Επίκαιρο μιούζικαλ και δράμα

 

  • «Καμπαρέ»

 

«Η ζωή μπροστά σου»

 

Στη μεσοπολεμική Γερμανία, παράλληλα με άλλα αισθητικά ρεύματα, ανθοφόρησε ένα λαϊκό είδος θεάτρου, κράμα μουσικής, χορού και σάτιρας, με επιρροές από τον εξπρεσιονισμό. Το «θέατρο – καμπαρέ» αποτέλεσε τη γερμανική εκδοχή της θεατρικής επιθεώρησης, και από καλλιτέχνες σαν τον Καρλ Βάλεντιν (κειμενογράφος και θεατρίνος που θαύμαζε ο Μπρεχτ), και κάποιες άλλες μουσικοθεατρικές ομάδες εξελίχθηκε σε «πολιτικό» θέατρο, καθώς καυτηρίαζε αρνητικά φαινόμενα, γεγονότα, πρόσωπα και βέβαια τον ανερχόμενο ναζισμό, ως συνέπεια του κραχ του 1929. Λόγω του περιεχομένου του αλλά και των πολλών Εβραίων καλλιτεχνών, το «θέατρο καμπαρέ» κυνηγήθηκε απηνώς από τους ναζί και πριν γίνουν εξουσία. Το γερμανικό «θέατρο καμπαρέ» ενέπνευσε το αμερικανικό μιούζικαλ «Καμπαρέ» (1966) των Φρεντ Εμπ (στίχοι, πρόζα) και Τζον Κάντερ (μουσική), που έγινε διάσημο με την ομώνυμη ταινία (1972) του μετρ του είδους, Μπομπ Φος, και μεταγράφτηκε θεατρικά (1993) από τον Σαμ Μέντες. Η υπόθεση διαδραματίζεται στο Βερολίνο, το 1930, μεταξύ ενός καμπαρέ όπου τραγουδά η όμορφη, φτωχή, παντέρημη, αλλά και αφελής Αμερικάνα Σάλι Μπόουλς- και στη φτηνή πανσιόν της φροϊλάιν Σνάιντερ. Στην πανσιόν διαμένουν η Σάλι – με τον Αμερικανό τουρίστα συγγραφέα που γνώρισε στο καμπαρέ, τον Κλίφορντ Μπράντσο, ο οποίος την ερωτεύεται – άλλοι καλλιτέχνες του καμπαρέ και ο χήρος μεσήλικας Εβραίος μανάβης Σουλτζ. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου
Advertisements

Ελληνική κωμωδία και σάτιρα

«Οι χαλασοχώρηδες»

Παλιοί σπουδαίοι ηθοποιοί του θεάτρου μας, λ.χ. η Κατίνα Παξινού, κορυφαία ηθοποιός σε όλα τα είδη -στην τραγωδία, στο κλασικό και σύγχρονο δράμα, αλλά και στην κωμωδία και τη σάτιρα- δίδασκε ότι ο ηθοποιός για να προκαλεί στο θεατή αυθόρμητο, χορταστικό αλλά και νοήμον γέλιο πρέπει να παίζει την κωμωδία σοβαρά, σαν να πρόκειται για «δράμα». Αυτό το σοφό και παντοτινά ισχύοντα κανόνα λιγοστοί από τους νεότερους ηθοποιούς διδάχθηκαν. Ελάχιστοι, όμως, και από τους πηγαία κωμικούς ηθοποιούς εφαρμόζουν απαράβατα αυτόν τον κανόνα, καθώς, παρασυρόμενοι από τους θεατές και παρασύροντάς τους «κυνηγούν» το εύκολο γέλιο με υπερβολές και «κωμικίζουσες» μανιέρες τους. Η επισήμανση αυτή αφορά, λίγο – πολύ, και τις τρεις παραστάσεις που παρουσιάζει η σημερινή στήλη

  • «Υπάρχει και φιλότιμο»

«Ανώμαλος προσγείωσις», τιτλοφορούνταν η κωμωδία του παραγωγικού συγγραφικού διδύμου Αλέκος Σακελλάριος – Χρήστος Γιαννακόπουλος, που πρωτοπαρουσίασε το «Θέατρο Τέχνης», το 1950. Πρωτοπόρος υποστηρικτής της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, θαυμαστής των λαϊκών ειδών θεάτρου, «ανήσυχος» και τολμηρός αναζητητής του θεματολογικά και μορφολογικά καινούργιου, ο Κάρολος Κουν ανέβασε αυτήν την κωμωδία, εκφράζοντας δι’ αυτής την απέχθειά του για το πολιτικοκοινωνικό καθεστώς της μετεμφυλιακής Ελλάδας, που εξέθρεφε και βασιζόταν στη διαφθορά, στο ψέμα, στη δημαγωγία, στις κομπίνες και τις μίζες από δημόσια έργα, υπουργών, πολιτικών παραγόντων, τοπικών κομματαρχών και στο «ξεζούμισμα» του εγκαταλειμμένου στην τύχη του λαού. Η κωμωδία αυτή, ξαναδουλεμένη από τους συγγραφείς της, προσαρμοσμένη στη μικρής διάρκειας «δημοκρατική» διακυβέρνηση του Γεωργίου Παπανδρέου μεταφέρθηκε, το 1965, στον κινηματογράφο με τίτλο «Υπάρχει και φιλότιμο». Αυτή την πασίγνωστη από την κινηματογραφική εκδοχή της κωμωδία επέλεξε φέτος το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, θεωρώντας τη, προφανώς, πολιτικά επίκαιρη. Αναμφίβολα, υπάρχουν επίκαιρα στοιχεία στη μυθοπλασία και σε πρόσωπα αυτής της εξαιρετικής μαστοριάς κωμωδίας. Πλήθος Μαυρογιαλούρων υπουργών, ιδιαιτέρων γραμματέων και κομματαρχών στις εκλογικές περιφέρειες Μαυρογιαλούρων υπήρξαν στη σύγχρονη πολιτική ιστορία μας. Ουδέποτε μας έλειψαν… Στόχος των δύο συγγραφέων ήταν, μέσω του πρωταγωνιστικού προσώπου, του Μαυρογιαλούρου (υπουργού Μεταφορών και Δημοσίων Εργων), να δώσουν ένα «μήνυμα», να εκφράσουν την ανάγκη πολιτικοοικονομικής «κάθαρσης» της Ελλάδας. Πόσοι, όμως, «Μαυρογιαλούροι», διαθέτοντας τσίπα, παραιτήθηκαν μετά την αποκάλυψη των αμέτρητων σκανδάλων σε βάρος του λαού, στο παρελθόν; Ο Μαυρογιαλούρος της κωμωδίας είναι «πλάσμα» της φαντασίας και της επιθυμίας των συγγραφέων παρά της τότε ελληνικής πολιτικοοικονομικής πραγματικότητας. Πολύ περισσότερο δεν είναι της σημερινής πραγματικότητας, όσο κι αν επιχειρήσει κανείς να προσαρμόσει αυτήν την κωμωδία στο σήμερα, όπως -με μέτρο- προσπάθησε να κάνει η σκηνοθεσία του Γιάννη Μπέζου, με τη συμβολή των σκηνικών και των κοστουμιών του Αντώνη Χαλκιά. Εκεί που έχασε το μέτρο η σκηνοθεσία είναι στην υποκριτική καθοδήγηση των ηθοποιών. Τους αναφέρουμε με τη σειρά εμφάνισης: Ευγενία Δημητροπούλου, Νεκταρία Γιαννουδάκη, Ελένη Τσιμπρικίδου, Μανώλης Σορμαΐνης, Θανάσης Βισκαδουράκης, Τάκης Παπαματθαίου, Αντιγόνη Νάκα (η πιο λιτή υποκριτικά), Νίκος Σκουλάς, Τάσος Γιαννόπουλος, Ηλίας Μιχαλογιάννης. Οχι άμοιροι ταλέντου, αλλά με πολλή τηλεόραση στο ενεργητικό τους οι περισσότεροι, οι ηθοποιοί αφέθηκαν σε ένα φωνακλάδικο υπερπαίξιμο και με τηλεοπτικής ευκολίας και τυποποίησης πλασάρισμα του «κωμικού», με αποτέλεσμα το κωμικό να «καίγεται» και το γέλιο των θεατών να «παγώνει». Μόνον ο πολύπειρος, πραγματικά πολύ ταλαντούχος, Γιώργος Παρτσαλάκης (Μαυρογιαλούρος), ξεφεύγει κάπως από τις τηλεοπτικές μανιέρες του και βρίσκει κάποιες στιγμές το μέτρο, τη φυσικότητα, την αλήθεια, τον προαναφερόμενο ερμηνευτικό «κανόνα» της κωμωδίας.

  • «Φαύστα»
«Φαύστα»

«Κειμήλιο» της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας, ιδιοφυής σουρεαλιστική κοινωνική σάτιρα, η «Φαύστα» του αείμνηστου Μποστ έχει γνωρίσει «δόξα» λαμπρή από σκηνής του θεάτρου «Στοά», και άλλων θεάτρων. Τη «Φαύστα» ή την ανεβάζει κανείς πιστεύοντας στη διαχρονική αξία της, στην απαράμιλλη, γεμάτη αλλεπάλληλες φαρσικές καταστάσεις μυθοπλαστική «τρέλα», στο σατιρικό καγχασμό για την ανοησία, την αμορφωσιά, τη μεγαλομανία, την κακογουστιά, τα γελοία χούγια της μικροαστικής τάξης που μιμείται τη μεγαλοαστική, στο οιστρήλατο, σκόπιμα ψευτοκαθαρευουσιάνικο γλωσσικό ιδίωμα του Μποστ, ή τη θεωρεί ξεπερασμένη και δεν την ανεβάζει. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας «Θεσσαλικό Θέατρο», Κώστας Τσιάνος, ενώ είναι θαυμαστής της κωμωδίας αυτής, ακολούθησε την τρέχουσα «μόδα». Παρενέβη κειμενικά στο πρωτότυπο, με δικά του «επικαιρικά» αστειάκια και πρόσθεσε χορούς, μουσικές και τραγούδια διαφόρων εποχών και ειδών (μουσική επιμέλεια Σπύρου Καβαλιεράτου). Ετσι από σουρεαλιστική κοινωνική σάτιρα η «Φαύστα» μεταμορφώθηκε σε μια γκροτέσκα ηθογραφική μουσικοχορευτική κωμωδία, που (εκουσίως ή ακουσίως) προκαλεί την αίσθηση ότι παρωδεί το πρωτότυπο έργο. Η σκηνοθετική πρόθεση διογκώθηκε με το σφιγμένο, υπερβολικό, υψηλόφωνο, τάχα «κωμικό», λίγο πολύ τηλεοπτικής αντίληψης παίξιμο των Νικολέτας Βλαβιανού, Πάνου Σταθακόπουλου, Σταύρου Νικολαΐδη, Βασίλη Γιαβρή, Ηλία Μπερμπέρη. Μόνον η ερμηνεία της Μαίρης Σαουσοπούλου συγγενεύει με το υποκριτικό ήθος που απαιτεί το έργο του Μποστ. Ο νέος ηθοποιός Χάρης Φλέουρας (Ριτσάκι), με την ιδιότυπη φιγούρα, την κωμική εκφραστικότητα και την κινησιολογική ικανότητά του αποτελεί μια ελπιδοφόρα περίπτωση κωμικού.

  • «Οι χαλασοχώρηδες»
«Υπάρχει και φιλότιμο»

Μέγας συγγραφέας, γέννημα – θρέμμα της φτωχολογιάς, διά βίου φτωχός ο ίδιος, γράφοντας ασταμάτητα από ανάγκη για λίγη τροφή, μια ταπεινή φορεσιά, και μια μικρή νοικιασμένη κάμαρη, αλλά και από αξεδίψαστη ανάγκη να παρατηρεί και να «απαθανατίζει» την κοινωνική πραγματικότητα, την καθημερινή ζωή, τα αισθήματα, τους πόθους, τα βάσανα, τα πάθη και τα λάθη του λαϊκού ανθρώπου, προβλήματα, φαινόμενα, ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα της εποχής του, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, το 1892 – ένα χρόνο πριν την επισημοποίηση της πτώχευσης του νεοελληνικού κράτους, δημοσίευσε στην εφημερίδα «Ακρόπολις» ένα διήγημα, υπό τον εύγλωττο τίτλο «Οι χαλασοχώρηδες». Η καταχρεωμένη εξαιτίας της πολιτικής του τότε δικομματισμού, η χρεοκοπημένη και συστηματικά περικυκλωμένη από ξένους «προστάτες» και «δανειστές» Ελλάδα, το 1892 προκήρυξε εκλογές. Ουδεμία πραγματική, ωφέλιμη για το λαό διέξοδος υπήρχε, όποιο από τα δύο κόμματα γινόταν κυβέρνηση. Αυτή τη μαύρη αλήθεια, για τα έργα, τα ήθη, τη δημαγωγία, την ψηφοθηρία και των δύο ανταγωνιζόμενων για την εξουσία κομμάτων, των κομμάτων που «χάλασαν» τη χώρα, αλλά και για την πολιτική αφέλεια του λαού – θύματος που, κατά το συμφέρον τους, άγουν και φέρουν οι εκατέρωθεν ανταγωνιζόμενοι υποψήφιοι και οι τοπικοί κομματάρχες -ψηφοθήρες τους. Στο παντοπωλείο – καφενείο, κέντρο συνέρευσης των αρσενικών κατοίκων του νησιού φουντώνουν οι προεκλογικές πονηριές, ψευτιές, υποσχέσεις, «παγίδες», απειλές και οι καυγάδες μεταξύ των κομματαρχών και των υποστηρικτών των δύο κομμάτων. Η προεκλογική «μάχη» συνεχίζεται και στους δρόμους και σπίτι με σπίτι. Μόνον ένας κάτοικος, θύμα της πολιτικής και των δύο κομμάτων κατηγορηματικά τους αρνείται την ψήφο του. Κι όταν έρθει η μέρα των εκλογών, τότε αρχίζει το «παιχνίδι» της καλπονοθείας, σε βάρος πάλι του γελασμένου λαού. Παρότι ολιγόπειρη ή και πρωτόπειρη η νέα θεατρική ομάδα «Ξανθίας», ανέβασε το διήγημα του Παπαδιαμάντη, αποκαλύπτοντας τη σατιρική δεινότητα του Παπαδιαμάντη και αναδεικνύοντας την επικαιρική αξία του διηγήματός του. Η σεβαστική διασκευή (δεν δηλώνεται ο διασκευαστής), η σεμνή, όχι χωρίς αδυναμίες, σκηνοθεσία του Κώστα Παπακωνσταντίνου, τα «φτωχού θεάτρου» σκηνικά και κοστούμια της Λυδίας Κοντογιώργη, η διακριτική μουσική του Θοδωρή Οικονόμου, η εκφραστική κινησιολογία της Μαργαρίτας Τρίκκα, οι φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου και η ομόθυμου υποκριτικού κεφιού ερμηνείες όλων των ηθοποιών του θιάσου -Ελισσαίος Βλάχος, Παύλος Εμμανουηλίδης, Θοδωρής Θεοδωρίδης, Ροζαμάλια Κυρίου, Αγγελική Μαρίνου, Κώστας Παπακωνσταντίνου, Παναγιώτης Σούλης- αξίζουν επαίνου και ενθάρρυνσης για το μέλλον της ομάδας.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ,
Κυριακή 1 Σεπτέμβρη 2013

«Μουσείο ανθρώπινης συμπεριφοράς»

getImageΣτο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, για δεύτερη χρονιά, αλλά σε ανανεωμένη εκδοχή, το θέατρο «Σημείο» παρουσίασε σε πολλούς χώρους (στο αίθριο, στο γκαράζ, στις σκάλες – πάνω και κάτω από αυτές, στα ασανσέρ, στην ταράτσα, στην είσοδο των τουαλετών, ακόμα εντός τουαλέτας) του Μουσείου Μπενάκη (Πειραιώς 138), ένα, τρίωρης διάρκειας, πρωτότυπο σαν σύλληψη, θεατρόμορφο δρώμενο, με τίτλο «Μουσείο ανθρώπινης συμπεριφοράς». Μια σύνθεση 15 συνολικά κειμένων (αποσπάσματα βιβλίων Ελλήνων και ξένων συγγραφέων, προσωπικές μαρτυρίες και κείμενα που έγραψαν οι Μιχάλης Παλίλης, Κάλια Παπαδάκη, Στέλιος Χατζηαδαμίδης και Γιάννης Τζαννετάκης), για τη ζωή, τον έρωτα, την αγάπη, τα νιάτα και τα γηρατειά, τις σχέσεις γονιού – παιδιού, το φυσικό και αφύσικο θάνατο, ποικίλες εμπειρίες, ψυχολογικά τραύματα, πληγωμένα συναισθήματα, απραγματοποίητους πόθους, το καλό και το κακό, τα ανθρώπινα πάθη από τη βία της εξουσίας, κ.λπ. Ενα σκηνικό πείραμα, μια έμψυχη «εγκατάσταση», με 19 ηθοποιούς που με κίνηση, λόγο, σιωπές και ελάχιστα αντικείμενα, «διηγούνταν», δημιουργούσαν συνεχώς «εικαστικές» εικόνες, ωσάν ζωντανά γλυπτικά και ζωγραφικά «εκθέματα», τα οποία κοίταζαν εκ του συστάδην οι θεατές, όπως αντικρίζουν, κοιτάζουν ο καθένας με τη δική του, διαφορετική «ματιά», όπως κατανοούν ή όχι, προτιμούν κάποια και προσπερνούν άλλα εκθέματα οι επισκέπτες ενός μουσείου. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Ενα παράξενο απόγευμα»

getImageΜια νεανική ομάδα, με την επωνυμία «Επωδός», παρουσίασε στον κήπο της Κεντρικής Δημοτικής Βιβλιοθήκης Αθήνας (κτίριο που χρησιμοποίησαν ως χώρο μεταβίβασης κρατουμένων οι ναζί κατακτητές, αλλά και η φασιστική δικτατορία του 1967), το έργο του Αντώνη Δωριάδη «Ενα παράξενο απόγευμα». Ενα έργο καταγγελίας του σκοταδισμού, του δόλου, της προσπάθειας φίμωσης του λαού και των φρικιαστικών βασανιστηρίων που επέβαλε η χούντα σε όσους της αντιστέκονταν, του οποίου την παρουσίαση ο συγγραφέας την αφιέρωσε στον απάνθρωπα βασανισμένο Σπύρο Μουστακλή. Η πλοκή του έργου εκτυλίσσεται ένα απόγευμα, σε δημόσιο χώρο. Ενας νέος άνδρας (προσωπείο του συγγραφέα), «τυχαία» βλέπει μια ωραία γυναίκα, μόνη, να διαβάζει σε ένα παγκάκι. Την πλησιάζει, καπνίζει συνεχώς και τάχα «παραμιλώντας» για τα προβλήματά του, της πιάνει κουβέντα. Η κουβέντα τους θα εξελιχθεί σε αποκάλυψη. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Ο Φώντας»

getImageΜετά τη μεταπολίτευση, κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, η απαλλαγμένη από τη χουντική λογοκρισία ελληνική δραματουργία μπόρεσε να ανασάνει, να ελευθερωθεί θεματολογικά, μορφολογικά και γλωσσικά, να πει ιστορικές, κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές αλήθειες, που επί δεκαετίες δεν τολμούσε ή δεν την άφηναν να πει για τα μύρια κακώς κείμενα που όχι μόνο κατά το παρελθόν, αλλά και μεταπολιτευτικά βασάνιζαν, πλανούσαν, διαστρέβλωναν, διέβρωναν, διέφθειραν την ελληνική κοινωνία, την ανθρώπινη ζωή και συνείδηση. Χάρη στο πρωτοπόρο (από τη δεκαετία του 1950 και τις επόμενες) στη στήριξη της σύγχρονης ελληνικής δραματουργίας «Θέατρο Τέχνης» και στο θέατρο «Στοά» (από τη μεταπολίτευση και εντεύθεν), δόθηκε η δυνατότητα να πρωτοδοκιμαστούν αρκετοί νέοι συγγραφείς και μερικοί από αυτούς να εξελιχθούν και να καταξιωθούν. Μεταξύ των καταξιωμένων ήταν και ο πρόωρα αποβιώσας Μήτσος Ευθυμιάδης. Μετά το – σαφώς επηρεασμένο (θεματολογικά και μορφολογικά) από το «Μεγάλο μας τσίρκο» του Ιάκωβου Καμπανέλλη – εξαιρετικό (ποιητικο-ρεαλιστική σάτιρα, ιστορικο-πολιτικού περιεχομένου, εμπλουτισμένη με τραγούδια – σχόλια) παρθενικό έργο του, «Προστάτες» (1974), που ανέβασε το «Θέατρο Τέχνης» (1975), ο Ευθυμιάδης εντάσσεται στο αναπτυσσόμενο από άλλους συγγραφείς «ρεύμα» του νατουραλισμού, που καυτηρίαζε διάφορα «άνθη του κακού» (ατομικά και συλλογικά ήθη, φαινόμενα, συμπεριφορές, αντιλήψεις, «αξίες», στάσεις, τρόπους ζωής, ακόμη και γλωσσικά ιδιώματα), που σταδιακά, ανεπαισθήτως, μετά τη μεταπολίτευση «μόλυναν» το «σώμα» του ελληνικού λαού, που θάρρεψε ότι «απελευθερώθηκε» από τον από συστάσεως του ελληνικού κράτους κύριο υπαίτιο των δεινών του. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Ελένη»

ΕλένηΡεαλιστής με όλα τα ανθρώπινα ο Ευριπίδης, πάντα ιδιοφυώς ειρωνευόμενος τις «θεϊκές βουλήσεις» που δήθεν ορίζουν τις πράξεις και τα πάθη των ανθρώπων, έγραψε την εμμέσως αντιπολεμική, την ειρωνικότατα ευτυχούς τέλους ιλαροτραγωδία «Ελένη». Ο Πάρις, ξεγελασμένος από τους «θεούς», δεν απήγαγε και πήγε στην Τροία την πραγματική Ελένη, αλλά ένα ομοίωμά της. Η πραγματική Ελένη, «ενάρετη» και «πιστή» πάντα στον άντρα της Μενέλαο, «οδηγήθηκε» από τους θεούς στην Αίγυπτο, της οποίας ο «βάρβαρος» βασιλιάς Θεοκλύμενος, που σφάζει κάθε ξένο, πιεστικά θέλει να την παντρευτεί. Η Ελένη ταράζεται από ένα «όνειρο», αλλά η αδελφή του βασιλιά, ιέρεια Θεονόη, το θεωρεί καλό «σημάδι». Στο γυρισμό από την Τροία, ο Μενέλαος ναυαγεί στη ακτή της Αιγύπτου, όπου τυχαία ρεμβάζει η Ελένη. Το ζεύγος αλληλοαναγνωρίζεται, σχεδιάζει και με τη βοήθεια της Θεονόης κατορθώνει τη δραπέτευσή του και την ευτυχή επιστροφή στην Ελλάδα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Τραχίνιες»

ΤραχίνιεςΕκτός του «Κύκλωπα», το Εθνικό Θέατρο παρουσίασε στα Επιδαύρια και την ελάχιστα παιζόμενη τραγωδία του Σοφοκλή «Τραχίνιες», για το διπλό, ερωτικής αιτιολογίας, φοβερό χαμό του Ηρακλή και της γυναίκας του Διηάνειρας. Ο Σοφοκλής, ποιτητικά, αλλά με σκληρή ρεαλιστική αλήθεια και περισσή θλίψη για τα υπαρξιακά πάθη και τους θανάσιμους έρωτες των ανθρώπων, χειρίζεται το μύθο για το φρικτό τέλος του Ηρακλή. Ο «ημίθεος» γιος του Δία και της Αλκμήνης, που διεκδίκησε τη Διηάνειρα από τον αντίζηλό του ποταμό – τέρας Αχελώο, εξοντώνοντας με τα βέλη του τον φιδίσιο Νέσο, την παντρεύτηκε και έκανε πολλά παιδιά μ’ αυτήν, έμελλε να χαθεί από το «ερωτικό φίλτρο», που ξεψυχώντας έδωσε ο Νέσος στη Διηάνειρα, αν ποτέ το χρειαστεί. Η Διηάνειρα, ανήσυχη με την πολύμηνη απουσία του Ηρακλή από το σπίτι του στην Τραχίνα και φοβούμενη παλιούς χρησμούς, στέλνει το γιο της Υλλο, να αναζητήσει τον πατέρα του. Με δύο αγγελιαφόρους διασταυρώνεται το κακό μαντάτο. Ο Ηρακλής έχει αλώσει την πόλη του Ευρίτου, από έρωτα για την όμορφη κόρη του, Ιόλη και επιστρέφει με αυτήν. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου