«Τα μάτια τέσσερα» στο Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης

  • Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο έλεος του νόμου

  • * «Τα μάτια τέσσερα» – Θέατρο Τέχνης – Υπόγειο
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 9 Ιανουαρίου 2010

Πριν από κάποια χρόνια ο Γιάννης Τσίρος είχε με τα «Αξύριστα πιγούνια» πείσει ότι μπορεί δραματουργικά να διαχειριστεί το χρέος ενός θεάτρου που απολογείται ενώπιον της πόλης και για λογαριασμό της. «Τα μάτια τέσσερα», όμως, στο Θέατρο Τέχνης ανήκει σε πιο πολιτικούς καιρούς.

Κλέων Γρηγοριάδης και Ερρικα Μπίγιου, μια νέα ηθοποιός που κάνει εξαιρετική εμφάνιση

Κλέων Γρηγοριάδης και Ερρικα Μπίγιου, μια νέα ηθοποιός που κάνει εξαιρετική εμφάνιση

Μοιάζει να είναι το αποτέλεσμά τους, ενώ κινδυνεύει να γίνει θύμα τους. Ολα γύρω από αυτό, η επικαιρότητα, τα δελτία Τύπου, το πρόγραμμα της παράστασης, η ίδια η προσμονή μας συντελούν στο να χαρακτηριστούν τα «Μάτια τέσσερα» έργο πολιτικής θέσης· είναι, στην πραγματικότητα, κάτι πλουσιότερο από αυτό.

Μια 21χρονη κοπέλα συλλαμβάνεται να κλέβει ένα κραγιόν σε κάποιο μαγαζί καλλυντικών. Προσπαθώντας να διαφύγει τη σύλληψη, αντιστέκεται στην αστυνομικό και γίνεται θύμα ενός ανηλεούς ανθρωποκυνηγητού. Ο παππούς της, απελπισμένος, καταφεύγει σε ό,τι μέσο διαθέτει για να αποτρέψει την ποινή φυλάκισης (που στην περίπτωση της αντίστασης κατά της αρχής δεν εξαγοράζεται). Κι ωστόσο τα μάτια της πολιτείας είναι στραμμένα αλλού. Τρεις συν μία εξουσίες, εκτελεστική, νομοθετική, δικαστική, αλλά και ο Τύπος αδυνατούν να κατανοήσουν ότι ο νόμος, όταν δεν υπηρετεί τον αδύναμο, γίνεται δυνάστης του.

Ο Τσίρος μάς καλεί να δούμε πως η 21χρονη έχει ήδη καταδικαστεί και κυνηγηθεί. Οι αντιδράσεις της είναι αντιδράσεις του αγριμιού που αμύνεται. Το έργο είναι, πριν απ’ όλα, μια καταγγελία για την αυθαιρεσία του κράτους, για την πολιτεία που νομοθετεί με μέτρο το παράπτωμα και όχι τον φταίχτη, για μια Δικαιοσύνη τυφλή στο δράμα των αδύναμων. Και, ωστόσο, αυτό που ενδιαφέρει είναι η συνέχεια. Γιατί από το σημείο αυτό και μετά ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης και οι ηθοποιοί του Θεάτρου Τέχνης επιχειρούν το ακριβοθώρητο άλμα του ρεαλισμού από την ανάλυση του κόσμου στη σύνθεσή του.

Στο έργο τα πρόσωπα δεν διακρίνονται σε καλούς και κακούς, αλλά με τη θέση και τη μοίρα τους. Μια μετάθεση μόνο αρκεί και η αστυνομικός μπαίνει στη θέση του δύστυχου παππού, που εκλιπαρεί για τη σωτηρία της εγγονής του. Μια αλλαγή και ο παππούς ακολουθεί τον στρεβλό πολιτικό. Ο τελευταίος, πίσω από το αλεξίσφαιρο γιλέκο, κρύβει ένα ευάλωτο σώμα. Και κάτι στη συνείδηση του καθηγητή της Νομικής τού επιτρέπει να διακρίνει ακόμα τον ήχο από το φτερούγισμα ενός σπουργιτιού.

Ετσι, ο ρεαλισμός του Τσίρου δεν λέει, πείθει πως ο νόμος και η εφαρμογή του γίνονται μέσο διαστρέβλωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ελέους. Στο τέλος εμφανίζεται μπροστά μας η 21χρονη. Είναι πλάσμα καθηλωμένο, όχι μόνο από την αναίτια, εκδικητική σφαίρα, αλλά από το μίσος. Αδυνατεί -όπως και εμείς- να διακρίνει αν ο δημοσιογράφος, που θέλει να αποκαλύψει το δράμα της, κινείται από καθήκον ή υστεροβουλία. Μια αδιάφορη, αναίσθητη κοινωνία γενικεύει τα πάντα, και το μίσος της. Σπουδαίες ερμηνείες: της κατά βάθος τρομαγμένης αστυνομικού Βαγγελιώς Ανδρεαδάκη. Του μελοδραματικού, αμφιλεγόμενου παππού Βασίλη Κολοβού. Του αήθους βουλευτή Κλέωνα Γρηγοριάδη. Της νέας (εξαιρετικής εμφάνισης) Ερρικας Μπίγιου. Ο δικαστής τού Δημήτρη Καμπερίδη, δοκίμιο ρεαλιστικού παιξίματος. Εξαιρετική η γυναικούλα της Αλίκης Αλεξανδράκη. Μια μάζα μίσους η κυνηγημένη Αννα της Μυρτώς Αυγερινού. Θεράπων ή κήνσορας ο δημοσιογράφος του Γιώργου Πυρπασόπουλου. Ο σκηνοθέτης Κωνσταντίνος Αρβανιτάκης έδωσε μια λιτή και δυναμική οπτική. Ακόμα περισσότερο, έδωσε τη βάση για την απογείωση του έργου στον χώρο του κοινωνικού δράματος. *

Λίζα Κρον «Πολύ καλά», Μπέρτολτ Μπρεχτ «Αποσπάσματα»

  • Μια μικροαστική καθημερινότητα

  • Αφήγηση φορτωμένη με υπαρξιακο-συμπλεγματικές εμμονές πέραν του Ατλαντικού

  • Του Σπυρου Παγιατακη
  • Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 10/5/2009

ΛΙΖΑ ΚΡΟΝ Πολύ καλά, σκην.: Τάκης Βουτέρης. Θέατρο: Εξαρχείων

ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ Αποσπάσματα, σκην.: Κάτια Γέρου. Θέατρο: Καρόλου Κουν

  • Οχι δηλαδή, πως έχει και μεγάλη σημασία αλλά η –σωστότερη και πιο ταιριαστή– μετάφραση του τίτλου «Well» της 47χρονης Αμερικανίδας Λίζα Κρον θα ήταν περισσότερο ένα γενικόλογο «Λοιπόν» παρά αυτό το καθοριστικά θετικό «Πολύ Καλά» που του χάρισε η μεταφράστριά του Αννίτα Δεκαβάλλα. Κι αυτό επειδή τόσο το είδος –αυτοβιογραφικό και stand-upish– του γραψίματος όσο και το περιεχόμενο του κοινότοπου θεατρικού έργου της, το οποίο όλως περιέργως γνώρισε επιτυχία στις αγγλοσαξονικές χώρες, δεν έχει τίποτα το ιδιαίτερα θετικό ώστε να ’ναι όλα «Πολύ Καλά». Μάλλον το αντίθετο συμβαίνει εδώ όπως πρόκειται για την αφήγηση μιας μίζερης, αμερικανο-μικροαστικής καθημερινότητας φορτωμένης με υπαρξιακο-συμπλεγματικές εμμονές, με ανεξιχνίαστες αλλεργίες και άγχη ώστε να ξεπεραστούν κάποιες νεγρο-εβραϊκές εμμονές. Ολες τους, δηλαδή, καταστάσεις οι οποίες βρίσκονται μακριά από την υπερ-ατλαντική μας πραγματικότητα. Ακόμα δε περισσότερο κι από την ελληνική.

Ερμηνείες

  • Η μόνη ομοιότητα με ντόπιες καταστάσεις εντοπίζεται στην ηλικιωμένη –δευτεραγωνιστική– μάνα (Ελένη Γερασιμίδου) που βρίσκεται καθηλωμένη στην πολυθρόνα της αναπολώντας τις δόξες από τους παλιούς αντιρατσιστικούς της αγώνες. Ο πρωταγωνιστικός ρόλος είναι της μονολογούσης κόρης (Αννίτα Δεκαβάλλα) η οποία μπαινοβγαίνει από νοσοκομεία για να θεραπεύσει τις αλλεργικές της νευρώσεις, και μονολογεί απευθυνόμενη στο κοινό.
  • Με εμφανώς λιγότερο τσιριχτή φωνή από τις τυποποιημένες εμφανίσεις της στην τηλεόραση η Ελένη Γερασιμίδου αποδεικνύει το πόσο δύσκολο είναι ν’ απελευθερωθεί ένας καλός ηθοποιός –σαν κι αυτή– από τις προσοδοφόρες τηλεοπτικές ευκολίες του. Δίχως ένα κεντρικό πρόσωπο –τη Λίζα Κρον– με ιδιαίτερα έντονη προσωπικότητα το οποίο να αστράφτει ειλικρίνεια και χιούμορ, ο κεντρικός ρόλος θαμπώνει και παραμένει στατικός κι αδιάφορος. Παρ’ όλες τις αξιοπρεπέστατες πλην ανεπιτυχείς προσπάθειές της, η Αννίτα Δεκαβάλλα δεν κατόρθωσε ν’ απογειωθεί. Ατυχέστατες οι «μουντζουρωμένες» εμφανίσεις των ηθοποιών που υποδύονταν τους «έγχρωμους». Αυτή τη φορά η σκηνοθεσία του Τάκη Βουτέρη διέθετε ελάχιστη έμπνευση κι ευρηματικότητα.

Χατζιδάκις

  • Στην παράσταση με αποσπάσματα από έργα που παίχθηκαν στις ηρωικές εποχές του (υπόγειου) θεάτρου Τέχνης – Καρόλου Κουν η καλή Κάτια Γέρου μου θύμισε το Reader’s Digest. Τα παλιά χρόνια, το αμερικανικό αυτό περιοδικό δημοσίευε μπεστ σέλερ «εν συντομία». Συμπυκνωμένα. Ποιος ξέρει, μπορεί να συμβαίνει ακόμα. Τέλος πάντων, στους μονολόγους –με συνοδεία πιάνου από τον Θόδωρο Κοτεπάνο– η Κ. Γέρου θύμιζε τα παλιά τεύχη του Reader’s Digest. Πάντως τραγουδούσε κιόλας και μάλιστα σωστά. Τραγούδησε κι ένα – δυο τραγούδια από τον «Κύκλο με την Κιμωλία» του –πρώτου νομίζω– Μπέρτολτ Μπρεχτ στην Ελλάδα. Σε μουσική Μάνου Χατζιδάκι και τη λυρικότατη μετάφραση (σωστότερο είναι « απόδοση» όπως κι αναγράφεται) του Οδυσσέα Ελύτη. Το «Τρεις Στρατηγοί» κι ένα άλλο. Τραγούδια που μου άρεσαν πολύ στα νιάτα μου.
  • Διαβάζω τώρα στο πρόγραμμα της παράστασης που έλεγα παραπάνω ένα σημείωμα του Μάνου Χατζιδάκι από το περιοδικό «Η λέξη» (1987). «Μήπως ο Μπρεχτ του «Κύκλου με την κιμωλία» και η θερμότητα που ανέδιδε είχε καμιά σχέση με τον ψυχοτριγωνομετρικό Μπρεχτ του «Μπερλίνερ Ανσάμπλ»; Ναι, αλλά η κυρία Ελεν Βάιγκελ, η γυναίκα του Μπρεχτ που απαγόρευσε την ανίερη συνέχειά μας, δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο ανάγκη είχε ο Μπρεχτ από την παράστασή μας αυτή για να γίνει λαϊκός». Να μην ανοίξουμε τώρα μεταθανάτια κουβέντα επ’ αυτού, Μάνο Χατζιδάκι. Θεωρώ πως σφάλλεις κι εσύ όπως και ο Μπρεχτ. Φυσικά και η μουσική σου ήταν περισσότερο εύπεπτη και πιο «λαϊκή» απ’ αυτήν του Πάουλ Ντεσσάου. Κι όσο για σένα Μπ. Μπ., η επιθυμία σου να «εκπαιδεύσεις σοσιαλιστικά» το κοινό σου παρουσιάζοντας μία Γκρούσα στον «Κύκλο» που αγαπούσε ένα ξένο παιδί περισσότερο από την αληθινή του μάνα, ή πάλι εκείνη την αδίστακτη Μάνα Κουράγιο που πουλούσε τα παιδιά της στον πόλεμο, μάλλον απέτυχε.
  • Ο –τότε– λαός προτιμούσε τον Ξανθόπουλο με την Βούρτση και –τώρα– τα μελένια τηλεοπτικά σήριαλ από τα δικά σου–διόλου ψυχοτριγωνομετρικά, πού εσφαλμένα χαρακτήριζε ο Μ. Χατζιδάκις. Δυστυχώς (;) ο χρόνος αποδεικνύει πλέον ότι ο (ανενημέρωτος;) λαός παραμένει πάντα με την καρδιά κοντά στο «θέατρο του πάθους» που έλεγε και ο Μάνος και στην αισθαντική μουσική του Χατζιδάκι και διόλου στο εγκεφαλικό αισθητικό γκέτο της μειονότητας που εξακολουθεί να λιγώνει με τον Μπρέχτ – και δεν είναι παρά μια μικρή μειοψηφία.

Σύγχρονα ελληνικά κείμενα

  • «Οι ηθοποιοί», στο «Θέατρο Τέχνης» («Υπόγειο»)
«Καλιφόρνια ντρίμιν»

Ζωή και θέατρο. Δυο έννοιες αλληλοτροφοδοτούμενες. Αλήθεια και ψεύδος. Πραγματικότητα και φαντασία. Ανθρωπος, ηθοποιός και ρόλος. Το «θέατρο» της ζωής και η «ζωή» του θεάτρου. Το «είναι» και το «φαίνεσθαι» στη ζωή και στο θέατρο – την τέχνη που αναπαριστά τη ζωή, τους πόθους, τις ελπίδες, τις απογοητεύσεις, τις προδοσίες, τα λάθη και πάθη της ανθρώπινης ύπαρξης. Ποια αλήθεια είναι δυνατότερη, σκληρότερη για κάθε άνθρωπο (και τον καλλιτέχνη); Η φανερή ή η κρυμμένη; Η ομολογημένη ή η ανομολόγητη; Το θέατρο ή κάποιος μεγάλος δραματικός ρόλος που υποδύεται ο ηθοποιός κατά πόσο μπορεί να αντιστοιχεί, να «ερμηνεύσει» και να «θεραπεύσει» μια οδυνηρή αλήθεια της ζωής του ηθοποιού; Η ερμηνεία ενός ρόλου, λ.χ. οι ρόλοι του Αγαμέμνονα, της Κλυταιμνήστρας, του Αιγίσθου, επηρεάζoνται από τον προσωπικό βίο, τους έρωτες, τους πόθους, τα πάθη των ηθοποιών που τους ερμηνεύουν; Ποια από τις ζωές του θεατρίνου – η πραγματική ή η καλλιτεχνική – κυριαρχεί; Με τέτοια ερωτήματα, με τη μορφή «θεάτρου μέσα στο θέατρο» και πλάθοντας τρία πρόσωπα, ένα ερωτικό τρίγωνο αποτελούμενο από τρεις ηθοποιούς – δυο άνδρες και μια γυναίκα – με το έργο του «Οι ηθοποιοί», ο Γιώργος Σκούρτης «φιλοσοφεί» για τη ζωή και το θέατρο. Ρεαλιστής ο Σκούρτης δεν κλείνει τα μάτια μπροστά στην καταλυτική δύναμη της υπαρξιακής αλήθειας, του προσωπικού βιώματος. Καταλυτική πρωτίστως για την πραγματική ζωή του καλλιτέχνη, τόσο πολύ που υποβόσκει και στην τέχνη του. Η ηθοποιός που θα υποδυθεί την Κλυταιμνήστρα, μισεί τον θιασάρχη και σκηνοθέτη εραστή της, ο οποίος θα υποδυθεί τον Αγαμέμνονα, γιατί με την άμβλωση που της επέβαλε «σκότωσε» το παιδί που θα γεννούσε, τον απατά με τον νέο ηθοποιό που θα υποδυθεί τον Αίγισθο και μαζί – όπως στην αισχυλική τραγωδία – θα ήθελαν να τον σκοτώσουν επί σκηνής. Αλλο, όμως, το θέατρο κι άλλο η ζωή… Το έργο υπηρετείται με τη λιτή, ρεαλιστική σκηνοθεσία (Θόδωρος Γράμψας), τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Νίκος Σωτηρόπουλος) και τις αψεγάδιαστα αρμόζουσες στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ερμηνείες των Ελισάβετ Μουτάφη, Αγγελου Αντωνόπουλου και Μάνου Ζαχαράκου. Θετική ερμηνευτικά η νέα ηθοποιός Ελένη Δάφνη.

  • «Καλιφόρνια ντρίμιν» στο «Χυτήριο»
«Παραμυθ…issimo!»

Η επαγγελματική ιδιότητα του δασκάλου, ιδιαίτερα η δική του ως καθηγητή νυχτερινού σχολείου, όπου φοιτούν πολλών και ποικιλόμορφων ειδικών «κοινωνικών αναγκών» παιδιά – Ελλήνων και μεταναστών – αποτελεί πολύτιμο σύμβουλο, πηγή έμπνευσης και τροφό της βαθύτατα ουμανιστικής δραματουργίας του Βασίλη Κατσικονούρη. Απόδειξη, το βραβευμένο έργο του «Καλιφόρνια ντρίμιν», που φέτος ξαναπαρουσιάζεται στο «Χυτήριο». Ο Βασίλης Κατσικονούρης ζώντας εκ του σύνεγγυς τους εφήβους, ζει και τα προβλήματά τους και τα αίτια των προβλημάτων τους. Γνωρίζει την ψυχολογία, τη συμπεριφορά τους. Την παρορμητικότητα, την ανεμελιά, την απερισκεψία, τη φυγοπονία τους, ακόμα και την πιθανή αλλά συνήθως ασυνειδητοποίητη παραβατικότητά τους. Τη θετική ή αρνητική επίδραση του οικογενειακού, φιλικού και κοινωνικού περιβάλλοντος. Πονά για κάθε κοινωνικά ή οικογενειακά «άμοιρο» παιδί, που – κόντρα στη φτώχεια, στην ορφάνια, στην εγκατάλειψη, στον ξεριζωμό, στο μόχθο του μεροκάματου, και μύρια όσα άλλα βάσανα, προσπαθεί, αγωνίζεται, επιτυγχάνει αλλά και αποτυγχάνει να αποκτήσει κάποιες στοιχειώδεις γνώσεις, με την ελπίδα να ζήσει ανθρωπινότερα. Ο Κατσικονούρης κατανοεί, πονά, αγαπά τα παιδιά και με δραστική γλώσσα, με τρυφερότητα, καυστικότητα, χιούμορ, αλλά και υπόκρυφη διδακτικότητα καταδείχνει το κακό και το καλό. Εφηβα φτωχόπαιδα, δυο αγόρια και τα κορίτσια, είναι τα τέσσερα πρόσωπα του «Καλιφόρνια ντρίμιν», δηλαδή του ψευδέστατου, εισαχθέντος και στην Ελλάδα, «αμερικάνικου ονείρου». Το ένα κορίτσι δουλεύει σε κομμωτήριο, το άλλο σε καφέ-μπαρ, το ένα αγόρι σε πιτσαρία και το άλλο, ο «εξυπνάκιας» της παρέας, τεμπελιάζει «ονειρευόμενο» να βρει λεφτά να πάει στην Καλιφόρνια ώστε και τη στρατιωτική θητεία να αποφύγει και να κάνει την «τύχη» του. Συμμέτοχους στην υλοποίηση της αστοχασιάς του κάνει και τα άλλα τρία παιδιά, ζητώντας τους να «κλέψουν» έναν συνταξιούχο θείο του, για να εξασφαλίσουν τα ναύλα. Τα παιδιά παρασύρονται σε λάθος «δρόμο». Και καθώς τα παιδιά δεν είναι κλεφτρόνια, αποτυγχάνουν. Και συνειδητοποιώντας ότι αυτό το «όνειρο» είναι αδιέξοδο, επιλέγουν να συνεχίσουν το σχολειό και το βιοποριστικό αγώνα τους, ωθώντας και το φίλο τους στο «δρόμο» της ζωής και όχι των πλαστών «ονείρων». Η νεανικού «νεύρου» σκηνοθεσία του Νίκου Καραγεώργου, αναδεικνύει τις δραματουργικές αρετές και το έμμεσα διδακτικό μήνυμα του έργου, με τη δημιουργικότατη συμβολή όλων των συντελεστών: Ντέιβιντ Νέγκριν (κοστούμια – σκηνικό), Μανόλης Θεοδωράκης (κινησιολογία), Κατερίνα Μαραγκουδάκη (φωτισμοί), Δημήτρης Ιατρόπουλος (μουσική επιμέλεια) και τις ελπιδοφόρες για το μέλλον ερμηνείες των νέων ηθοποιών Παναγιώτη Καρμάτη, Ευδοκίας Ρουμελιώτη, Γιώργου Γεροντιδάκη, Τασίας Ελευθερίου.

  • «Παραμυθ…issimo!» από τη «Μικρή Πόρτα»
«Οι ηθοποιοί»

Εκτός από το σπουδαίο και πλούσιο πεζογραφικό έργο και τον κοινωνικό και αντιφασιστικό αγώνα του, ο κορυφαίος Ιταλός συγγραφέας Ιταλο Καλβίνο, υπηρέτησε την πατρίδα του, το λαό του, τις παραδόσεις και την κουλτούρα του και με το να ασχοληθεί με τη λαογραφία της. Την υπηρέτησε με το να συγκεντρώσει, διασώσει, να μελετήσει και ταξινομήσει τα μακραίωνα λαϊκά παραμύθια ολόκληρης της Ιταλίας, πιστεύοντας ότι «τα λαϊκά παραμύθια είναι αληθινά». Ο Καλβίνο, «με ασίγαστη δίψα για όλο και περισσότερες εκδοχές και παραλλαγές», και πιστεύοντας ότι τα λαϊκά παραμύθια συνθέτουν «μια συνολική ερμηνεία της ζωής, που διασώθηκε μέσα από την αργή ωρίμανση της λαϊκής συνείδησης», όπως έγραφε, ανέδειξε το εύρος, τους χυμούς, τη χάρη των τοπικών γλωσσικών διαλέκτων. Την εκπληκτική φαντασία, τη διδακτική δύναμη, τη συμβολικότητα των «προσώπων» (άνθρωποι, ζώα, υπερφυσικά πλάσματα), της μυθοπλοκής τους (άλλοτε σατιρική, άλλοτε κωμικά «παιγνιώδη», άλλοτε «σκοτεινή»). Τη θυμοσοφία, τη διαχρονική και πανανθρώπινη αλληγορία τους για τη ζωή, τον άνθρωπο, την κοινωνία, το καλό και το κακό, την αλήθεια και το ψεύδος. Επιστέγασμα αυτής της ενασχόλησης του Καλβίνο ήταν η δημοσίευση μιας, πλατιά διαδεδομένης στην Ιταλία, ανθολογίας με 200 λαϊκά παραμύθια, στα οποία ο Καλβίνο στάλαξε την ομορφιά της δικής του πένας. Ανθολόγηση και διασκευαστική σύνθεση τεσσάρων παραμυθιών από την ανθολογία του Καλβίνο είναι το «Παραμυθ…issimo!», που συνυπογράφουν η Ξένια Καλογεροπούλου και ο Θωμάς Μοσχόπουλος, σε σκηνοθεσία του δεύτερου. Μια ακόμη υποδειγματικής σοβαρότητας, υψηλής καλλιτεχνικής ποιότητας, δημιουργία της «Μικρής Πόρτας», που σέβεται και αναπτύσσει τη νοημοσύνη και καλλιεργεί την αισθητική των παιδιών. Μια κειμενική σύλληψη και μια σκηνοθετική δημιουργία, που και ελευθέρωσε και μετέδωσε δημιουργικό κέφι, ευρηματικότητα, υψηλό αισθητικό γούστο σε όλους τους καλλιτεχνικούς συντελεστές και στους ερμηνευτές της παράστασης. Μια εύφορη, παιγνιώδης, με πολύ χιούμορ παράσταση, στημένη σαν θέατρο μέσα στο θέατρο, με ευφάνταστα και λειτουργικότατα, παρά την απλότητά τους, σκηνικά, τα χιουμοριστικά κοστούμια και σκηνικά αντικείμενα της Ελλης Παπαγεωργακοπούλου, με πολλαπλών επιπέδων φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου, με εκφραστική χορογραφία της Μάρθας Κλουκίνα, με χυμώδη μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή. Επαινο για την αφειδώλευτη, δροσερή, ατομική και συλλογική, υποκριτική τους κατάθεση αξίζουν όλοι (κι όλοι είναι νέοι) οι ηθοποιοί: Μιχάλης Σαράντης, Τατιάνα-Αννα Πίττα, Χρίστος Νικολάου, Στέλιος Χλιαράς, Ηλιάνα Γαϊτάνη, Δάφνη Μαρκάκη, Τώνια Γελεκλίδου, Γιάννης Κουκουράκης.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 14/01/2009