* «Τρομεροί γονείς» – Θέατρο της Ανοιξης

Με την πρέπουσα επιμέλεια και τον απαιτούμενο σεβασμό ο Γιάννης Μαργαρίτης καταπιάνεται στο τέλος της περιόδου με τον Ζαν Κοκτό και με ένα από τα τρομερά βουλεβάρτα του.

Χρυσάνθη Δούζη, Δημήτρης Πασσάς και Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη στην τίμια αλλά κουρασμένη παράσταση του Γιάννη Μαργαρίτη

Χρυσάνθη Δούζη, Δημήτρης Πασσάς και Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη στην τίμια αλλά κουρασμένη παράσταση του Γιάννη Μαργαρίτη

  • Γραμμένοι το ’38, οι «Τρομεροί γονείς» δίνουν τη βάση για τη μεταπολεμική πρωτοπορία, προλειαίνουν το έδαφος, καθαρίζουν τα ζιζάνια και σπέρνουν τους σπόρους της ανατροπής. Με πολύ στιλ όμως και με αβρότητα. Αυτό είναι άλλωστε το θέατρο του Κοκτό: μισό δοσμένο στο βουλεβάρτο και μισό στην ποιητική ανάληψη του υπερρεαλισμού. Εκεί, στο μεταξύ, ο Κοκτό μπορεί να ανατρέπει εκ των έσω και να ξαφνιάζει την ίδια του την τάξη, εμφανίζοντας στη μέση του σαλονιού άλλοτε τα δικά του φαντάσματα και άλλοτε τους δικούς της βρικόλακες.
  • Οι «Τρομεροί γονείς» φέρουν εκτός από μηχανισμό του βουλεβάρτου, το ήθος του κόσμου που γέννησε το θεατρικό αυτό μόνιππο. Σε ένα πρώτο επίπεδο το έργο παρουσιάζει την «ιερή συμμαχία» που συνάπτουν ο πατέρας και η μητέρα της οικογένειας για να κρατήσουν τον γιο τους στον κύκλο τους, μακριά από την ερωμένη του. Τα πράγματα όμως στη συνέχεια χρωματίζονται ροζ όταν πατέρας και ο γιος, όπως αποκαλύπτεται, μοιράζονται εν αγνοία τους την ίδια ερωμένη. Χρωματίζονται έπειτα μοβ, όταν μητέρα και ο γιος μοιράζονται την -τυπική για τον Κοκτό- οιδιπόδεια σχέση. Και χρωματίζονται τελικά μαύρα, όταν πατέρας και μητέρα μοιράζονται την πρόθεση να ικανοποιήσουν σαν κακομαθημένα παιδιά τις πιο απίθανες αντιλήψεις τους σε βάρος του γιου, της νεότητας, της υγείας και της λογικής. Ετσι οι «Τρομεροί γονείς» αποκτούν σταδιακά την απόχρωση της πιο μαύρης κωμωδίας, ενός τσίρκου με το οποίο θα μπορούσαμε να γελάσουμε, αν ο ακροβάτης δεν μας προκαλούσε τόσο τρόμο.
  • Ο Γιάννης Μαργαρίτης, όπως πάντα, έστησε μια τίμια παράσταση. Οι ηθοποιοί είναι επαρκέστατοι στους ρόλους τους. Ο Μαργαρίτης σαν Ζορζ έχει χάρη και γούστο, η Ιβόν της Χρυσάνθης Δούζη αποκτά με άνεση το πρόσωπο της αιώνιας μπεμπέκας αλλά και της γυναίκας αράχνης. Ο Μισέλ του Δημήτρη Πασσά παρασύρεται κάπως από την ορμή του και η Μαντλέν της Νικολέτας Κοτσαηλίδου δεν πετυχαίνει πάντα να συμφιλιώσει στην ερμηνεία της την παρθένα και ερωμένη· ωστόσο, η Βαγγελιώ Ανδρεαδάκη δίνει στο ρόλο της Λεό έναν αινιγματικό και πρωτότυπο τόνο.
  • Αναγνωρίζω την προσπάθεια του σκηνοθέτη, δυσκολεύομαι όμως να πεισθώ από το αποτέλεσμα. Οι «Τρομεροί γονείς» έτσι και αλλιώς δεν έχουν μυστικά, μιλούν από μόνοι τους. Αυτό που χρειάζονται είναι ένα ανέβασμα που θα σέβεται τον μηχανισμό τους και θα αφήνει το περιεχόμενο να τρώει τη σάρκα του. Τα διάφορα ευρήματα του βίντεο, τα στοιχεία τσίρκου και τα μικρόφωνα μοιάζουν με πεισματάρικες προσπάθειες να εισαχθεί στο ύφος της παράστασης μια εξωτερική, όχι και πολύ πειστική «πρωτοπορία». Το ειρωνικό είναι βέβαια πως έτσι ο αναρχισμός του Κοκτό αδυνατίζει: μετατρέπεται σε πρόωρα ανοιγμένο δώρο.
  • Ολα μοιάζουν κουρασμένα στο «συγκεντρωτικό» σκηνικό του Θεάτρου της Ανοιξης. Το πρόβλημα βρίσκεται βαθύτερα: η σκηνική εικόνα οφείλει -ιδιαίτερα σε προσπάθειες που αγγίζουν την πρωτοπορία- να αποτελεί μια ομαδική κατάκτηση. Δεν μπορεί να βασίζεται στην προσωπική ματιά του σκηνοθέτη, χωρίς αυτή να υπηρετείται -ή να κατανοείται πλήρως- από τους βασικούς συντελεστές. Στους «Τρομερούς γονείς» είχα αντίθετα διαρκώς την εντύπωση ότι οι ηθοποιοί δεν ακολουθούσαν παρά οδηγίες, χωρίς βαθύτερη συμμετοχή ή συμβολή σ’ αυτό που βλέπαμε. *
Advertisements