πρώην ταμπάκης, νυν επαγγελματίας πολιτικός).

(Οι «Ιππής» του Αριστοφάνη)

«Φαεινή ιδέα» της κωμωδίας αυτής είναι το εύρημα… ότι ο μόνος τρόπος για να φύγει από την εξουσία μια κακή, αντιλαϊκή, βλαπτική παράταξη, είναι να βοηθήσουμε να έρθει στην εξουσία μια άλλη παράταξη… πολύ χειρότερη και με ακόμη πιο αγράμματο, άξεστο, επικίνδυνο, λαϊκιστή αρχηγό. Σας θυμίζει τίποτε αυτό;

Αμ’ έπος, αμ’ έργον, οι πονηροί δούλοι του ξεμωραμένου γερο – Δήμου ανακαλύπτουν έναν επίδοξο πολιτικό, που φαντάζει ως η μόνη… χειρότερη λύση, στο πρόσωπο του Αγοράκριτου, ενός ρέμπελου, μέθυσου «λούμπεν» που κατοικοεδρεύει στην αγορά, ξύνει πατσές και προμηθεύει τους ξενύχτηδες με ύποπτης κατασκευής λουκάνικα μέσα σε ψωμάκια. (Μπορούμε ίσως να τον φανταστούμε σαν κάποιον από τους ανάλογους υπαίθριους ψήστες που στήνουν σήμερα πάνω σε τρίκυκλα τα μαγαζάκια τους, ονομαζόμενα στη γλώσσα της πιάτσας «βρώμικα», έξω από τα ξενυχτάδικα, πουλώντας ανάλογη ύποπτη, φτηνή πραμάτεια στους θαμώνες που εξέρχονται «αποψιλωμένοι» και «στεγνοί»). Οι δούλοι του «Δήμου» (οι πολιτικοί της αντιπολίτευσης!) αποφασίζουν τότε… να σπρώξουν την πολιτική καριέρα του αγράμματου και αγροίκου πατσατζή ως αντίπαλου δέους, συμμαχώντας με την εύπιστη, συντηρητική, εύπορη αστική, θα λέγαμε σήμερα, τάξη των «Ιππέων», που αποτελούν τον χορό αυτής της κωμωδίας.

Το σχέδιο εφαρμόζεται αμέσως… και πετυχαίνει. Τα δύο… βρωμερότερα, κυριολεκτικά, επαγγέλματα της εποχής, του ταμπάκη και του πατσατζή, ανταγωνίζονται επαξίως σε… αγώνα ρητορικής, όπου το απύλωτο στόμα του πατσατζή νικά το ανάλογο του ταμπάκη και ο πιο σιχαμερός από τους δύο, που γίνεται κύριος του Δήμου, τον κόβει κομματάκια, τον βράζει σε μια χύτρα, τον μεταμορφώνει με ξόρκια και του ξαναδίνει τη χαμένη νιότη του!

Αυτό το διφορούμενο τέλος της κωμωδίας έχει γεννήσει πολλά ερωτηματικά. Άραγε ο Αριστοφάνης κλείνει αισιόδοξα το έργο ή, αντίθετα, σαρκάζει στα μούτρα μας; Πρόκειται ασφαλώς για το δεύτερο, φτάνει να προσέξουμε την τελική σκηνή με το μυθικό της υπόβαθρο. Το ξανάνιωμα του γερο – Δήμου γίνεται με τη μαγική συνταγή της Μήδειας, ο μύθος της οποίας, γνωστός στους Αθηναίους, έλεγε ότι η μάγισσα από την Κολχίδα, κατά τη σύντομη παραμονή της στην Ιωλκό του Πηλίου, έπεισε τις αφελείς κόρες του υπερήλικα βασιλιά Πελία… να τον κομματιάσουν και να βράσουν τα κομμάτια του μέσα σε μια μεγάλη χύτρα, βεβαιώνοντάς τις ότι ο πατέρας τους θα αναδυθεί μέσα από αυτήν ακέραιος, με ανακτημένη όλη τη νιότη! Αντ’ αυτού, προέκυψε… ένας Πελίας βραστός! Ίδια ακριβώς τύχη περιμένει, για τον Αριστοφάνη, και τον γέροντα Δήμο της Αθήνας: να γίνει βραστός στη χύτρα! Αυτό το σαρδόνιο χαμόγελο του ποιητή στην άκρη της κωμωδίας, που είναι «όλα τα λεφτά», ποιος θα βρεθεί να το προσέξει;

Ένα σχόλιο δικό μου: τα πράγματα δικαίωσαν μόνο εν μέρει τον Αριστοφάνη, αφού ο Κλέων σκοτώθηκε λίγο αργότερα στον πόλεμο, χωρίς αυτό να αλλάξει τίποτε. Την ηγεσία του Δήμου δεν ανέλαβαν οι λούμπεν και οι «βρώμικοι» για να τον καταστρέψουν, αλλά, αντίθετα, οι «σοφιστικέ» διανοούμενοι της ανώτατης κοινωνίας, τα μαθητούδια των σοφιστών, οι τότε «κολεγιόπαιδες», που τον κατέστρεψαν εξίσου. Τέλος του σχολίου.

Η παράσταση στο Φεστιβάλ Αθηνών – Επιδαύρου που είδα στο «Θέατρο Αλέξης Μινωτής» στο Αιγάλεω, μια συμπαραγωγή της «Θεατρικής Διαδρομής» και του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, δόθηκε μεταφρασμένη από τον Κ.Χ. Μύρη, σε σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη. Κυρίαρχη αίσθηση που αποκόμισα είναι εκείνη της ασωτίας των μέσων: ύφος, ρυθμοί και τέμπα, υποκριτικές, όλα πάσχουν από έναν καλπάζοντα πληθωρισμό. Η στέρεη βάση της μετάφρασης του Μύρη υπερβαίνεται πολύ στην πράξη, ενώ η κατάχρηση των προσωπικών κωδίκων τους από τον Αρμένη, τον Χαϊκάλη αλλά και τον υπόλοιπο θίασο που τους ακολουθεί πιστά (Φύτρος, Κούκιος, Κοτσαρίνης, Θεοδωράκης και πολυμελής Χορός), φτάνει σε σημείο σχεδόν ενοχλητικό. Πολλή φασαρία, μαζί με πολλά ευρήματα ανισομερή και ανάκατα ριγμένα που αποδυναμώνουν την πολιτική διάσταση και οδηγούν την παράσταση σε νόθες μορφές απολιτικής επιθεώρησης ή ανώδυνης φάρσας.

Η παράσταση δεν βλέπει το σαρδιόνιο χαμόγελο του τέλους, επιλέγει τη γνωστή, πολυφορεμένη πανηγυριώτικη λύση της κωμωδίας και αφαιρεί από το κεντρί της όλο το φαρμάκι! Αμήχανος και σχεδόν διακοσμητικός παρελαύνει ο χορός των «Ιππέων». (Χορογραφία του Χρήστου Παπαδόπουλου). Μου άρεσε πάντως η μουσική της Αντιγόνης Τσολάκη, παρ’ ότι κατάλληλη για άλλη παράσταση. Συμφωνώ με το σκηνικό του Μετζικώφ, αλλά διαφωνώ ριζικά με τα κοστούμια του.

Ντοστογιέφσκι, Αριστοφάνης και κακοποιημένος Ουίλιαμς

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 21 Ιούλη 2010
«Δαίμονες»
  • «Δαίμονες»

Κατήγορος του τσαρισμού και της δουλοκτητικής φεουδαρχίας, μέλος οργάνωσης ουτοπιστών σοσιαλιστών, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, το 1849, ως θανατοποινίτης εξορίζεται στη Σιβηρία για μερικά χρόνια. Καθώς – παρά την κατάργηση της δουλοκτησίας – οι φεουδάρχες και η ανερχόμενη αστική τάξη πίνουν και το μεδούλι των εξαθλιωμένων αγροτικών και εργατικών μαζών, φουντώνουν τα ξεσπάσματα και στις δεκαετίες του 1860 και 1870 εμφανίζονται πολλές, ποικίλων ιδεολογικών απόψεων, φερόμενες ως «επαναστατικές», ομάδες. Ανάμεσά τους και η ομάδα του Σεργκέι Γκενάντιεβιτς Νετσάγιεφ (1847-1882), του οποίου την προβοκατόρικη για το επαναστατικό κίνημα δράση κατήγγελλαν οι Μαρξ και Ενγκελς. Δεινός σχολιαστής της κοινωνικής πραγματικότητας, ο Ντοστογιέφσκι κατέστησε τον Νετσάγιεφ «πυρηνικό» επίκεντρο του – σπουδαίου ιστορικοκοινωνικά και μεγαλειώδους λογοτεχνικά – μυθ-ιστορήματός του «Δαίμονες», μετονομάζοντάς τον σε Πιοτρ Βερχοβένσκι. Ο αναγνώστης που αγνοεί το απολύτως ιστορικό υπόβαθρο του μυθιστορήματος στερείται την ιστορική αξία του. Αξίζει, λοιπόν, να τη συνοψίσουμε. Ο Νετσάγιεφ, παρεισφρέοντας ως επικεφαλής ομάδας, συμμετείχε στις φοιτητικές ταραχές του 1868-69 και συνέγραψε, μαζί με άλλους, το φοιτητικό «Πρόγραμμα Επαναστατικών Ενεργειών». Ηταν ο συντάκτης της περιβόητης «Κατήχησης του Επαναστάτη», που κήρυσσε μια άναρχη και καταστροφική βία για τη βία. Το 1869 διέδωσε ότι συνελήφθη, ενώ πήγε στη Γενεύη, εμφανιζόμενος ως «εκπρόσωπος επαναστατικής επιτροπής». Συνδέθηκε με τον Μπακούνιν, χρηματοδοτήθηκε από το λεγόμενο «Απόθεμα Μπαχμέτεφ» για «επαναστατική» δράση και επέστρεψε στη Μόσχα. Δηλώνοντας «εκπρόσωπος» της – ανύπαρκτης – «Παγκόσμιας Επαναστατικής Ενωσης», δημιούργησε τη μικρή μυστική οργάνωση «Λαϊκή Εκδίκηση», σπέρνοντας τυφλή και καταστροφική βία. Ο Νετσάγιεφ έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει «προδότη» και να δολοφονήσει και τον παλιό αγωνιστή του φοιτητικού κινήματος και εργάτη Ι. Ιβανόφ (Σάτοφ λέγεται στο μυθιστόρημα), επειδή διαφώνησε με την τρομοκρατική βία του. Η αστυνομία συνέλαβε υπόπτους για τη δολοφονία του Ιβάνοφ, αλλά όχι τον Νετσάγιεφ, που βρέθηκε στη Γενεύη, όπου προσπάθησε να εισχωρήσει στην Α’ Διεθνή. Το 1870 συλλαμβάνεται από την ελβετική αστυνομία. Το 1871 στη Μόσχα, ερήμην του, διεξάγεται η «Δίκη Νετσάγιεφ», την οποία το τσαρικό καθεστώς σκόπιμα μετέτρεψε σε «Δίκη της Α’ Διεθνούς». Ο Νετσάγιεφ παραδίδεται στη Μόσχα το Γενάρη του 1873, περνά 20 χρόνια σε καταναγκαστικά έργα, αλλά και ξαναμπλέκεται σε βλαβερή για το επαναστατικό κίνημα δράση. Τη χρονιά της δίκης, ο Ντοστογιέφσκι γράφει τους «Δαίμονες», αποτυπώνοντας πλήρως την κοινωνική τοιχογραφία της εποχής. Την ιδεολογική αναζήτηση, τη σύγχυση και πολυδιάσπαση των φτωχών λαϊκών μαζών. Καυτηριάζει τη διεφθαρμένη, επηρμένη, «δαιμονισμένη» αριστοκρατία και τους πέριξ αυτής παρασιτικούς, τιποτένιους παιδαγωγούς και διανοούμενους. Τέτοιο παράσιτο είναι ο πατέρας του Πιοτρ Βερχοβένσκι, ο Στεπάν Βερχοβένσκι, προστατευόμενος της πάμπλουτης αριστοκράτισσας χήρας Βαρβάρα Σταυρόγκινα, άλλοτε «καθηγητής» του μοναχογιού της Νικολάι Σταυρόγκιν – ενός «κολασμένου», έκλυτου, ανικανοποίητου, καταστροφικού, ηδονιζόμενου με τη βία, εξ ου και χρηματοδότη του Πιοτρ Βερχοβένσκι, ο οποίος, μη βρίσκοντας νόημα για να ζήσει και λύτρωση από τους «δαίμονές» του, εξομολογούμενος τα αμαρτήματά του, αυτοκτονεί. Φρίττοντας από τη βία των εξουσιαστών και εκμεταλλευτών του λαού, αλλά και από τις τρομοκρατικές μεθόδους τύπου Μπακούνιν και Νετσάγιεφ, ο Ντοστογιέφσκι, μέγας ρεαλιστής αλλά και ψυχανατόμος, αποτύπωσε συνταρακτικά και τα δεινά της κοινωνίας, αλλά και την τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Πιστεύοντας στις ηθικές, ανθρώπινες αξίες και παραδόσεις του ρωσικού λαού, καταδεικνύοντας τους «δαίμονες» της εποχής του, ονειρευόταν το θρίαμβο του καλού. Αυτό το αριστουργηματικό, διαχρονικό και οικουμενικά επίκαιρο μυθιστόρημα, παρουσίασε στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών ο Γερμανός σκηνοθέτης Πέτερ Στάιν. Μια παράσταση λιτών σκηνικών μέσων, καθάριου ρεαλισμού, καλά καθοδηγημένων ερμηνειών από τον πολυμελή ιταλικό θίασο. Μια παράσταση που σεβάστηκε το μυθιστόρημα, δεν το αλλοίωσε με «εκσυγχρονιστικές» παρεμβάσεις και εντυπωσιοθηρικά ευρήματα, αφήνοντάς το να «μιλήσει» για την εποχή του και δι’ αυτής να παραπέμψει στο σήμερα. Μια παράσταση, που, με τα διαλείμματα (μερικά ήταν περιττά), διήρκεσε δώδεκα ώρες, ενώ οι οκτώμισι ώρες ήταν επί σκηνής, καθώς ο Στάιν επέλεξε αντί να ανεβάσει την καλά συμπυκνωμένη διασκευή του Αλμπέρ Καμί, να κάνει δική του διασκευή, μάλλον για προφανείς λόγους. Προσθέτοντας χρόνο στην επί σκηνής ερμηνευτική παρουσία της συζύγου του, Μανταλένα Κρίπα, ως Βαρβάρα Σταυρόγκινα, περικόπτοντας, όμως, άλλες σημαντικές, ιστορικού περιεχομένου, σκηνές του μυθιστορήματος και για διασκευαστικά – πνευματικά δικαιώματα.

«Ενα λεωφορείο»
  • «Ιππείς»

Το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, συμπράττοντας με τη «Θεατρική Διαδρομή», στα πλαίσια των Επιδαυρίων, ανέβασε τους «Ιππείς», μια κωμωδία με την οποία ο Αριστοφάνης έσυρε τα εξ αμάξης στους διεφθαρμένους, αστοιχείωτους, άρπαγες, δημαγωγούς, ψεύτες, λαοπλάνους της πολιτικής εξουσίας και της οικονομικής λαμογιάς της εποχής του. Ο Παφλαγόνας (προσωπείο του Κλέονα) και ο Αλλαντοπώλης (προσωπείο του Αγοράκριτου), είναι ίδιες και απαράλλαχτες «λέρες», ανταγωνιζόμενες για την εξουσία του Δήμου. Ο άθλιος Παφλαγόνας, καθώς τρώει τον αγλέουρα από το μόχθο του λαού και τον κρατικό κορβανά του Δήμου, χάνει την εξουσία, την οποία με τη βοήθεια των «Ιππέων» – του έτερου μεγάλου κόμματος του δικομματισμού, θα λέγαμε σήμερα – κερδίζει ο εξίσου άθλιος Αλλαντοπώλης, που πλανεύει το λαό, τάζοντας λαγούς με πετραχήλια, για να κάνει τα ίδια με τον προκάτοχό του.Το έργο, μεταφρασμένο εξαιρετικά από τον Κ. Χ. Μύρη, αλλά προσαρμοσμένο στο σήμερα, με πρόσθετες σατιρικές φραστικές παρεμβάσεις για το ΔΝΤ, την ΕΕ, τον Ολι Ρεν, την «τρόικα» που με σύμφωνη την πολιτική και οικονομική εξουσία μας πίνουν το αίμα, σκηνοθέτησε με σεμνότητα και μέτρο στα κωμικά ευρήματα, ο Βασίλης Νικολαΐδης. Συντελεστές του καλού παραστασιακού αποτελέσματος είναι οι: Γιάννης Μετζικόφ (εξαιρετικά κοστούμια και σκηνικό), Αντιγόνη Τσολάκη (μουσική), Χρήστος Παπαδόπουλος (χορογραφία), Νίκος Βλασσόπουλος (φωτισμοί). Στυλοβάτες της σκηνοθεσίας ο πηγαία λαϊκός, φυσικός και άμεσος, χαρισματικός κωμικός Παύλος Χαϊκάλης (Αλλαντοπώλης), απολαυστικός στην πρώτη του αριστοφανική ερμηνεία και ο πολύπειρος αριστοφανικά Γιώργος Αρμένης. Καλή η υποκριτική προσπάθεια των Σαμψών Φύτρου, Θύμιου Κούκιου (δούλοι) και Γιάννη Κοτσαρίνη (Δήμος). Εντυπωσιακή και γελαστική η χορευτική, βουβή μιμική του Μανώλη Θεοδωράκη (Ειρήνη).

«Ιππείς»
  • «Ενα λεωφορείο»

Μερικοί σκηνοθέτες κυνηγούν τη διασημότητα όχι με μια υψηλού επιπέδου δική τους δημιουργία, αλλά με την καταρράκωση σπουδαίων θεατρικών έργων, δίκην «νεοτερισμού», χρησιμοποιώντας συχνά ως «δόλωμα» για να διαφημιστεί και να γίνει αποδεκτό το «κατασκεύασμά» τους, κάποιο δυνατό όνομα. Αυτό έπραξε ο πολυδιαφημισμένος στην Ευρώπη, Πολωνός σκηνοθέτης Κριστόφ Βαρλικόφσκι. Παρουσίασε, στο Φεστιβάλ Αθηνών, μια ανενδοίαστης ασέβειας διασκευή του υπέροχου, πασίγνωστου και κινηματογραφικά, κοινωνικού και ταυτόχρονα ψυχολογικού δράματος «Λεωφορείο ο «Πόθος»», του Τένεσι Ουίλιαμς, με τίτλο «Ενα λεωφορείο» και με δόλωμα την υπεραισθαντική, αλλά και πολύ δυνατών και πολύ ασκημένων υποκριτικών μέσων (φωνητικά, κινησιολογικά) διάσημη Γαλλίδα ηθοποιό Ιζαμπέλ Ιπέρ (σ.σ. θα μας μείνει αλησμόνητη η ερμηνεία της στις «Επικίνδυνες σχέσεις» σε σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Γουίλσον). Ο Βαρλικόφσκι δεν είναι ατάλαντος. Με την παράστασή του, όμως, αποδείχνεται ασεβής. Δε σεβάστηκε ούτε το έργο του Ουίλιαμς, ούτε το τάλαντο της Ιζαμπέλ Ιπέρ. Ευθύνεται, όμως, κι εκείνη, που πειθαρχικά, σαν «μαθητούδι», υπηρέτησε την παρακμιακή, αντιδραματική, μετα-μεταμοντέρνα «εκσυγχρονιστική» και κακόγουστη, διασκευαστική και σκηνοθετική «ανάγνωση» του Βαρλικόφσκι. «Ανάγνωση», που στέρησε όλο το υπαρξιακό άλγος, τα τραυματικά βιώματα, την καλλιέργεια, την έμφυτη τρυφερότητα και ευγένεια, το αίσθημα της αξιοπρέπειας, τον τρόμο του κενού, της μοναξιάς, της βιοποριστικής αδυναμίας και του ματαιωμένου ονείρου για αγάπη, για λίγη ευτυχία, με τα οποία «κόσμησε» η ποίηση του Ουίλιαμς αυτό το θεατρικό πρόσωπο, την Μπλανς ντι Μπουά, ώστε να κορυφωθεί το δράμα της, με τον – εν ψυχρώ προαποφασισμένο από τον άντρα της αδελφής της – εγκλεισμό της σε ψυχιατρείο. Ο Βερλικόφσκι είδε την Μπλανς σαν θλιβερό, μισοπάλαβο, μέθυσο, μητρομανές, μισόγυμνα περιφερόμενο, γύναιο, που στο τέλος απλώς αποτρελαίνεται. Ο,τι σώθηκε από την ηρωίδα του Ουίλιαμς, οφείλεται στο ταλέντο της Ιπέρ. Χωρίς την ερμηνευτική παρουσία της, το σκηνοθετικό κατασκεύασμα δε θα βλεπόταν, δε θα αντεχόταν διόλου.

«ΙΠΠΕΙΣ» Θεατρική Διαδρομή & ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου – Φεστιβάλ Επιδαύρου

  • Η ΠΡΩΤΗ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΙΔΑΥΡΟ
  • Αέρας μπαλκονιού του ’81

  • «ΙΠΠΕΙΣ». Θεατρική Διαδρομή & ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου – Φεστιβάλ Επιδαύρου
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 5 Ιουλίου 2010

Ο  πολύπειρος Γιώργος Αρμένης (Παφλαγόνας) και ο πρωτοεμφανιζόμενος στην  Επίδαυρο Παύλος Χαϊκάλης (Αλλαντοπώλης), πρωταγωνιστές της παράστασης

Ο πολύπειρος Γιώργος Αρμένης (Παφλαγόνας) και ο πρωτοεμφανιζόμενος στην Επίδαυρο Παύλος Χαϊκάλης (Αλλαντοπώλης), πρωταγωνιστές της παράστασης

Μπορεί να μην ανήκει στα πλέον δημοφιλή έργα του Αριστοφάνη, είναι όμως το πρώτο που ανέβηκε με το όνομά του -λαμβάνοντας το πρώτο βραβείο στα Λήναια- και εκείνο όπου ο κωμωδιογράφος ολοκληρώνει την περίφημη δυστοπική του παρατήρηση: η νόσος της πολιτικής αντιμετωπίζεται με ομοιοθεραπεία, χορηγώντας στον άρρωστο οργανισμό της πόλης μεγαλύτερη δόση από την αρρώστια του.

Και γιατί όχι; Αρκεί να παρακολουθήσει κάποιος τα σημερινά τηλεπαράθυρα για να δει να επιβάλλονται ο χυδαιότερος του χυδαίου και ο ευτελέστερος του ευτελή. Η διαφορά βέβαια είναι πως ο Αριστοφάνης καταγγέλλει όχι την πολιτική αλλά τα μέσα της, καταλήγοντας πως μόνο με αυτά μπορεί να ανεβεί πια στην εξουσία ο ανατρεπτικός πολιτικός λόγος. Με άλλα λόγια: αν κάποιος θέλει σήμερα να σώσει τη δημοκρατία, ας μην πιστεύει πως μπορεί να το κάνει εκτός «παραθύρων».

Δεν είναι ιδιαίτερα παιγμένη η κωμωδία του Αριστοφάνη, διατηρεί όμως άσφαλτο το κριτήριό της και διεγείρει, ειδικά στις μέρες μας, τη δημοκρατική συνείδηση. Πολλά άλλα βέβαια τα περνάμε κάτω από το χαλί. Ενα από αυτά είναι ότι ο ειρηνιστής Αριστοφάνης εμφανίζεται ιδιαίτερα ελαστικός απέναντι στις δημαγωγικές μεθόδους για τις οποίες καταγγέλλει τους αντιπάλους του. Είπαμε όμως: σε κατάσταση σήψης η δημαγωγία και ο λαϊκισμός αντιμετωπίζονται με τα ίδια μέσα. Οι «Ιππείς» κουβαλούν μέσα τους την καταγγελία και απολογία των μεθόδων τους.

  • Κούφια επίθεση προς κάθε Παφλαγόνα

Το ότι είναι πολιτική η κωμωδία του Αριστοφάνη είναι αυτονόητο, η πολιτική παρέμβαση εξαρτάται όμως κάθε φορά από το επίπεδο της αγοράς. Στην εποχή μας εύκολο είναι να παραλειφθούν όσα στοιχεία καθιστούν τον αριστοφανικό νου ενοχλητικό και να ξεσπάσει -ή μάλλον να εκτονωθεί- η κατακραυγή σε μια κούφια επίθεση προς κάθε Παφλαγόνα (δηλαδή, περίπου, προς τον κανέναν). Ετσι και εδώ. Σχεδόν σαν κάθε αριστοφανική παράσταση που βλέπουμε στο Φεστιβάλ, και αυτή στοχεύει σε μια «λαϊκή» παράσταση, που θα περιοδεύσει σε τόπους της Ελλάδας επιζητώντας γέλιο και χειροκρότημα. Οι προθέσεις μπορεί να είναι αγαθές, μιλούμε όμως πάντα για παράσταση του συστήματος των δημοτικών θεάτρων, που χρηματοδοτείται από το σύστημα ενός κρατικού Φεστιβάλ και στηρίζεται μεταξύ άλλων από καλλιτέχνες γνωστούς (και) μέσω του τηλεοπτικού συστήματος. Πόση βαρύτητα μπορεί να αποκτήσει ο πολιτικός της λόγος;

Είχα τη χαρά να παρακολουθήσω την παράσταση από τα πάνω διαζώματα, για να ελέγξω ο ίδιος τη «λαϊκότητά» της. Διέκρινα βουβαμάρα στα σημεία όπου ο Νικολαΐδης μπόλιασε τον λόγο του Κ.Χ. Μύρη με ουσιαστικές ποιητικές αναφορές (όπως στη θαυμάσια Παράβαση, με τους καβαφικούς βαρβάρους), ένιωσα γύρω μου σαστιμάρα όταν το προκείμενο αφορούσε την ευθύνη του ίδιου του «δήμου» για την κατάντια της πόλης. Κι όταν άκουσα το πλατύ χειροκρότημα της λαϊκής επιδοκιμασίας, δεν μου φάνηκε αυθεντικό: σαν να εκκινούσε από τηλεοπτικού τύπου τσιτάτα, περιοριζόταν από έναν αέρα συντηρητισμού, το χειρότερο, γυρνούσε πίσω, σε έναν αέρα μπαλκονιού του ’81.

  • Λαμπρές ερμηνείες

Ξαναγυρνάμε επομένως στον χώρο της αισθητικής, όπου τα πράγματα είναι ασφαλώς καλύτερα. Το βάρος πέφτει στους δύο πρωταγωνιστές, στον Παφλαγόνα του πολύπειρου Γιώργου Αρμένη και στον Αλλαντοπώλη του πρωτοεμφανιζόμενου στην επιδαύρια ορχήστρα Παύλου Χαϊκάλη. Στην ερμηνεία του Χαϊκάλη, ο Αγοράκριτος έρχεται από μια Ελλάδα παροπλισμένη, αμαθή και χυδαία, ωστόσο με πηγαία ευγένεια, λεβεντιά και ντομπροσύνη. Χωρίς αμφιβολία ο Χαϊκάλης είναι λαμπρός κωμικός, δυσεύρετος σε κάθε γενιά ηθοποιών.

Ο Αρμένης επιφυλάσσει για τον Παφλαγόνα του τη στολή του πολιτικού θεατρίνου, όπως τη διαφύλαξε η παράδοση του βοντβίλ, του βωβού, της επιθεώρησης. Ενα παρτσακλό υβρίδιο αγοράς και σαλονιού, πολιτικού μπαλκονιού και τηλεοπτικού παραθύρου, με μπαλώματα και καμώματα δήθεν δημοκρατικής νοοτροπίας. Ο τρόπος που έχει ο Αρμένης να αναπηδά ελεύθερα πάνω στον κάθε ρόλο, χαρίζοντάς του κουνική ευδαιμονία και φυσικότητα, πρέπει κάποτε να μελετηθεί ως μέρος της ιθαγενούς υποκριτικής.

Οι δύο δούλοι του Σαμψών Φύτρου και του Θύμιου Κούκιου φέρνουν στον νου αρχέτυπα της κωμικής αντιφωνίας. Πολύ ικανοποιητικός ο Δήμος του Γιάννη Κοτσαρίνη, στην αρχική παραλυμένη εμφάνιση και στη σαββοπουλική αναλαμπή του στο τέλος με τη μορφή του Καραϊσκάκη. Την παράσταση κλέβει και η «αναιδής» Ειρήνη του Μανώλη Θεοδωράκη.

Ενδιαφέρον έχουν οι χορογραφίες του Χρήστου Παπαδόπουλου. Πράγματι οι «Ιππείς» είναι οι χρυσοί γόνοι, νεολαία πολύτιμη και σεβαστή, στην υπηρεσία της πόλης – και στα μάτια του Αριστοφάνη, η τελευταία ελπίδα της. Προβάλλεται κινησιολογικά με λεπτό τρόπο αυτή η θέση, μαζί με μια χαριτωμένη πινελιά στην κίνηση της περικεφαλαίας, που προσθέτει ο Μετζικώφ. Στη μουσική της Αντιγόνης Τσολάκη το κολάζ δημοτικών και σύγχρονων στοιχείων καταλήγει σε μια ειρωνική διαπίστωση για την ανισορροπία της σημερινής κουλτούρας μας.

Δεν είναι παράσταση που διαφέρει ριζικά από άλλες που έχουμε κατά καιρούς δει. Διαθέτει όμως μέτρο, καλούς συντελεστές, ευαισθησία και ευγένεια στην πρόθεσή της να βγάλει τον Αριστοφάνη από τον στίβο του λαϊκισμού. Αρέσει σίγουρα σε πολλούς, φοβάμαι όμως πως δεν ενοχλεί κατά βάθος κανέναν – στάση μάλλον αντίθετη με τις αρχές της αριστοφανικής τέχνης.