*****«Τα ορφανά» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

  • Η γυμνή αλήθεια της ξενοφοβίας

  • *****«Τα ορφανά» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2010

Τυπικό, τυπικότατο δείγμα ρεαλισμού. Πρώτα ο κλειστός, «εργαστηριακός» χώρος εξέτασης του κοινωνικού δείγματος. Εντός του δύο τυπικοί, «καθαροί» αστοί, που τρώνε αμίλητοι το γεύμα τους.

Και εκτός του, κάποιος τρίτος «καταλύτης», που εισβάλλει αιματοβαμμένος στο διαμέρισμα για να ανατρέψει με την τρικυμία της πόλης την ανακωχή των ενοίκων της. Από εκεί και πέρα το πράγμα ακολουθεί την τσουλήθρα του ρεαλισμού προς καταστάσεις ολοένα και μεγαλύτερης εντροπίας. Αν και στην περίπτωση του βραβευμένου έργου του Ντένις Κέλι, η τσουλήθρα από κάποια στιγμή και μετά γίνεται ελεύθερη πτώση στο κενό.

Αν είναι επίκαιρο το έργο· φοβάμαι πως είναι κάτι περισσότερο. Μοιάζει με ακροστιχίδα που ολοκληρώνεται με τη δική μας θλιβερή πραγματικότητα. Το παιχνίδι θα μπορούσε να λέγεται «Συμπληρώστε τα κενά». Συμπληρώνουμε με μια γειτονιά της Αθήνας γεμάτη κλειστά διαμερίσματα, σκοτεινούς δρόμους, με τη βία και με τον μύθο της βίας να υποκαθιστούν την αστική πραγματικότητα. Σκεφτείτε το ίδιο έργο είκοσι χρόνια πριν. Πόσα από τα κενά θα μπορούσαμε να συμπληρώσουμε τότε;

Οι μεγάλοι ρεαλιστές, παρά τα όσα κατά καιρούς τους καταμαρτύρησαν, ποτέ δεν θέλησαν να περιγράψουν την πραγματικότητα. Στόχος τους ήταν πάντα να την αποκαλύψουν. Και ο Κέλι ακολουθεί το ίδιο εκείνο κόλπο των αλλεπάλληλων σκεπασμάτων, που σηκώνονται το ένα μετά το άλλο μέχρι την αποκάλυψη της γυμνής αλήθειας. Η παρατήρηση που υπάρχει από κάτω είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Η ξενοφοβία δεν είναι σύνδρομο του εγώ, αλλά του εμείς. Ξεκινάει από τη φοβική προσκόλληση στην αγέλη και ακολουθεί την ρητορική του οικογενειακού, εθιμικού δίκαιου.

Είναι ο ρυθμός του έργου η μέγκενη που δεν σε αφήνει να πάρεις ανάσα για μία ολόκληρη ώρα. Ξεπερνάμε για χάρη του την ενοχλητική διείσδυση του τυχαίου (με τη μορφή ενός κουδουνίσματος κινητού στην «πιο ακατάλληλη ώρα») στην ανέλιξη της δράσης. Και παραβλέπουμε ορισμένα ζητήματα: όπως ότι θα πρέπει να είμαστε έτοιμοι να δεχθούμε ένα μορφωμένο αστό να φέρεται με τόση βαναυσότητα σε ένα δεμένο θύμα. Ή να δεχθούμε χωρίς ερωτήσεις την περιγραφή εκ μέρους του Κέλι μιας τάξης χωρίς σαφή συνείδηση, με πολλά απωθημένα και ακόμα περισσότερα σύνδρομα.

  • Αχίλλειος πτέρνα του ρεαλισμού

Επειτα, και αφού έχουμε ξαναβρεί την ανάσα μας, θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι η προσωπικότητα του κατ’ εξοχήν φορέα της βίας, του Λίαμ, ανήκει στην αχίλλειο πτέρνα του ρεαλισμού: στη λεγόμενη «κλινική περίπτωση». Δύσκολα μπορούμε να βγάλουμε συμπεράσματα από τον μάλλον ψυχωτικό τύπο του. Ανοίγει άλλωστε σε αυτόν μια περίφημη δίοδος διαφυγής για τον καθένα: στο τέλος τέλος το έργο αφορά μια πολύ «ειδική περίπτωση» παιδιών, μεγαλωμένων σε «ιδιαίτερες συνθήκες»…

Η επιτυχία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου είναι δεδομένη και από ό,τι φαίνεται, και μετά το «Σφαγείο», ως σκηνοθέτης αριστεύει σε έργα σύγχρονα με πολιτικές και κοινωνικές αιχμές. Στηριγμένος στην κλινική εντέλεια του σκηνικού χώρου της Μαργαρίτας Χατζηιωάννου, αλλά και στη σπουδαία μεταφραστική απόπειρα της Κοραλλίας Σωτηριάδου (μια συλλογή φωνημάτων ο λόγος της), άφησε τη βία εκτός του οίκου και έβαλε τη βοή του εγκλήματος εντός του. Εστησε το έργο με τη φροντίδα, την επιμέλεια και την επιφανειακή ψυχρότητα του ανατομείου.

Οσο για τις ερμηνείες το έχουμε ξαναπεί. Ο ρεαλισμός στηρίζει ερμηνείες που προβάλλουν τους ηθοποιούς, αν μη τι άλλο, γιατί αυτές μπορούν να εκτιμηθούν από τον καθένα. Στην περίπτωση, όμως, των τριών νέων ηθοποιών του Νέου Κόσμου μιλούμε για ύψη που κολακεύουν όχι μόνο την ίδια την παράσταση αλλά και το θέατρό μας. Γιατί προσφέρουν μια εμπέδωση των προσώπων υπέρτερη κάθε αναλυτικής ερμηνείας τους.

Η Ελεν της Μαρίας Κίτσου είναι μια δημαγωγός δωματίου, βαλμένη στην κόψη της προσωπικής της στενωπού. Η ψυχολογική πίεση που ασκεί στον σύζυγό της αποτελεί το έρεισμα της σωματικής βίας που ασκεί ο αδελφός της. Βρήκα θαυμάσια αινιγματικό τον Ντάνι του Μιχάλη Οικονόμου. Τι αληθινά κινεί τον χαρακτήρα του; Κάποιες αστικές αρχές ή, ίσως, η συμπιεσμένη οργή του; Ο Λίαμ του Ομηρου Πουλάκη αποτελεί περίπτωση εγκληματία, που γυρνά στους δρόμους της πόλης προστατευμένος από τον εκφυλισμό της συλλογικότητας, την ασυλία της «οικογένειας». Μια πληγή που απλώνει κάτω από τα ρούχα. *

Advertisements

«Εχθροί εξ αίματος» του Αρκά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου σε σκηνοθεσία Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου

  • Ο Χοντρός, ο Λιγνός και ο Νεφρός
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • Λουίζα Αρκουμανέα

Παντελής Δεντάκης και Λαέρτης Μαλκότσης σε στιγμιότυπο από την παράσταση

«Kαρδιά από αέριο» ή στο πρωτότυπο Coeur gaz: έτσι λεγόταν η πρωτοφανής παράσταση που παρουσιάστηκε το 1921 από τον μέγα ντανταϊστή καλλιτέχνη Τριστάν Τσαρά στο Παρίσι στην Galerie Μontaigne. Ηρωες του έργου ήταν ο Λαιμός, το Μάτι, η Μύτη, το Στόμα, το Αφτί και το Φρύδι. Σύμφωνα με το σενάριο, ο Λαιμός θα παρέμενε στο μπροστινό μέρος της σκηνής καθ΄ όλη τη διάρκεια της παράστασης, η Μύτη απέναντί του και όλοι οι υπόλοιποι ήρωες θα μπαινόβγαιναν ανάλογα με τη διάθεσή τους. Πρώτο μιλούσε το Μάτι το οποίο έψελνε μονότονα: «Αγάλματα, κοσμήματα, ψητά φαγητά» ξανά και ξανά, αναγκάζοντας το Στόμα να σχολιάσει: «Αυτή η συζήτηση είναι προβληματική, δεν βρίσκετε;». Και ολόκληρο το «πρόσωπο» επαναλάμβανε την παρατήρηση αυτή με αποκορύφωμα την αντίδραση ενός θεατή «φυτεμένου» ανάμεσα στο κοινό: «Είναι χαριτωμένο το έργο σας αλλά κανένας δεν καταλαβαίνει λέξη». Σε αυτό το μοτίβο εξελίσσονταν και οι τρεις πράξεις σε ένα λεκτικό χάπενινγκ-ύμνο στην ασυναρτησία που κατέληγε σε καβγά- όπως συνηθιζόταν σε εκείνες τις βραδιές- με τον Αντρέ Μπρετόν και τον Πολ Ελυάρ να ηγούνται της επίθεσης κατά του Τσαρά.

  • Τα χαρακτηριστικά του προσώπου παρά την εκφραστικότητά τους φάνηκαν μάλλον ανιαρά- είναι εξάλλου τόσο χιλιοτραγουδισμένα από τους ποιητές του κόσμου – στον μέγα σουρεαλιστή της δικής μας εποχής, τον Αρκά. Και αποφάσισε να βάλει το μαχαίρι στο κόκαλο και ακόμη πιο βαθιά, να φθάσει ως τους κυριολεκτικά αφανείς ήρωες της ύπαρξής μας, τα ίδια μας τα όργανα. Και πάλι, δεν διάλεξε την «γκλαμουράτη» βασίλισσα του έρωτα, την καρδιά, ή τον αυστηρό ηγεμόνα της βούλησης, το μυαλό, αλλά προτίμησε τα πιο περιφρονημένα, τα λιγότερο ελκυστικά μέρη του σώματός μας: το λεπτό έντερο, το παχύ έντερο και το δεξί νεφρό.
  • Οχι ότι αυτό θα έπρεπε να μας κάνει εντύπωση: η ικανότητα να διαβλέπει χαρακτήρες εκεί όπου οι άλλοι βλέπουν στερεότυπα ήταν πάντα το μεγάλο του χάρισμα. Ο άνθρωπος που φαντάστηκε και αποτύπωσε το ζωικό βασίλειο ως ένα ολόκληρο σύμπαν ισότιμο σε ευφυΐα και εξίσου θαυμαστό σε συναισθηματική ποικιλομορφία- κομπλεξικό, ρομαντικό, ματαιόδοξο, φιλόδοξο- με το ανθρώπινο, ο δημιουργός που χάρισε οιδιπόδεια συμπλέγματα σε ένα γουρούνι και βιτριολικό χιούμορ σε ένα ποντίκι, που μετέτρεψε σε femme fatale μια γάτα και σε ματαιωμένο αρσενικό έναν γάτο, δεν θα μπορούσε παρά να στρέψει το βλέμμα του σε μία ακόμη ανεξερεύνητη περιοχή τού είναι και να εντοπίσει αυτό που λέμε «ζωή»- λάθη, πάθη, μίση, χαζομάρες- όχι «εκεί έξω» αλλά «εδώ μέσα». Το αιρετικό βλέμμα του Αρκά, αφού πέρασε από δάση, χωράφια, κοτέτσια και λασπόνερα, έκανε στάση σε τοίχους, πατώματα και καναπέδες, αποφάσισε τώρα να περιπλανηθεί στους διαδρόμους των αρτηριών, να ανεβοκατέβει τους ορόφους της σπονδυλικής στήλης και να ξαποστάσει στη σκιά του στομαχιού.
  • Το «μέσα» είναι πάντα η μικρογραφία τού «έξω»: αυτό μας διδάσκουν οι Εχθροί εξ αίματος. «Τι πράγματα είναι αυτά; Είναι συμπεριφορά οργάνων αυτή;». Το Παχύ Έντερο, αγανακτισμένο, διαμαρτύρεται. Και με το δίκιο του: πώς μπορούν να τσακώνονται μεταξύ τους την ώρα που το σώμα βρίσκεται σε κώμα και η κατάσταση του ασθενούς είναι κρίσιμη;
  • Το Παχύ Έντερο, έντρομο, δυσκολεύεται να κάνει τη δουλειά του. Όλα αυτά που ακούει από το Λεπτό Εντερο δεν τα πιστεύει. Είναι δυνατόν να πλέκεται ολόκληρη συνωμοσία μεταξύ καρδιάς, νεφρού και συκωτιού έτσι ώστε να εξασφαλίσουν τη μετακόμισή τους σε άλλο σώμα, αδιαφορώντας για τους συναδέλφους τους; Στο κάτω κάτω όλοι μαζί δεν μεγάλωσαν; Ολοι μαζί δεν άρχισαν να λειτουργούν από την πρώτη ημέρα; Ολοι μαζί δεν περνάνε τα τελευταία χρόνια τον εφιάλτη του αλκοόλ που δηλητηριάζει τον κόσμο τους; Προς τι λοιπόν τόσο μίσος; «Εγώ δεν έχω εχθρούς. Όλα τα όργανα είναι φίλοι μου. Τάχθηκα να υπηρετώ την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος. Αυτό μας έχει φάει εδώ μέσα: ο ανταγωνισμός των συστημάτων». Ο ιδεαλισμός και η αφέλεια του «χοντρού»όπως χαϊδευτικά τον αποκαλεί ο «ψηλός»- διαγράφονται αφοπλιστικές. Αδυνατεί να κατανοήσει τη σκοτεινή πολυπλοκότητα των σκέψεων του Δεξιού Νεφρού. Αδυνατεί να καταλάβει πώς γίνεται κάποιοι να σκέφτονται μόνο τον εαυτό τους και να σχεδιάζουν την εξουδετέρωση του Εγκεφάλου- κι ας τους έχει φερθεί αυτός, ο «αρχηγός», με τον χειρότερο, πιο εγωιστικό τρόπο, ενδίδοντας καθημερινά «στο μπουκάλι». «Έτσι αποφασίσαμε να του προκαλέσουμε εγκεφαλικό επεισόδιο», ομολογεί το Δεξί Νεφρό ύστερα από πίεση. «Και πώς θα είναι η ζωή μας χωρίς εγκέφαλο δηλαδή;» ρωτάει το Παχύ Έντερο. «Άνετη και χαλαρή», του απαντάει ατάραχο το Δεξί Νεφρό. «Θα πάψουμε να ζούμε με τον εφιάλτη του οινοπνεύματος».
  • Ένα ολόκληρο θεατρικό έργο εκτυλίσσεται στα σπλάχνα μας κι εμείς δεν έχουμε ιδέα. Σχέσεις γεννιούνται, ίντριγκες διαπλέκονται, φιλίες και έχθρες αναπτύσσονται, οι αμφισβητίες του «συστήματος» αντιπαρατίθενται με τους ουτοπιστές «ενωτικούς», ενώ λίγο παραπέρα ανώτερες δυνάμεις κατεργάζονται τα δικά τους ολέθρια σχέδια την ίδια στιγμή που το τέλος δεν το ελέγχει κανείς. Ένα μαύρο αριστούργημα, μια μακάβρια όσο και αστραφτερή κωμωδία με τα πιο αναπάντεχα υλικά παρέλαβε από την πένα του Αρκά ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος και έστησε μια παράσταση ζωντανή, απολαυστική, εύρυθμη, με οξείες ερμηνείες, που ακροβατούν υποκριτικά ανάμεσα στα κόμιξ και τον ρεαλισμό, παρασύροντάς μας στο ιδιότυπο αυτό σύμπαν.
  • Η φυσικότητα της σκηνοθεσίας- η αίσθηση δηλαδή ότι όλα όσα βλέπουμε μέσα στον σουρεαλισμό τους φαντάζουν απολύτως λογικά, ενώ ταυτόχρονα κάθε ατάκα και κάθε τροπή στην εξέλιξη της ιστορίας δεν παύουν να μας αιφνιδιάζουν- είναι ίσως η μεγάλη της αρετή. Ταυτόχρονα όμως δεν μπορεί να μην αναρωτηθεί κανείς πόσες δυνατότητες θα προσέφερε μια πιο εκκεντρική προσέγγιση, όπου η αφηγηματική ευθεία (η αίσθηση ότι παρακολουθείς τα καρέ των κόμιξ σε πραγματικό, «σαρκικό» χρόνο) θα «έσπαγε» μέσα από ευρήματα που θα αξιοποιούσαν στο έπακρο τον πλούτο του φανταστικού νεφροεντερικού χωροχρόνου. Το σκηνικό της Μαγιούς Τρικεριώτη, μια κόκκινη πλαστική φουσκωτή επιφάνεια με λευκά σκαλοπάτια σπονδύλους και κρεμαστούς αδένες, δένει εξαιρετικά με το σύνολο, όπως και τα φλούο κοστούμια-φόρμες εργασίας, ιδανικά για αυτούς που κάνουν όλη τη «βρωμοδουλειά». Απουσιάζει όμως- κι εδώ επανέρχομαι στην προηγούμενη παρατήρηση- το υγρό στοιχείο και γενικότερα οι οπτικές εκπλήξεις που θα μπορούσε να προσφέρει η αναπαράσταση ενός τέτοιου ασυνήθιστου εσωτερικού χώρου. Εξαιρετικός ο Λαέρτης Μαλκότσης ως Παχύ Έντερο, πλάθει έναν ήρωα με προσωπικότητα τόσο πειστική που νιώθουμε να βιώνουμε όλο το δράμα σχεδόν μέσα από το δικό του πετσί. Ιδιαίτερα καλοί όμως και οι δύο συμπρωταγωνιστές του, ο Ανδρέας Κωνσταντίνου ως καχύποπτο ερειστικό Λεπτό Έντερο και ο Παντελής Δεντάκης, ένα Δεξί Νεφρό με τάσεις μελοδραματισμού.
  • ΤΟ ΒΗΜΑ | Κυριακή 8 Μαρτίου 2009

«Ηθελα να σ’ αντάμωνα» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» – «Λάσπη», στο «Θέατρο οδού Κεφαλληνίας» – «Νεκροί ταξιδιώτες» από το «Συνεργείο»

Δραματουργικές απόπειρες νέων
  • «Ηθελα να σ’ αντάμωνα» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου»
«Λάσπη»

Θεατρολόγος, επί χρόνια ακάματη «ψυχούλα» του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», η Μαρία Παπαλέξη, με την πρώτη της δραματουργική απόπειρα, υπό τον τίτλο «Ηθελα να σ’ αντάμωνα», αποκάλυψε τρία αξιέπαινα στοιχεία της. Πρώτον ότι διαθέτει ένα θαυμάσιο «εργαλείο» λόγου – λόγου γλωσσικά λαγαρού, χυμώδους, οικείου αλλά και με ποιητικό αίσθημα, ρυθμό και μυθοπλαστικό μέτρο. Δεύτερον ότι συνετά, σεμνά και γερά θέλησε να δοκιμαστεί στη δραματουργική γραφή, και όχι με μια ανούσια δραματουργική «μεταμοντερνιά». Τρίτον ότι αγαπά και «τρέφεται» με την ομορφιά και τη σοφία των λαϊκών μας παραδόσεων. Με τα ήθη, τα έθιμα, τους μακραίωνους μύθους και θρύλους, την παραμυθία, τη δημώδη ποίηση, μουσική, τα τραγούδια του λαού μας. Η Μ. Παπαλέξη αυτήν την παράδοση τιμά και από αυτήν εμπνεύστηκε το έργο της. Εργο ύμνος για τη ζωή, τον αγνό έρωτα και την αληθινή αγάπη, που νικούν το θάνατο. Ενα σκηνικό «ποίημα» για τη δύναμη της αγάπης και της μνήμης, που κρατώντας τον αγαπημένο νεκρό απέθαντο στην καρδιά και τη μνήμη των ζωντανών νικά τη λησμονιά, γιατί αυτή είναι ο οριστικός θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου. Πανέμορφοι δημοτικοί σκοποί, χοροί και τραγούδια, και τρία πρόσωπα, με επίκεντρο το γυρολόγο τροβαδούρο Κωνσταντή, αναπαριστούν τον κύκλο της ζωής. Ο Κωνσταντής, σαν τον Ορφέα, κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο, ξαναβρίσκει την αγαπημένη του και όσα πρόσωπα συνδέθηκαν με τη ζωή του και τους «ανασταίνει» με την άσβηστη μνήμη του. Κείμενο, παράσταση και ερμηνείες ευφραίνουν νου, ψυχή και αισθήσεις. Αξιέπαινοι είναι και όλοι οι καλλιτεχνικοί συντελεστές: Βαλεντίνα Παπαδημητράκη (σκηνοθεσία – μουσική επιμέλεια), Εδουάρδος Γεωργίου (σκηνικό – κοστούμια), Μυρτώ Παπαδοπούλου (κίνηση), Ελλη Βασιλάτου (μουσική διδασκαλία), οι ερμηνευτές Αννα Γαρεφαλάκη, Βαγγέλης Λιοδάκης, Βασίλης Παπαγεωργίου και ο μουσικός Αλέξανδρος Ιερωνυμίδης (λύρα, λαούτο).

  • «Λάσπη», στο «Θέατρο οδού Κεφαλληνίας»
«Ηθελα να σ’αντάμωνα»

Αξιόλογος πεζογράφος και έχοντας στο ενεργητικό του δύο αφηγηματικούς θεατρικούς μονολόγους («Μεταμφίεση», «Λα Πουπέ»), ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, με τη «Λάσπη» δοκιμάστηκε, επιτυχώς, σε μια πλήρη δραματουργική γραφή. Επλασε ένα μύθο, που έχει αρχή, μέση και τέλος, δραστικούς διαλόγους και τρία, αρκετά καλογραμμένα σαν χρακτήρες, πρόσωπα. Η γλώσσα του είναι άμεση και το θέμα του ενδιαφέρον και σύνθετο. Υπαρξιολογικό και κοινωνιολογικό. Ως προς τη δεύτερη πτυχή – την κοινωνιολογική αντίληψη του συγγραφέα για τα πρόσωπα που πλάθει, η υπογράφουσα τη θεωρεί όχι βέβαια εντελώς απίθανη, πάντως μια ακραία εξαίρεση του κανόνα, εξαίρεση μακράν της πραγματικότητας σε οποιαδήποτε ταξική κοινωνία. Στην ταξική κοινωνία την εξουσία – σε κάθε έκφραση και μορφή της ζωής και του ανθρώπου – την κατέχει ο κοινωνικο – οικονομικά ισχυρός. Ο ταξικά ισχυρός επιβάλλει όλους τους όρους του – ακόμα και όσον αφορά στην ερωτική σχέση – στον ανίσχυρο και όχι το αντίθετο, όπως κάνει, ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος του έργου, ο Β. Χατζηγιαννίδης. Στο έργο, μια μεγαλοαστή ζωντοχήρα, έχοντας βαρεθεί την ανούσια ζωή της κι αφήνοντας τη βίλα της, πάει να απομονωθεί για ένα διάστημα σε μια επαρχιακή πόλη, στο εγκαταλειμμένο σπίτι που κληροδότησε στον αδελφό της μια πεθαμένη θεία τους. Στο σπίτι εισέβαλε και μένει ένα άστεγο, φτωχό ζευγάρι με τα παιδιά του. Η έπαρση, η περιφρόνηση και οι απειλές της μεγαλοαστής, δεν έχουν αποτέλεσμα, καθώς απλώς επικαλύπτουν την ανούσια ζωή της, τα υπαρξιακά κενά της, το φόβο της απέναντι στη μοναξιά και τη συνήθειά της να την υπηρετούν. Καθώς η μεγαλοαστή αποδέχεται και τη συγκατοίκηση και να πληρώνει εκείνη για όλα, σιγά σιγά τα πράγματα αντιστρέφονται. Στερούμενη τον έρωτα, σμίγει σεξουαλικά με τον άντρα, κι όταν η γυναίκα του το ανακαλύψει, από εξουσιάστρια καταντά εξουσιαζόμενη από τον άντρα, «υπηρέτρια» και ψυχοσωματικό έρμαιο της συζύγου και τελικώς ένα «απόρριμμα» του ζεύγους, όταν εκείνο με τα δικά της χρήματα καταφέρνει να αγοράσει δικό του σπίτι και την εγκαταλείπει. Μέσα στο λιτό, λειτουργικό, κινούμενο σκηνικό χώρο που σχεδίασε η Ελένη Μανωλοπούλου (δικά της και τα κοστούμια), με υποβλητικούς φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, με αρμόζουσα στο ψυχολογικό «κλίμα» του έργου μουσική του Σταύρου Γασπαρινάτου, η λιτού ρεαλισμού, ατμοσφαιρική σκηνοθεσία της Λίλλυς Μελεμέ, επικέντρωσε την προσοχή της στην ψυχογράφηση των προσώπων, αποσπώντας καλές ερμηνείες και από τους τρεις ηθοποιούς. Την πάντα αισθαντική Μαρία Καλλιμάνη (είναι πολύ φυσικότερη στο δεύτερο μέρος του έργου, όταν η μεγαλοαστή συνθλίβεται ψυχολογικά, αλλά κάπως επιτηδευμένη στο πρώτο μέρος). Την Πηνελόπη Μαρκοπούλου, που διαθέτει γήινη, δυνατή, αληθινή εσωτερικότητα. Και τον Δημήτρη Ξανθόπουλο, που λιτά και αδρά έπλασε τον άντρα.

«Νεκροί ταξιδιώτες»
  • «Νεκροί ταξιδιώτες» από το «Συνεργείο»

Μετά την εξαιρετική θεματολογικά, σκηνοθετικά και ερμηνευτικά παράσταση του έργου «Tejas verdes» (σύνθεση μαρτυριών θυμάτων του δικτατορικού καθεστώτος του Πινοτσέτ σε βάρος του λαού της Χιλής, από τον Φερμίν Καμπάλ), που παρουσίασε το 2007 – 2008, ο δημιουργημένος το 2006 θίασος «Συνεργείο», στεγασμένος φέτος σε άλλο χώρο, επιχειρεί για τρίτη φορά να ποιήσει θέατρο με αφηγηματικά, μη θεατρικά κείμενα. Ενα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να οφείλεται σε πολλά. Σε οικονομική αδυναμία του θιάσου να κλείσει έργο που έχει πνευματικά δικαιώματα, σε αισθητική αντίληψη, ακόμα και στην επηρμένη άποψη ότι ο ταλαντούχος καλλιτέχνης – σκηνοθέτης, εν είδει «θαυματοποιού» μπορεί να «παντρέψει» αισθητικά τα μακρινά και αταίριαστα. Η νεαρή δημιουργός και σκηνοθέτης του θιάσου Γιολάντα Μαρκοπούλου, με τα μέχρι τώρα δείγματα της δουλειάς της, δείχνει ταλαντούχα και αισθητικά ανήσυχη και ευφάνταστη. Αισθητικά ανήσυχη και ευφάνταστη ήταν και η ιδέα της να θεατροποιήσει, ενώνοντάς τα, δύο όμοιας θεματικής διηγήματα, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανουήλ), υπό το γενικό τίτλο «Νεκροί ταξιδιώτες». Πρόκειται για διηγήματα για τη θάλασσα και τους πλανημένους σ’ αυτήν, μαγεμένους από αυτήν και πεθαμένους σ’ αυτήν και ξεβρασμένους από αυτήν ναυτικούς. Ο «νεκρός ταξιδιώτης» του Παπαδιαμάντη πλανεύεται από τη σκιθιώτικη θάλασσα. Του Μάρκες από την ωκεάνεια θάλασσα της Κολομβίας. Διαφορετικά τα μεγέθη, το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον των θαλασσινών και στεριανών τόπων της Σκιάθου και της Κολομβίας. Διαφορετικά τα θρησκευτικά, πένθιμα και ταφικά έθιμά τους. Αλλο το ποιητικά υπερβατικού αισθήματος, το ήθος και τοπικό ιδίωμα της γλώσσας του Παπαδιαμάντη κι άλλο του γήινου, χειμαρρώδους Μάρκες. Με το να ενοποιήσεις αισθητικά, με εμφαντικά, σχηματικής γραφικότητας αναπαραστατικά ευρήματα δύο διαφορετικού ήθους αφηγήματα, προσθέτοντάς τους και μερικούς κατασκευασμένους διαλόγους, το μόνο που καταφέρνεις είναι να αλλοιώσεις την «ψυχή», την ομορφιά και την αισθητική τους. Αυτό συνέβη με την παράσταση που έστησε η Γιολάντα Μαρκοπούλου. Μια παράσταση που απαίτησε μόχθο από την ίδια και τους τέσσερις, πολύ φιλότιμους ερμηνευτές της – Μαρία Αιγινίτου, Βιολέτα Γύρα, Γιώργο Στάμο, Χάρη Χαραλάμπους, μουσικά ντύθηκε από τον Δημήτρη Ισαρη, εκφραστικά κινησιολογήθηκε από την Αντιγόνη Λύρα και ατμοσφαιρικά φωτίστηκε από την Ηλέκτρα Περσελή. Μεγάλη αρετή, αληθινή ευεργεσία για την παράσταση είναι το πανέμορφο, αξιοθαύμαστης σύλληψης, σύνθεσης και πολύσημης πλαστικότητας, γλυπτό σκηνικό της Αλεξάνδρας Σιάφκου, η οποία υπογράφει και τα καλαίσθητα κοστούμια. [ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 18 Φλεβάρη 2009]

«Σφαγείο», στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» – «Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ», στο «Από μηχανής θέατρο»

"Σφαγείο"

"Σφαγείο"

«Σφαγείο», στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου».

To έργο είναι ένα καλογραμμένο ρεαλιστικό δράμα. Με σφικτή πλοκή, ενότητα χρόνου -χώρου – μύθου, γλώσσα άμεση και πυκνούς διαλόγους. Τα τρία πρόσωπα είναι καλά ψυχογραφημένοι χαρακτήρες. Οι δραματουργικές αρετές του έργου μεγεθύνθηκαν με τη γλωσσικά δραστική μετάφραση της Κοραλίας Σωτηριάδου. Με την άκρας απλότητας, ρεαλιστικής αλήθειας και δύναμης σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Με το λιτότατα υποβλητικό σκηνικό της Μαργαρίτας Χατζηιωάννου. Με την εναρμονισμένη με τη σκηνοθεσία δημιουργία και των άλλων συντελεστών (Βασίλης Καψούρος – φωτισμοί, Σταύρος Γασπαρινάτος – μουσική, Αγγελική Στελλάτου – κίνηση). Κυρίως, με τις εξαιρετικές ερμηνείες των νέων, ελπιδοφόρων ηθοποιών Ορέστη Τζιόβα, Γιώργου Παπαγεωργίου και Μιχάλη Οικονόμου (η πιο σύνθετη και πλήρης ερμηνεία, στο ρόλο του προδότη). Επιβαλλόμενη είναι η επισήμανση των αρετών του έργου «Σφαγείο», αλλά επιβαλλόμενη είναι και η επισήμανση ότι ο Ισραηλινός δραματουργός Ιλάν Χατσόρ, με το έργο του αντιμετωπίζει την 60χρονη τραγωδία του παλαιστινιακού λαού, σύμφωνα με το ιμπεριαλιστικό συμφέρον του Ισραήλ, των ΗΠΑ και της ΕΕ. Συμπτωματικά η πρεμιέρα του έργου στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» δόθηκε καταμεσής του πρόσφατου γενοκτονικού ολέθρου που έσπειρε το Ισραήλ στη Γάζα, με τις ανυπόκριτες ευλογίες των ΗΠΑ και τις υποκριτικές της ΕΕ. Κι ενώ όλοι φρίτταμε για τους άταφους νεκρούς, τα ερείπια, τις χιλιάδες των αστέγων, τον εκβιασμό των Ισραηλινών στους αιχμάλωτους τραυματίες για να καταδώσουν μαχητές συμπατριώτες τους, ακούγαμε το έργο του Ιλάν Χατσόρ, εμμέσως να δικαιολογεί το ιμπεριαλιστικό Ισραήλ και να αποδίδει το «ανθρώπινο δράμα» των Παλαιστινίων αποκλειστικά στο διχασμό και την… αλληλοσφαγή τους. Ο συγγραφέας θεωρεί φυσική την «αντίδραση» του Ισραήλ και φυσικό το να εκβιάζει δύστυχους Παλαιστίνιους να γίνουν προδότες, αφού οι Παλαιστίνιοι είναι «κουκουλοφόροι» (αυτός είναι ο πραγματικός τίτλος του έργου), δηλαδή «τρομοκράτες», που του «επιτίθενται». Ο συγγραφέας δε λέει λέξη για τη συνεχιζόμενη αρπαγή της Γης των Παλαιστινίων. Για τις εκατόμβες των νεκρών. Για τις ΗΠΑ και ΕΕ. Σκοπίμως δεν έχει στο έργο πρόσωπο Ισραηλίτη. Μόνο τρία αδέλφια Παλαιστίνιους. Ο μεσαίος είναι διωκόμενος μαχητής. Ο μικρότερος συμφωνεί με τον αγώνα του. Ο μεγάλος, χαφιές των Ισραηλινών, υπαίτιος για το θάνατο ενός τέταρτου αδελφού τους – μαχητή, είναι στο στόχαστρο των μαχητών. Τα αδέλφια συναντιούνται κρυφά. Ο μαχητής μη πιστεύοντας ότι ο μεγάλος έγινε προδότης, τον προειδοποιεί ότι τον αναζητούν οι αντάρτες. Τελικά ο προδότης αδελφός θα σφαγεί από το μικρό αδελφό. Μετά την πρεμιέρα του έργου ελληνική εφημερίδα δημοσίευσε το «κατηγορώ», με αφορμή τη σφαγή στη Γάζα, του Ισραηλινού διανοούμενου Μισέλ Βαρσάφσκι, υπερασπιστή του αγώνα των Παλαιστινίων, επικριτή της ιμπεριαλιστικής πολιτικής του Ισραήλ, των ΗΠΑ και ΕΕ, αλλά και Ισραηλινών συγγραφέων. Σ’ αυτό το «κατηγορώ» εμπίπτει και ο Χατσόρ: «Στην Παλαιστίνη υπάρχει μια απεχθής, ολοφάνερη αδικία (…). Υπάρχει κατοχή. Ενας λαός που κατέχει τη γη ενός άλλου. Υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται σε έναν άλλο λαό τα θεμελιώδη δικαιώματά του και υπάρχει ένας λαός που εξεγείρεται, παλεύει για να κατακτήσει αυτά τα δικαιώματα. (…) Οι Μπάρακ, Ολμέρτ, Λίβνι, Ασκενάζι, πρέπει να απολογηθούν για εγκλήματα πολέμου (…). Μια άλλη κατηγορία «εγκληματιών», είναι οι συγγραφείς Αμος Οζ και Γεοσούα, θλιβερά παραδείγματα διανοουμένων, που προμηθεύουν στους δολοφόνους ψευδοηθικές δικαιολογίες και αποτελούν το τμήμα προπαγάνδας της κυβέρνησης και του στρατού δολοφόνων».

«Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ»

«Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ»

«Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ», στο «Από μηχανής θέατρο»

Ειρωνικά παραπλανητικός είναι ο τίτλος του έργου του Ιρλανδού δραματουργού Εντα Γουόλς «Η φάρσα της οδού Γουόλγορθ», που ανέβασε ο νέος θίασος «Συν-Επί». Κάθε άλλο παρά φάρσα είναι. Και κάθε άλλο παρά εύκολα εύληπτη η μυθοπλοκή του. Πρόκειται για πολύ ενδιαφέρον, βαθύτατα πικρό και σκληρό οικογενειακό δράμα, με φαινομενικά «φαρσικές», εφιαλτικού και φονικού παραλογισμού, δραματικές καταστάσεις. Καταστάσεις, που «πηγή», αρχικό αίτιό τους είναι η εθνική τραγωδία του ιρλανδικού λαού. Η μακραίωνη εξάρτηση, καταπίεση και εκμετάλλευσή του από την επεκτατική Βρετανία. Η ακραία μυθοπλοκή του έργου λειτουργώντας σαν διαθλαστικά παραμορφωτικός «καθρέφτης» αντανακλά την πολύμορφη δυστυχία των φτωχών, άνεργων ή κυνηγημένων στον τόπο τους, ξεριζωμένων στην Αγγλία μεροκαματιάρηδων Ιρλανδών, που χάνουν πατρίδα κι αγαπημένους και μην περιμένοντας ένα καλύτερο μέλλον, βουλιάζουν στις μνήμες του παρελθόντος. Κύρια πρόσωπα του έργου είναι ένας φτωχός Ιρλανδός πατέρας, που για μια κληρονομιά, μια στέγη για τη φτωχή οικογένειά του, τη γυναίκα και τα δυο παιδιά του, γίνεται φονιάς και για να γλιτώσει το σκάει για το Λονδίνο, κρύβεται σε ένα άθλιο δωμάτιο, όπου κρατά κλεισμένα επί χρόνια και τα δυο αγόρια. Ως αντίδοτο στον ξεριζωμό, στη νοσταλγία για την πατρίδα και την καλή μαγείρισσα γυναίκα του, τη μοναξιά, τον εγκλεισμό σε μια χώρα ξένη και εχθρική, στην ανέχεια, στην κοινωνική περιθωριοποίηση, ο πατέρας ψυχαναγκάζει τους γιους του να γεμίζουν την άδεια χαμοζωή τους, «αναπαριστάνοντας» αδιάκοπα, καθημερινά την περασμένη ζωή της οικογένειας, των συγγενών, φίλων, γειτόνων. Εξαναγκάζει τους γιους του να μεγαλώνουν και να ζουν με εκείνον ως «σκηνοθέτη» και «συγγραφέα» του αναπαριστώμενου παρελθόντος, όπως εκείνος το θυμάται ή θέλει να το θυμάται. Τους εξαναγκάζει να ανέχονται το δράμα που ζουν, παίζοντας «θέατρο», φορώντας «μάσκες» άλλων ανθρώπων που είτε ξέχασαν ή δε γνώρισαν ποτέ. Αν και ενήλικοι, οι γιοι είναι πλάσματα νοσούντα από τον εγκλεισμό, φοβικά λόγω της σωματικής και ψυχολογικής βίας που ασκεί ο πατέρας. Πλάσματα χωρίς προσωπικά βιώματα, ουσιαστικά χωρίς δικό τους παρελθόν και μέλλον. Οταν τυχαία μπει στο «κελί» των τριών προσώπων, ο «έξω κόσμος» – η νεαρή υπάλληλος ενός σούπερ μάρκετ, φέρνοντας τα λιγοστά ψώνια που ξέχασε ο μικρός γιος, παίρνοντας λάθος σακούλα – ο τρόμος του «έξω κόσμου» θα φέρει κι άλλο κακό. Ενός κακού μύρια έπονται… Το αίμα ζητά κι άλλο αίμα. Η κοπέλα, όμηρος του πατέρα, ζητά από το μικρότερο γιο να τη λευτερώσει. Εκείνος ελπίζοντας σε μια νέα ζωή μαζί της, θαρρώντας ότι ο αδελφός του θέλει να τη σκοτώσει μαχαιρώνει τον αδελφό, ο οποίος μένοντας μόνος με τον πατέρα, τον μαχαιρώνει λυτρώνοντάς τον, πριν πέσει κι εκείνος νεκρός. Η εύρυθμη, ευρηματική, δηλητηριώδους ειρωνείας σκηνοθεσία του Εκτορα Λυγίζου, μέσα από ένα κατ’ επίφαση «φαρσικού» παραλογισμού «παιχνίδι» μεταμορφώσεων των τριών κεντρικών προσώπων, καταφέρνει να αναδείξει το ατομικό δράμα τους και να υπονοήσει το δράμα του ιρλανδικού λαού. Στο καλό παραστασιακό αποτέλεσμα συμβάλλει η ρέουσα μετάφραση, το «φτωχών» μέσων, λειτουργικό σκηνικό της Μαγιού Τρικεριώτη, η εκφραστική η κίνηση που δίδαξε η Μαριέλα Νέστορα, και οι συνολικά καλές ερμηνείες. Ο πάντα στέρεος Γιώργος Ζιόβας με μέτρο υποδύεται τον πατέρα. Η Ντέμπορα Οντογκ την υπάλληλο. Ερμηνευτικά κυριαρχεί ο Θύμιος Κούκιος (εξαιρετικά ευλύγιστος στις πολλές και αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις του σε γυναικεία και ανδρικά πρόσωπα), με επίσης πολύ καλά μεταμορφώσιμο συμπαίκτη τον Νίκο Γιαλελή.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 11 Φλεβάρη 2009

«Εχθροί εξ αίματος» του Αρκά. * Θέατρο του Νέου Κόσμου Πάνω Χώρος

Ο Αρκάς είχε την τύχη με το μέρος του: αξιώθηκε να εκφράσει το ταλέντο του σε μια τέχνη, τα κόμικς, που τον έκανε αξιαγάπητο. Σε αυτόν οφείλεται η συνήθεια που έχουν αποκτήσει τα τελευταία χρόνια οι αναγνώστες του «Εψιλον» να διαβάζουν σαν πρώτη την τελευταία σελίδα του περιοδικού. Η σελίδα του Αρκά είναι το σφηνάκι που πρέπει να το πιεις πάντα με την αγορά της εφημερίδας στα όρθια, βάζοντας την υπόλοιπη επικαιρότητα υπό μάλης για μετά.

Οι ηθοποιοί Παντελής Δεντάκης, Λαέρτης Μαλκότσης και Ανδρέας Κωνσταντίνου
Από εκεί και πέρα μπορεί να εμβαθύνει κανείς όσο θέλει στα σκίτσα του. Σύντομες στιγμές ενός βοντβίλ, κωμικό παιχνίδι σε δυο χρόνους, ανάμεσα στη λεζάντα και την εικόνα, ανάμεσα σε δύο αντίθετους τύπους: ο κόσμος του Αρκά είναι μαζί μελαγχολικός, σέξι και κυνικός. Παραμένει όμως αθώος στη διαψευσμένη του ονειροπόληση, αθώος σε σχέση με το σύμπαν που περιβάλλει τα σκίτσα του. Καταφέρνει να διατηρεί στο κέντρο της δημιουργίας του μια ειλικρινή πνοή παιδικότητας, την αφέλεια ενός ανθρώπου που βλέπει τα πράγματα σαν παιδί και τα σκέφτεται σαν μεγάλος.Γεγονός είναι πως αυτό επιτρέπει στον Αρκά να εντάσσει τη φαντασία του στον κόσμο της αλληγορίας, στην ένταση, το σκέρτσο και την ανατροπή της. Το «Εχθροί εξ αίματος» το δείχνει καθαρά: όσο και αν μοιάζει ακροβατική η συσχέτιση, ο κόσμος στον οποίο το παχύ έντερο συνομιλεί με το λεπτό έντερο για τις πολιτικές ίντριγκες του νεφρού με την καρδιά παραμένει στην ουσία της ένας αριστοφανικός κόσμος. Είναι το παράδειγμα ανάτασης του πλέον χαμηλού και γείωσης του πλέον υψηλού, σύμφωνα με τους νόμους της ουτοπίας.

Εδώ, στο σύμπαν της γαστρεντερολογίας, όπου διαδραματίζονται οι «Εχθροί εξ αίματος», τα πράγματα εντάσσονται για ακόμη μία φορά στη χαρακτηριστική ανθρωποκεντρική και ποικιλόμορφη οντολογία του Αρκά. Εχουμε και εδώ την (αναγκαστική) γειτνίαση δύο συμπληρωματικών στην αντίθεσή τους τύπων: από τη μια το αγαθό παχύ έντερο (Λαέρτης Μαλκότσης), που ζητά την τάξη και την ασφάλεια, και από την άλλη το υποψιασμένο λεπτό έντερο (Ανδρέας Κωνσταντίνου), που μυρίζεται συνωμοσίες. Ενα ατύχημα του φέροντος οργανισμού επιδεινώνει την ήδη άσχημη κατάσταση: με τον εγκέφαλο νεκρό, νέες ίντριγκες εξυφαίνονται μεταξύ των οργάνων του σώματος, σχέδια σωτηρίας από τα οποία, όπως πάντα, εξαιρούνται του σώματος οι κολασμένοι.

Υπάρχει ασφαλώς το πρόβλημα της απεικόνισης του Αρκά στη σκηνή, πρόβλημα που αφορά την κίνηση, το χαρακτήρα και το ήθος των μορφών του. Το ζήτημα όμως καταλήγει στο νόημα του εγχειρήματος: Τι άραγε είναι το «Εχθροί εξ αίματος»; Ζωντανό κόμικς, πολιτική αλληγορία, υπερρεαλιστικό επεισόδιο;

Χωρίς σαφή προσανατολισμό στο πρώτο του ανέβασμα από τον Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο, το έργο γίνεται ένα είδος φιλολογικής κιριοζιτέ για τους φίλους του κομίστα, ένα διασκεδαστικό και σύντομο σκετς, το οποίο στηρίζεται σε ένα εύρημα και σε μερικά γύρω από αυτό γκαγκ.

Διόλου τυχαία, τα ερείσματα που δίνει στους ηθοποιούς είναι λίγα και εξαντλούνται τα περισσότερα στην εξωτερική περιγραφή των ιδιόμορφων ρόλων του. Η απεικόνιση από τη Μαγιού Τρικεριώτη του εσωτερικού σώματος σαν σκηνικό γυμναστηρίου είναι ασφαλώς πρωτότυπη· ακολουθώντας την, η κινησιολογία της Αγγελικής Στελλάτου κηρύσσει την αυτονομία της παράστασης από την υφολογία του Αρκά, καταργεί την τόσο χαρακτηριστική νωθρότητά του και την αντικαθιστά με μια νευρώδη (έως νευρωτική) κίνηση. *