«Εχθροί εξ αίματος» του Αρκά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου

  • Ο Χοντρός, ο Λιγνός και ο Νεφρός
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • Λουίζα Αρκουμανέα

Παντελής Δεντάκης και Λαέρτης Μαλκότσης σε στιγμιότυπο από την παράσταση

«Kαρδιά από αέριο» ή στο πρωτότυπο Coeur gaz: έτσι λεγόταν η πρωτοφανής παράσταση που παρουσιάστηκε το 1921 από τον μέγα ντανταϊστή καλλιτέχνη Τριστάν Τσαρά στο Παρίσι στην Galerie Μontaigne. Ηρωες του έργου ήταν ο Λαιμός, το Μάτι, η Μύτη, το Στόμα, το Αφτί και το Φρύδι. Σύμφωνα με το σενάριο, ο Λαιμός θα παρέμενε στο μπροστινό μέρος της σκηνής καθ΄ όλη τη διάρκεια της παράστασης, η Μύτη απέναντί του και όλοι οι υπόλοιποι ήρωες θα μπαινόβγαιναν ανάλογα με τη διάθεσή τους. Πρώτο μιλούσε το Μάτι το οποίο έψελνε μονότονα: «Αγάλματα, κοσμήματα, ψητά φαγητά» ξανά και ξανά, αναγκάζοντας το Στόμα να σχολιάσει: «Αυτή η συζήτηση είναι προβληματική, δεν βρίσκετε;». Και ολόκληρο το «πρόσωπο» επαναλάμβανε την παρατήρηση αυτή με αποκορύφωμα την αντίδραση ενός θεατή «φυτεμένου» ανάμεσα στο κοινό: «Είναι χαριτωμένο το έργο σας αλλά κανένας δεν καταλαβαίνει λέξη». Σε αυτό το μοτίβο εξελίσσονταν και οι τρεις πράξεις σε ένα λεκτικό χάπενινγκ-ύμνο στην ασυναρτησία που κατέληγε σε καβγά- όπως συνηθιζόταν σε εκείνες τις βραδιές- με τον Αντρέ Μπρετόν και τον Πολ Ελυάρ να ηγούνται της επίθεσης κατά του Τσαρά.

  • Τα χαρακτηριστικά του προσώπου παρά την εκφραστικότητά τους φάνηκαν μάλλον ανιαρά- είναι εξάλλου τόσο χιλιοτραγουδισμένα από τους ποιητές του κόσμου – στον μέγα σουρεαλιστή της δικής μας εποχής, τον Αρκά. Και αποφάσισε να βάλει το μαχαίρι στο κόκαλο και ακόμη πιο βαθιά, να φθάσει ως τους κυριολεκτικά αφανείς ήρωες της ύπαρξής μας, τα ίδια μας τα όργανα. Και πάλι, δεν διάλεξε την «γκλαμουράτη» βασίλισσα του έρωτα, την καρδιά, ή τον αυστηρό ηγεμόνα της βούλησης, το μυαλό, αλλά προτίμησε τα πιο περιφρονημένα, τα λιγότερο ελκυστικά μέρη του σώματός μας: το λεπτό έντερο, το παχύ έντερο και το δεξί νεφρό.
  • Οχι ότι αυτό θα έπρεπε να μας κάνει εντύπωση: η ικανότητα να διαβλέπει χαρακτήρες εκεί όπου οι άλλοι βλέπουν στερεότυπα ήταν πάντα το μεγάλο του χάρισμα. Ο άνθρωπος που φαντάστηκε και αποτύπωσε το ζωικό βασίλειο ως ένα ολόκληρο σύμπαν ισότιμο σε ευφυΐα και εξίσου θαυμαστό σε συναισθηματική ποικιλομορφία- κομπλεξικό, ρομαντικό, ματαιόδοξο, φιλόδοξο- με το ανθρώπινο, ο δημιουργός που χάρισε οιδιπόδεια συμπλέγματα σε ένα γουρούνι και βιτριολικό χιούμορ σε ένα ποντίκι, που μετέτρεψε σε femme fatale μια γάτα και σε ματαιωμένο αρσενικό έναν γάτο, δεν θα μπορούσε παρά να στρέψει το βλέμμα του σε μία ακόμη ανεξερεύνητη περιοχή τού είναι και να εντοπίσει αυτό που λέμε «ζωή»- λάθη, πάθη, μίση, χαζομάρες- όχι «εκεί έξω» αλλά «εδώ μέσα». Το αιρετικό βλέμμα του Αρκά, αφού πέρασε από δάση, χωράφια, κοτέτσια και λασπόνερα, έκανε στάση σε τοίχους, πατώματα και καναπέδες, αποφάσισε τώρα να περιπλανηθεί στους διαδρόμους των αρτηριών, να ανεβοκατέβει τους ορόφους της σπονδυλικής στήλης και να ξαποστάσει στη σκιά του στομαχιού.
  • Το «μέσα» είναι πάντα η μικρογραφία τού «έξω»: αυτό μας διδάσκουν οι Εχθροί εξ αίματος. «Τι πράγματα είναι αυτά; Είναι συμπεριφορά οργάνων αυτή;». Το Παχύ Έντερο, αγανακτισμένο, διαμαρτύρεται. Και με το δίκιο του: πώς μπορούν να τσακώνονται μεταξύ τους την ώρα που το σώμα βρίσκεται σε κώμα και η κατάσταση του ασθενούς είναι κρίσιμη;
  • Το Παχύ Έντερο, έντρομο, δυσκολεύεται να κάνει τη δουλειά του. Όλα αυτά που ακούει από το Λεπτό Εντερο δεν τα πιστεύει. Είναι δυνατόν να πλέκεται ολόκληρη συνωμοσία μεταξύ καρδιάς, νεφρού και συκωτιού έτσι ώστε να εξασφαλίσουν τη μετακόμισή τους σε άλλο σώμα, αδιαφορώντας για τους συναδέλφους τους; Στο κάτω κάτω όλοι μαζί δεν μεγάλωσαν; Ολοι μαζί δεν άρχισαν να λειτουργούν από την πρώτη ημέρα; Ολοι μαζί δεν περνάνε τα τελευταία χρόνια τον εφιάλτη του αλκοόλ που δηλητηριάζει τον κόσμο τους; Προς τι λοιπόν τόσο μίσος; «Εγώ δεν έχω εχθρούς. Όλα τα όργανα είναι φίλοι μου. Τάχθηκα να υπηρετώ την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος. Αυτό μας έχει φάει εδώ μέσα: ο ανταγωνισμός των συστημάτων». Ο ιδεαλισμός και η αφέλεια του «χοντρού»όπως χαϊδευτικά τον αποκαλεί ο «ψηλός»- διαγράφονται αφοπλιστικές. Αδυνατεί να κατανοήσει τη σκοτεινή πολυπλοκότητα των σκέψεων του Δεξιού Νεφρού. Αδυνατεί να καταλάβει πώς γίνεται κάποιοι να σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους και να σχεδιάζουν την εξουδετέρωση του Εγκεφάλου- κι ας τους έχει φερθεί αυτός, ο «αρχηγός», με τον χειρότερο, πιο εγωιστικό τρόπο, ενδίδοντας καθημερινά «στο μπουκάλι». «Έτσι αποφασίσαμε να του προκαλέσουμε εγκεφαλικό επεισόδιο», ομολογεί το Δεξί Νεφρό ύστερα από πίεση. «Και πώς θα είναι η ζωή μας χωρίς εγκέφαλο δηλαδή;» ρωτάει το Παχύ Έντερο. «Άνετη και χαλαρή», του απαντάει ατάραχο το Δεξί Νεφρό. «Θα πάψουμε να ζούμε με τον εφιάλτη του οινοπνεύματος».
  • Ένα ολόκληρο θεατρικό έργο εκτυλίσσεται στα σπλάχνα μας κι εμείς δεν έχουμε ιδέα. Σχέσεις γεννιούνται, ίντριγκες διαπλέκονται, φιλίες και έχθρες αναπτύσσονται, οι αμφισβητίες του «συστήματος» αντιπαρατίθενται με τους ουτοπιστές «ενωτικούς», ενώ λίγο παραπέρα ανώτερες δυνάμεις κατεργάζονται τα δικά τους ολέθρια σχέδια την ίδια στιγμή που το τέλος δεν το ελέγχει κανείς. Ένα μαύρο αριστούργημα, μια μακάβρια όσο και αστραφτερή κωμωδία με τα πιο αναπάντεχα υλικά παρέλαβε από την πένα του Αρκά ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος και έστησε μια παράσταση ζωντανή, απολαυστική, εύρυθμη, με οξείες ερμηνείες, που ακροβατούν υποκριτικά ανάμεσα στα κόμιξ και τον ρεαλισμό, παρασύροντάς μας στο ιδιότυπο αυτό σύμπαν.
  • Η φυσικότητα της σκηνοθεσίας- η αίσθηση δηλαδή ότι όλα όσα βλέπουμε μέσα στον σουρεαλισμό τους φαντάζουν απολύτως λογικά, ενώ ταυτόχρονα κάθε ατάκα και κάθε τροπή στην εξέλιξη της ιστορίας δεν παύουν να μας αιφνιδιάζουν- είναι ίσως η μεγάλη της αρετή. Ταυτόχρονα όμως δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί κανείς πόσες δυνατότητες θα προσέφερε μια πιο εκκεντρική προσέγγιση, όπου η αφηγηματική ευθεία (η αίσθηση ότι παρακολουθείς τα καρέ των κόμιξ σε πραγματικό, «σαρκικό» χρόνο) θα «έσπαγε» μέσα από ευρήματα που θα αξιοποιούσαν στο έπακρο τον πλούτο του φανταστικού νεφροεντερικού χωροχρόνου. Το σκηνικό της Μαγιούς Τρικεριώτη, μια κόκκινη πλαστική φουσκωτή επιφάνεια με λευκά σκαλοπάτια σπονδύλους και κρεμαστούς αδένες, δένει εξαιρετικά με το σύνολο, όπως και τα φλούο κοστούμια-φόρμες εργασίας, ιδανικά για αυτούς που κάνουν όλη τη «βρωμοδουλειά». Απουσιάζει όμως- κι εδώ επανέρχομαι στην προηγούμενη παρατήρηση- το υγρό στοιχείο και γενικότερα οι οπτικές εκπλήξεις που θα μπορούσε να προσφέρει η αναπαράσταση ενός τέτοιου ασυνήθιστου εσωτερικού χώρου. Εξαιρετικός ο Λαέρτης Μαλκότσης ως Παχύ Έντερο, πλάθει έναν ήρωα με προσωπικότητα τόσο πειστική που νιώθουμε να βιώνουμε όλο το δράμα σχεδόν μέσα από το δικό του πετσί. Ιδιαίτερα καλοί όμως και οι δύο συμπρωταγωνιστές του, ο Ανδρέας Κωνσταντίνου ως καχύποπτο ερειστικό Λεπτό Έντερο και ο Παντελής Δεντάκης, ένα Δεξί Νεφρό με τάσεις μελοδραματισμού.
  • ΤΟ ΒΗΜΑ | Κυριακή 8 Μαρτίου 2009
Advertisements

«Εχθροί εξ αίματος» του Αρκά. * Θέατρο του Νέου Κόσμου Πάνω Χώρος

Ο Αρκάς είχε την τύχη με το μέρος του: αξιώθηκε να εκφράσει το ταλέντο του σε μια τέχνη, τα κόμικς, που τον έκανε αξιαγάπητο. Σε αυτόν οφείλεται η συνήθεια που έχουν αποκτήσει τα τελευταία χρόνια οι αναγνώστες του «Εψιλον» να διαβάζουν σαν πρώτη την τελευταία σελίδα του περιοδικού. Η σελίδα του Αρκά είναι το σφηνάκι που πρέπει να το πιεις πάντα με την αγορά της εφημερίδας στα όρθια, βάζοντας την υπόλοιπη επικαιρότητα υπό μάλης για μετά.

Οι ηθοποιοί Παντελής Δεντάκης, Λαέρτης Μαλκότσης και Ανδρέας Κωνσταντίνου
Από εκεί και πέρα μπορεί να εμβαθύνει κανείς όσο θέλει στα σκίτσα του. Σύντομες στιγμές ενός βοντβίλ, κωμικό παιχνίδι σε δυο χρόνους, ανάμεσα στη λεζάντα και την εικόνα, ανάμεσα σε δύο αντίθετους τύπους: ο κόσμος του Αρκά είναι μαζί μελαγχολικός, σέξι και κυνικός. Παραμένει όμως αθώος στη διαψευσμένη του ονειροπόληση, αθώος σε σχέση με το σύμπαν που περιβάλλει τα σκίτσα του. Καταφέρνει να διατηρεί στο κέντρο της δημιουργίας του μια ειλικρινή πνοή παιδικότητας, την αφέλεια ενός ανθρώπου που βλέπει τα πράγματα σαν παιδί και τα σκέφτεται σαν μεγάλος.Γεγονός είναι πως αυτό επιτρέπει στον Αρκά να εντάσσει τη φαντασία του στον κόσμο της αλληγορίας, στην ένταση, το σκέρτσο και την ανατροπή της. Το «Εχθροί εξ αίματος» το δείχνει καθαρά: όσο και αν μοιάζει ακροβατική η συσχέτιση, ο κόσμος στον οποίο το παχύ έντερο συνομιλεί με το λεπτό έντερο για τις πολιτικές ίντριγκες του νεφρού με την καρδιά παραμένει στην ουσία της ένας αριστοφανικός κόσμος. Είναι το παράδειγμα ανάτασης του πλέον χαμηλού και γείωσης του πλέον υψηλού, σύμφωνα με τους νόμους της ουτοπίας.

Εδώ, στο σύμπαν της γαστρεντερολογίας, όπου διαδραματίζονται οι «Εχθροί εξ αίματος», τα πράγματα εντάσσονται για ακόμη μία φορά στη χαρακτηριστική ανθρωποκεντρική και ποικιλόμορφη οντολογία του Αρκά. Εχουμε και εδώ την (αναγκαστική) γειτνίαση δύο συμπληρωματικών στην αντίθεσή τους τύπων: από τη μια το αγαθό παχύ έντερο (Λαέρτης Μαλκότσης), που ζητά την τάξη και την ασφάλεια, και από την άλλη το υποψιασμένο λεπτό έντερο (Ανδρέας Κωνσταντίνου), που μυρίζεται συνωμοσίες. Ενα ατύχημα του φέροντος οργανισμού επιδεινώνει την ήδη άσχημη κατάσταση: με τον εγκέφαλο νεκρό, νέες ίντριγκες εξυφαίνονται μεταξύ των οργάνων του σώματος, σχέδια σωτηρίας από τα οποία, όπως πάντα, εξαιρούνται του σώματος οι κολασμένοι.

Υπάρχει ασφαλώς το πρόβλημα της απεικόνισης του Αρκά στη σκηνή, πρόβλημα που αφορά την κίνηση, το χαρακτήρα και το ήθος των μορφών του. Το ζήτημα όμως καταλήγει στο νόημα του εγχειρήματος: Τι άραγε είναι το «Εχθροί εξ αίματος»; Ζωντανό κόμικς, πολιτική αλληγορία, υπερρεαλιστικό επεισόδιο;

Χωρίς σαφή προσανατολισμό στο πρώτο του ανέβασμα από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, το έργο γίνεται ένα είδος φιλολογικής κιριοζιτέ για τους φίλους του κομίστα, ένα διασκεδαστικό και σύντομο σκετς, το οποίο στηρίζεται σε ένα εύρημα και σε μερικά γύρω από αυτό γκαγκ.

Διόλου τυχαία, τα ερείσματα που δίνει στους ηθοποιούς είναι λίγα και εξαντλούνται τα περισσότερα στην εξωτερική περιγραφή των ιδιόμορφων ρόλων του. Η απεικόνιση από τη Μαγιού Τρικεριώτη του εσωτερικού σώματος σαν σκηνικό γυμναστηρίου είναι ασφαλώς πρωτότυπη· ακολουθώντας την, η κινησιολογία της Αγγελικής Στελλάτου κηρύσσει την αυτονομία της παράστασης από την υφολογία του Αρκά, καταργεί την τόσο χαρακτηριστική νωθρότητά του και την αντικαθιστά με μια νευρώδη (έως νευρωτική) κίνηση. *