Παιδικό Θέατρο: Σιωπή, ακούστε το θέατρο

ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΡΑΠΤΟΥ*

Η ΑΥΓΗ: 30/04/2010

Το μιούζικαλ Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει (μουσική: Ν. Κυπουργός, κείμενο: Ν. Κυπουργός, Θ. Μοσχόπουλος) είναι έργο για παιδιά ή, για την ακρίβεια, για όσους διατηρούν την παιδική ανοικτότητα και την ανεπιτήδευτη ευθυκρισία των παιδιών. Το έργο (πρώτη παράσταση: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 1993) παρουσιάζεται φέτος στον πολυχώρο Bios από την εταιρεία μουσικού θεάτρου «Οι Όπερες των Ζητιάνων».

Το μιούζικαλ Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει εκκινεί από το παραμύθι «Τα ρούχα του βασιλιά» και παραλλάσσει την προβληματική του. Ο βασιλιάς ζητά από το μουσικό της αυλής του να συνθέσει ένα έργο το οποίο θα συνδυάζει αρμονικά τις μουσικές που τον έχουν συγκινήσει κατά καιρούς. Ο βασιλιάς θα ήθελε να ζει στην εποχή του Μότσαρτ ή του Μπαχ ή του Μπετόβεν… Αυτό όμως που επιθυμεί στο βάθος είναι μια μελωδία που θα του ταράζει την καρδιά, θα δίνει νόημα στη ζωή του. Ο μουσικός της αυλής είναι απελπισμένος. Ό,τι και αν συνθέτει, όσο και να προσπαθεί, ο βασιλιάς μένει δυσαρεστημένος. Ο μουσικός νιώθει πως έχει στερέψει από έμπνευση, μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται η περιφρονημένη από τη σύγχρονη μουσική Μούσα, για να τον βοηθήσει. Μαζί γράφουν μια υπέροχη μελωδία, ενώ στον ανικανοποίητο βασιλιά η Μούσα δίνει ένα καλό μάθημα. Υποδύεται την κοσμογυρισμένη διάσημη μουσικό, που τις συνθέσεις της μπορούν να ακούσουν μόνο οι εκλεπτυσμένοι ακροατές. Η Μούσα και ο μουσικός παρουσιάζουν ένα «αριστούργημα» σιωπής, για να καταδειχθεί στο τέλος ότι ο βασιλιάς είναι θλιβερός, μόνος, ξενόδουλος και χωρίς μουσικό αίσθημα…

Η παράσταση πατάει γερά στην πλούσια (αισθητικά και διανοητικά) μουσική του Κυπουργού και στο ευφυές κείμενο του Μοσχόπουλου, διαπλέκοντας με τρόπο αναπάντεχο το παραμύθι με το σολφέζ και τη θεωρία της μουσικής! Η διακειμενικότητα και η αισθητική της μεταδραματικής σκηνής χρησιμοποιούνται παραδειγματικά. Τοποθετώντας το θεατρικό γεγονός μέσα στο εργοστασιακό κέλυφος της σκηνής του Bios, οι συντελεστές της παράστασης έχουν κάνει την πλέον κρίσιμη επιλογή. Γυμνώνουν το έργο από περιττές σημειώσεις και βοηθούν το θεατή να εστιάσει στην παράσταση και στον τρόπο που αυτή αρθρώνεται.

Η σκηνοθεσία της Μ. Κάλμπαρη αναδεικνύει τον συνθετικό χαρακτήρα του έργου, ακριβώς γιατί προβάλλει τη μηχανική τής ερμηνείας. Η παραλληλία και η ετερότητα κινήσεων και λόγων, ως ένα είδος αναδιπλασιαστικού – αναστοχαστικού σχολίου, καθώς και η χρήση του δεύτερου ορόφου που «βλέπει» στην αίθουσα, θα μπορούσαν, ωστόσο, να είναι λίγο πιο εκτεταμένες, τονίζοντας έτσι το νοηματικό παλίμψηστο του έργου. Οι ηθοποιοί (Ι. Φόρτη, Δ. Δημόπουλος, Ζ. Κουτελιέρης) κινούνται συγκοπτόμενα, συχνά με τη λογική της μαριονέτας ή του καρτούν, κάνουν μούτες, σωματοποιούν τα αισθήματα και τη μουσική, εμφαίνουν στο φαρσικό και το επίπλαστο και χρησιμοποιούν με γενναιοδωρία τις φωνητικές τους δυνατότητες, για να χτίσουν το παραστασιακό γεγονός. Ο Χ. Γωγιός, υπεύθυνος για την ενορχήστρωση και τη μουσική διδασκαλία, ξεκλειδώνει προσεκτικά τους μουσικούς κώδικες και καθοδηγεί με ακρίβεια και ευαισθησία ηθοποιούς και μουσικούς (Artefacts ensemble) στο παραστασιακό παίγνιο. Η οργάνωση του χώρου (σκηνικά-κοστούμια: Κ. Ζαμάνης, φωτισμοί: Ν. Σωτηρόπουλος) είναι συνεπής με τα προτάγματα της ομάδας. Λίγα μέσα, μεταμοντέρνα αισθητική, λιτές και πλακάτες χρωματικές επιλογές, ενήλικη παιδικότητα και καρναβαλικά ενδυματολογικά ψήγματα λειτουργούν ισορροπημένα, χωρίς εξάρσεις. Καλή η επιλογή του παιχνιδιού με τις αντανακλάσεις και τις σκιές, αλλά θα μπορούσε σίγουρα να είναι τολμηρότερη.

  • Τελικά, η ομάδα «Όπερες των Ζητιάνων», έχοντας στα χέρια της ένα πρώτης τάξεως υλικό, καταφέρνει να παρουσιάσει μια θεατρική πρόταση που συγκινεί το κοινό της πόλης, το κοινό που είναι εξοικειωμένο με τον άναρχο κόσμο της τεχνολογίας και που δύσκολα εκπλήσσεται, καθώς επιβιώνει μέσα στις εικόνες και τους ήχους. Καθαρίζοντας το υλικό από το «θόρυβο», προσκαλούν παιδιά και ενήλικες να νιώσουν το μουσικό θέατρο, παραδίδοντας παράλληλα ένα άρτιο μάθημα σύγχρονης διδακτικής της μουσικής, που τόσο λείπει από τα ωδεία μας.
  • [BIOS, Πειραιώς 84. Παραστάσεις: Κυριακή 11.00 π.μ. και 3.30 μ.μ., Δευτέρα 9.00 μ.μ.]

* Η Ελευθερία Ράπτου είναι θεατρολόγος.

Δραματοποιημένα λογοτεχνικά κείμενα από ΗΠΑ και Αγγλία

Από την παράσταση «Μα …είμαι μια αρκούδα»
  • Του ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 9 Απρίλη 2010
  • ΦΡΑΝΚ ΤΑΣΛΙΝ «Μα …είμαι μια αρκούδα». Θεατρική διασκευή: Μίνα Σαρρή – Τάκης Σαρρής στο «ΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΚΟΥΚΛΑΣ» στα Κάτω Πατήσια

32 χρόνια δημιουργίας και προσφοράς στο χώρο του Κουκλοθέατρου η Μίνα και ο Τάκης Σαρρής παρουσιάζουν το τελευταίο δίμηνο μια παλιότερη πετυχημένη παράσταση, την οποία είχαν πρωτο-ανεβάσει το 1994 και ακολούθησαν αργότερα και άλλες παραστάσεις του ίδιου έργου. Πρόκειται για το κοινωνικο-πολιτικό έργο του Αμερικανού σκηνοθέτη και σεναριογράφου Φρανκ Τάσλιν, «Μα …είμαι μια αρκούδα», το οποίο διασκεύασαν για κουκλοθέατρο.

Ενώ μια αρκούδα απολαμβάνει την ομορφιά του δάσους και την ηρεμία του, πέφτει σε χειμερία νάρκη, όπως όλες οι αρκούδες άλλωστε. Ομως, για κακή της τύχη, έρχονται ξυλοκόποι και κόβουν πολλά από τα δέντρα του δάσους. Στη θέση τους κτίζουν ένα εργοστάσιο. Ο επιστάτης του εργοστασίου ξυπνάει βίαια την αρκούδα, την οδηγεί στα γραφεία της διοίκησης του εργοστασίου, όπου εκεί της ζητούν επιτακτικά να εργαστεί ως εργάτρια στο εργοστάσιο. Αυτή, φυσικά, αρνείται, εξηγώντας τους ότι είναι αρκούδα και ότι δε γνωρίζει τίποτα από τα ανθρώπινα επαγγέλματα. Ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου, για να της αποδείξει ότι δεν είναι αρκούδα και άρα μπορεί να εργαστεί, την οδηγεί στο ζωολογικό κήπο και στο τσίρκο, όπου οι άλλες αρκούδες δεν την αναγνωρίζουν αφού αυτή δε γνωρίζει να κάνει αυτά που κάνουν εκείνες. Αναγκάζεται, λοιπόν, με βαριά καρδιά να μπει στην παραγωγή. Η ιστορία εξελίσσεται με διάφορα επεισόδια…

Από την παράσταση «Μήλα, ζάχαρη, κανέλα»

Μηνύματα του έργου είναι η διατάραξη του οικολογικού συστήματος και η καταστροφή της φύσης για καπιταλιστική εκμετάλλευση και η αλλοτρίωση των ανθρώπων στην παραγωγική διαδικασία του συγκεκριμένου συστήματος.Ο Φρανκ Τάσλιν (1913-1972) ήταν Αμερικανός σεναριογράφος, σκηνοθέτης και παραγωγός του κινηματογράφου. Το διάστημα 1935-1968 έγραψε σενάρια για 50 ταινίες, το διάστημα 1933-1968 σκηνοθέτησε 76 ταινίες και το διάστημα 1941-1967 ήταν παραγωγός 22 ταινιών. Είχε γράψει και εικονογραφήσει 3 βιβλία με σατιρικό περιεχόμενο δυσκολονόητο για παιδιά: «The Bear that wasn’t» (1946), «The Possum that didn’t» (1950) και «The World that isn’t» (1951). Στο πρώτο βιβλίο βρίσκεται το κείμενό του «Μα …είμαι μια αρκούδα». Το βιβλίο αυτό είχε γυριστεί σε καρτούν το 1967. Από 13 χρόνων είχε ασχοληθεί με την κατασκευή καρτούν. Από το 1930 άρχισε να φτιάχνει αισώπειους μύθους σε καρτούν, ενώ έχει εργαστεί στη «Warner Brothers» και στην «Disney».

Η παράσταση είναι εντυπωσιακή, με πλούσια σκηνικά και κούκλες, που κατασκεύασε με μαστοριά και φαντασία ο Τάκης Σαρρής. Στην παράσταση χρησιμοποιούνται γαντόκουκλες, μαρότες και ξύλινες κούκλες, καθώς και σκηνικά που αλλάζουν με ειδικό μηχανισμό, ο οποίος κατασκευάστηκε για τις ανάγκες της παράστασης του συγκεκριμένου έργου.

Η Μίνα και ο Τάκης Σαρρής, έμπειροι και αξιόλογοι κουκλοπαίχτες, αποδίδουν τους ρόλους των ηρώων και μεταδίδουν στα παιδιά/θεατές και στους συνοδούς τους τη συναισθηματική και ιδεολογική ατμόσφαιρα της ιστορίας, της οποίας τα μηνύματα μάλλον έχουν διαχρονικότητα σε διεθνές επίπεδο.

Την υπέροχη μουσική έγραψε ο Στάθης Ουλκέρογλου, το σχεδιασμό φωτισμού είχε ο Παν. Μανούσης και φωτιστής ήταν ο Φίλιππος Φέρτης.

  • ΑΓΓΛΙΚΟ ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ «Μήλα, Ζάχαρη, Κανέλα» (θεατρική διασκευή: Ελεάννα Σαντοριναίου – Ευγενία Μαραγκού) από την Παιδική Σκηνή του θεάτρου «ΦΟΥΡΝΟΣ» στα Εξάρχεια
Ο σκηνοθέτης Φρανκ Τάσλιν

Το θέατρο «ΦΟΥΡΝΟΣ» εδώ και αρκετά χρόνια παρουσιάζει διάφορες θεατρικές παραστάσεις για προνήπια και νήπια. Κατά την τρέχουσα θεατρική περίοδο, εκτός από το παρουσιαζόμενο έργο, παραστάθηκαν τα εξής: Από τη θεατρική ομάδα «Αστροναύτες» «Μια φάρμα για ζώα», από τη θεατρική ομάδα «ΦύΡδηΝ ΜΙγΔηΝ» «Φλοξ, το κουτί και τα σύννεφα» της Ζωής Βλάσση και από την Παιδική Σκηνή του θεάτρου «ΦΟΥΡΝΟΣ» το έργο του Μάνθου Σαντοριναίου «Υπάρχουν και καλοί γίγαντες».Το «Μήλα, Ζάχαρη, Κανέλα» είναι ένα αγγλικό λαϊκό παραμύθι, δραματοποιημένο από την Ελεάννα Σαντοριναίου, με προσαρμογή διαλόγων από την Ευγενία Μαραγκού. Διαθέτει και δεύτερο τίτλο «Η γιαγιά που έψαχνε για μήλα», αφού μια γιαγιά ήθελε να φτιάξει μια μηλόπιτα για τα εγγόνια της και στην αυλή του σπιτιού της υπήρχε μόνο μια κερασιά γεμάτη με κεράσια. Αποφάσισε, λοιπόν, να μαζέψει τα κεράσια, με σκοπό να βρει κάποιον να της τ’ αλλάξει με μήλα. Μετά από πολλές και διάφορες περιπέτειες κατορθώνει να πετύχει αυτό που με τόσο επιμονή επιδίωκε.

Πρόκειται για ένα παραμύθι με απλή δομή, όπου συμβαίνουν διαδοχικά και κλιμακωτά διάφορα επεισόδια, με βασική ηρωίδα τη γιαγιά Φαιδρωνία, που υποδύεται η Ευγενία Μαραγκού, ενώ τους υπόλοιπους ρόλους (Χηνομάνα, η κυρία δηλαδή με τις χήνες, Νεαρός) η Ματίνα Δημητροπούλου. Εκτός από τις δυο ηθοποιούς στην παράσταση συμμετέχουν δύο γαντόκουκλες (χωρικός και χωρική) και μια μάπετ κούκλα (ο παππούς ο Αρίστος).

Τα προνήπια και νήπια/θεατές 1,5-5 χρόνων έχουν την ευκαιρία να έρθουν σε μια πρώτη επαφή με το θέατρο και να εξοικειωθούν με τα δρώμενα και τις θεατρικές συμβάσεις. Γι’ αυτό στην παράσταση τους δίνεται η δυνατότητα να ανεβούν στη σκηνή και να συμμετέχουν στην εξέλιξη του μύθου, μετά από την παρότρυνση των δύο ηθοποιών, οι οποίες διαθέτουν τα βασικά υποκριτικά και παιδαγωγικά προσόντα για την επίτευξη του παραπάνω στόχου.

Εδώ έχουμε μια διαδραστική παράσταση. Η διάδραση αυτή, που συνηθίζεται το τελευταίο διάστημα στο θέατρο για παιδιά, όχι πάντοτε με επιτυχία, εδώ βρίσκει αρκετά την εφαρμογή της (μάζεμα κερασιών, τάισμα χηνών, μάζεμα μήλων κλπ.) Η εξέλιξη του μύθου είναι αρκετά έξυπνη και δημιουργεί εκπλήξεις και ενδιαφέρον στους μικρούς θεατές. Στο τέλος όλοι χορεύουν, τραγουδούν και τρώνε μηλόπιτα, που έφτιαξε η γιαγιά. Μοιράζεται, βέβαια, τυπωμένη και η συνταγή της, καθώς και μπαλόνια στα παιδιά. Ευχάριστη ατμόσφαιρα μέσα σ’ ένα ζεστό χώρο, δημιουργημένη από ζεστούς ανθρώπους.

Την επιμέλεια της σκηνογραφίας έχει η Αννα Σαντοριναίου και την κατασκευή των κουκλών επιμελήθηκε η ίδια. Η μουσική είναι των ABC (Alternative Blues Company). Υπεύθυνος των φωτισμών είναι ο Θέμος Σβορώνος.

Παιδικό θέατρο στο ύψος των απαιτήσεων

  • ΕΥΓΕΝΙΟΥ ΤΡΙΒΙΖΑ, Για μια φούχτα μπάμιες, Θεατρική Εταιρεία “Σκαραβαίοι”, σκηνοθεσία: Κώστας Ν. Φαρμασώνης, Θέατρο “Πειραιώς 131”, κάθε Κυριακή στις 11:15′

Ίσως το παιδικό θέατρο να είναι εκείνο το είδος τής εν λόγω Τέχνης του οποίου οι ποιοτικές παραστάσεις, κατ’ εξοχήν, απαιτούν την μεγαλύτερη ψυχική προσφορά. Πολύ ορθά το είχε τοποθετήσει ο Σταμάτης Κραουνάκης σε μία συνέντευξή του: «Δεν κάνουμε κάθε χρόνο παιδικά, γιατί δεν είναι εύκολα. Κάθε παραγωγή παιδικού θέλει πάρα πολύ κόπο, πάρα πολλή ψυχή και πάρα πολύ γερό νευρικό σύστημα, διότι το δυσκολότερο από όλα είναι οι άνθρωποι που το κάνουν να γίνουν παιδιά, όχι να φέρονται σαν μεγάλοι στα παιδιά. Το πιο σημαντικό στο παιδικό θέατρο είναι ότι ελευθερώνεται το φυλακισμένο πια στις μέρες μας παιδί. Γιατί το παιδί δεν έχει χωματόδρομο, δεν έχει διπλανό οικόπεδο, δεν έχει αυλές, έχει μόνο τηλεόραση, η οποία έχει υποκαταστήσει τη γιαγιά και μάλιστα με κάκιστες παιδικές εκπομπές».

Όσα καταγράφηκαν εδώ, τόσο για το παιδικό θέατρο όσο και για την γενικότερη κοινωνική (και ψυχική) συνθήκη στην οποία αυτό εντάσσεται σήμερα, αληθεύουν, όπως αληθεύει και το γεγονός ότι όλοι ανεξαιρέτως οι συντελεστές της παράστασης Για μια φούχτα μπάμιες αποδεικνύουν κάθε Κυριακή ότι και πολύ κόπο έκαναν (και συνεχίζουν να κάνουν), και πολλή ψυχή έχουν και γερό νευρικό σύστημα διαθέτουν. Αποδεικνύουν όμως, ακόμη, ότι μπορούν ταυτόχρονα να γίνονται παιδιά, για να επικοινωνούν άμεσα με το κοινό τους, αλλά και να παραμένουν μεγάλοι, για να μπορούν να το προσεγγίσουν σωστά. Διότι, με την δεύτερη “ιδιότητά” τους, εκείνη του ενηλίκου, είναι που οι ηθοποιοί κατεβαίνουν από τη σκηνή και χαϊδεύοντας τα παιδικά χεράκια τα προσκαλούν να χορέψουν μαζί τους στους ρυθμούς τής εξαιρετικής μουσικής (Πλάτων Ανδριτσάκης) της παράστασης. Με την δεύτερη “ιδιότητά” του και ο σκηνοθέτης Κ. Φαρμασώνης προλογίζει το χορταστικό δίωρο που θα ακολουθήσει, συμπεριλαμβάνοντας, με τον πληθυντικό της ψυχικής ευγένειας, και τον εαυτό του στην διψασμένη ομοθυμία του κοινού: «Ευτυχώς μπορέσαμε και καθίσαμε όλοι».

Στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν είναι μόνο το καλό έργο του Ευγένιου Τριβιζά, με το σπινθηροβόλο χιούμορ του, με τη σύγχρονη θεματική του, μέσα από την οικολογική του στόχευση, που συνθέτει αρμονικά τις αγωνίες των μεγάλων με τις ανάγκες των παιδιών. Το άψογο θέαμα που απολαμβάνουμε αναδεικνύει το κείμενο, ενώ η θεατρική ομάδα το ανεβάζει στο σανίδι κάθε εβδομάδα με μια θαυμαστή δοτικότητα. Επιβεβαιώνοντας για άλλη μια φορά τα καταπληκτικά διαπιστευτήρια του Κώστα Φαρμασώνη ως εμψυχωτή, ως Δασκάλου τελικά (αυτή τη δεύτερη, μαγική λέξη πρέπει στην περίπτωσή του να τα λέει όλα), θα σταθούμε, αφ’ ενός, στην ικανότητά του να “προπονεί” τέλεια μια ανανεούμενη σε πρόσωπα ομάδα και να την καθιστά αξιοζήλευτη για τον θεατρικό χώρο γενικότερα, και, αφ’ ετέρου, στην πολύπλευρη ευφυΐα του να εκμαιεύει από όλους τούς συνεργάτες του τον καλύτερό τους εαυτό. Οι δύο πρωταγωνιστές, τώρα, οι δύο ταλαντούχοι στην ψυχική, την πνευματική αλλά και την σωματική ερμηνεία λύκοι (Νίκος Γκεσούλης και Θοδωρής Προκοπίου), μας δημιούργησαν την ακόλουθη, ανικανοποίητη μέχρι στιγμής, περιέργεια: έχουν κάνει χορό ή κάποιες, έστω, συναφείς σπουδές ή είναι εκ γενετής προικισμένοι με σωματική αντοχή και ευελιξία; Μόνον ένα εφοδιασμένο με βιογραφικά σημειώματα θεατρικό πρόγραμμα θα μπορούσε να λύσει κάποιες από τις απορίες μας ως προς το πώς κατόρθωσαν (πέρα, βέβαια, από τις εμπνευσμένες οδηγίες του σκηνοθέτη) να λειτουργήσουν μοναδικά (κυριολεκτικά και μεταφορικά) ως ερμηνευτικό δίδυμο. Μήπως, όμως, δεν θα θέλαμε να μάθουμε περισσότερα για την καθ’ όλα “εκσυγχρονισμένη” Κοκκινοσκουφίτσα (Σουζάνα Βαρτάνη), για τον απίστευτα κωμικό, και μόνο με την παρουσία του, όσο και αξιαγάπητο κτηνίατρο (Δημήτρης Αντωνιάδης), ο οποίος, βέβαια, όπως και οι υπόλοιποι, πλην των Λύκων, ηθοποιοί, ερμήνευσε εξίσου πολύ καλά και τον δεύτερο ρόλο του, για την εντυπωσιακή Ούγια Μπεντούγια (Μαρία Καμακάρη), για τον σκληρό κυνηγό (Κώστας Αυλωνίτης), για τον ιδιόρρυθμο μιλόρδο (Αντώνης Χαντζής) ή για τον τρυφερό κατά βάθος ναύτη (Λεωνίδας Αργυρόπουλος); Ή μήπως δεν πρέπει να επαινέσουμε τις απολύτως ταιριαστές χορογραφίες (Έφη Καρακώστα), τα ευφάνταστα και λειτουργικά σκηνικά (Λέα Κούση) και, βέβαια, τα εξαιρετικά, πανέμορφα όσο και γλαφυρά με τον τρόπο τους, κοστούμια (Τζωρτζίνα Κωστοπούλου);

Όσοι πιστοί στο καθήκον τής σωστής ψυχικής διαμόρφωσης των παιδιών σας (αν και κουρασμένοι από τις τόσες υποχρεώσεις) γονείς, προσέλθετε, υπάρχει κάτι πολύ σπουδαίο και για σας – οι παραστάσεις, ευτυχώς, θα συνεχιστούν και μετά το Πάσχα. Ο σκηνοθέτης Κώστας Φαρμασώνης συντόνισε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ένα άριστο επιτελείο συνεργατών και σας προσφέρει μια θεατρική παράσταση που στέκεται στο ύψος (και ήταν μεγάλο αυτό το ύψος, σας βεβαιώ) των προηγούμενων παραστάσεών του. Θα διαπιστώσετε πως ανάμεσα στο άνοιγμα και στο κλείσιμο της (εννοούμενης πια) αυλαίας προλαβαίνετε να σιγουρευτείτε ότι το νόημα της ζωής δεν έχει χαθεί εντελώς και ότι, μάλιστα, για την διατήρηση της ύπαρξής του μπορείτε να κάνετε κάτι και εσείς. Αυτή τη σιγουριά μόνον η αληθινή Τέχνη μπορεί να σας τη δώσει.

ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΤΣΟΥΠΡΟΥ, Η ΑΥΓΗ: 21/03/2010

Λαϊκή δημιουργική φαντασία

«Ο μισοκοκοράκος»

Του  ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 19 Μάρτη 2010

  • ΛΑΪΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ «Ο μισοκοκοράκος» (θεατρική διασκευή: Μαιρηβή Γεωργιάδου) από το Εργαστήρι Κούκλας «Μαιρηβή» στο Μεταξουργείο

Η Μαιρηβή Γεωργιάδου, συνεπής και κατά την τρέχουσα θεατρική περίοδο στο ραντεβού της με τους μικρούς φίλους της, παρουσιάζει – θεατροποιημένο για κουκλοθέατρο – ένα ελληνικό λαϊκό παραμύθι: «Ο μισοκοκοράκος». Ο δραματικός χώρος και χρόνος φυσικά είναι παραμυθιακός. Ο μύθος εξελίσσεται σ’ ένα χωριό και συγκεκριμένα σ’ ένα φτωχό αγροτόσπιτο, όπου μια τσιγκούνα γριά κι ένας γέρος εκεί είχαν κάποια ζώα για τις ανάγκες τους. Μεταξύ αυτών μια κοτούλα κι έναν μικρόσωμο (αχαμνό) κοκοράκο, εξού και το παρατσούκλι του. Η γριά ήθελε να διώξουν τον μισοκοκοράκο από το σπίτι διότι τον θεωρούσε χαραμοφάη και μη παραγωγικό (μια και κατανάλωνε τροφή, χωρίς να γεννά αυγά). Ο γέρος, που τον αγαπούσε, αντιδρούσε, όμως τελικά νίκησε η επιμονή της γριάς. Ο μισοκοκοράκος στενοχωρημένος εγκατέλειψε το σπίτι και στο δρόμο βρήκε τυχαία ένα χρυσό φλουρί. Ομως, για κακή του τύχη του το πήρε ένας αφέντης για να το προσθέσει στην πλούσια συλλογή του. Ο μισοκοκοράκος, όμως, ένιωσε έντονη αδικία και δυσφορία και προσπάθησε να του το πάρει πίσω. Μετά από διάφορες περιπέτειες… Η εξέλιξη του μύθου έχει απροσδόκητη εξέλιξη και έκβαση. Τα μηνύματα είναι σαφέστατα: Τα αποτελέσματα της άγνοιας (ή της αχαριστίας) και της τσιγκουνιάς είναι δυσάρεστα, η απληστία του χρήματος δημιουργεί κακό χαρακτήρα στον άνθρωπο και «ο επιμένων νικά».

«Παραμύθια για πλάσματα τρυφερά και αθώα»

Ο θεατής εντυπωσιάζεται με το μεγάλο μέγεθος των ηρώων (κούκλες – μαρότες) (γέρος, γριά, κότα, μισοκοκοράκος, αφέντης, Γιάννος ο υπηρέτης) και με τα τεράστια αντικείμενα, τα οποία κινούνται και μπαινοβγαίνουν στη σκηνή: Αγροτόσπιτο, φράκτες, χωράφι, καλαμποκιές, πηγάδι, άμαξα, φούρνος, σεντούκι με λίρες. Τρεις ταλαντούχοι κουκλοπαίχτες μεταφέρουν όλα τα παραπάνω αντικείμενα με περισσή τέχνη και κινούν τις κούκλες τόσο επιδέξια, που αποδίδουν θαυμάσια τις κινήσεις τους, με αποτέλεσμα να «αναδεικνύεται» ολοζώντανη η εκφραστικότητα των προσώπων τους και τα συναισθήματά τους. Ετσι, αποδεικνύεται η δύναμη της τέχνης και το ταλέντο του κάθε κουκλοπαίχτη. Ο ρεαλισμός επί σκηνής είναι φανερός, χωρίς όμως να χάνεται η μαγεία του παραμυθιού. Η μεγάλη κουκλοθεατρική σκηνή και τα μεγάλα αντικείμενα δημιουργούν την αίσθηση της ρεαλιστικής πραγματικότητας, ότι δηλαδή το κουκλοθέατρο έρχεται να συναντήσει το θέατρο που χρησιμοποιεί μεγάλη σκηνή και ηθοποιούς. Γι’ αυτό και τα τελευταία χρόνια συναντούμε όλο και περισσότερες μεγάλες κουκλοθεατρικές σκηνές ή παραστάσεις – χωρίς την παραδοσιακή σκηνή αυτού του είδους – που δίνονται απευθείας στο παλκοσένικο. Αυτό δε σημαίνει ότι όσοι κουκλοπαίχτες παραμένουν στην παραδοσιακή μικρότερη σκηνή υστερούν. Οι καλοί μαστόροι – κουκλοποιοί και κουκλοπαίχτες – αποδίδουν εξίσου καλά σε όλες τις σκηνές.

Η Μιρέλα Κατσά (η οποία είναι υπεύθυνη και για τη θαυμάσια επιμέλεια κίνησης και την εμψύχωση), η Μαιρηβή Γεωργιάδου και ο Θέμης Βλάχος ερμήνευσαν υπέροχα τους ρόλους και διακρίθηκαν για το δραματικό τόνο της φωνής τους, ενώ ακουγόταν ως υπόκρουση η ωραία μουσική του Γιώργου Παυλάκου.

Εντύπωση μου έκανε η αντίθεση κίνηση – από τον ήρωα που περπατούσε προς μία κατεύθυνση – κάποιων πραγμάτων (στάχυα και καλαμποκιές), ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη αληθοφάνεια στην κίνησή του. Ωραίο και πρωτότυπο εύρημα. Η ευρηματικότητα βέβαια της σκηνοθέτιδας -σκηνογράφου Μαιρηβής Γεωργιάδου φαίνεται και σε άλλα σημεία της παράστασης.

Τους φωτισμούς και την τεχνική επιμέλεια έχει ο Ρικάρντο ντι Λάουρο, ο οποίος απέδωσε την ατμόσφαιρα του παραμυθιού και τις συναισθηματικές αποχρώσεις των δρώμενων.

  • ΝΙΚΟΣ ΚΑΜΤΣΗΣ «Παραμύθια για πλάσματα τρυφερά και αθώα» από το «Αερόπλοιο» στο θέατρο «ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟΥ» στην Κυψέλη

Ο έρωτας του Νίκου Καμτσή για τα λαϊκά μας παραμύθια και γενικότερα την ελληνική λαϊκή προφορική παράδοση παραμένει μέχρι σήμερα ζωντανός, από τότε που με ιερή φλόγα και πάθος «τρύγησε» από γέροντες και γριούλες και συγκέντρωσε 200 λαϊκά παραμύθια στη Θράκη, όπου υπηρετούσε, νέο παιδί ακόμη, ως στρατιώτης. Αλλά ακόμη και σήμερα τα επιτεύγματα εκείνα της νεότητάς του παραμένουν ζωντανά στην ψυχή και στη συνείδησή του, αφού αρκετά από τα παραμύθια εκείνης της συλλογής δραματοποιημένα και διασκευασμένα κατάλληλα από τον ίδιο ταξιδεύουν με το «Αερόπλοιό» του στο θέατρο «ΤΟΠΟΣ ΑΛΛΟΥ». Στο πρόγραμμα της παράστασης, μεταξύ άλλων, σημειώνονται τα εξής: «Τα παραμύθια μιλάνε για τον κόσμο που μας περιβάλλει, αλλά και για τον κόσμο που έχουμε μέσα μας. Μας αποκαλύπτουν την αλήθεια του που πολλές φορές είναι καλά κρυμμένη».

Κατά την τρέχουσα θεατρική περίοδο, λοιπόν, ανέβασε δραματοποιημένα παραμύθια σε μια ευφάνταστη σκηνοθετικά και σκηνογραφικά θεατρική παράσταση. Η σκηνοθετική ευρηματικότητα του έμπειρου και ταλαντούχου σκηνοθέτη Νίκου Καμτσή συγκίνησε τα παιδιά/θεατές και τους συνοδούς τους με την παραμυθιακή ατμόσφαιρα που δημιούργησε, με τους χαρακτήρες που ζωντάνεψε, με τη συγκινησιακή φόρτιση που μετέδωσαν οι δύο ταλαντούχοι ηθοποιοί της παράστασης: Ράνια Φουρλάνου και Δάφνη Σκρουμπέλου. Στην οθόνη – μέσα στο φωτεινό δίσκο του φεγγαριού – φαίνεται (σε βίντεο) και συζητά μαζί τους η Κατερίνα Μπαλαμώτη.

Στη σκηνή υπάρχουν ακίνητες γιγαντόκουκλες, οι οποίες στη ροή τής παράστασης κινούνται, αναλαμβάνοντας πρωταγωνιστικούς ρόλους, όπως: πασάς, αξιωματικός, μάγειρας κ.ά. Επίσης, στη σκηνή υπάρχουν διάφοροι κύβοι κι ένα σεντούκι, το οποίο παίζει το ρόλο του, αφού απ’ αυτό βγαίνει η κούκλα Ξέστρα, η οποία συνιστά στη Θεοδώρα την ανάποδη να λέει όλες τις λέξεις με ανάποδο νόημα και όχι με το πραγματικό τους (α-κλειδί, α-γκαραζιέρηδες, α-καθόλου, α-καρούμπαλα, α-καθόλου κ.ο.κ.) Ωραία η σκηνή, όπου στην οθόνη κινείται και ανεβαίνει στον ουρανό ένα ολόγιομο φεγγάρι, τα σύννεφα και σκιές από την πόλη κάνουν την εμφάνισή τους.

Εξυπνο είναι το εύρημα μιας ηθοποιού/εγγονής με τη γιαγιά της, την οποία υποδύεται η ίδια, φορώντας γυαλιά, τα οποία βγάζει και βάζει, ανάλογα με το ρόλο που υποδύεται. Η Ξέστρα πετάει μικρά κουτάκια, τα οποία έχουν μέσα παραμύθια που ζωντανεύουν, όπως: «Ο γλάρος και η κουκουβάγια», «Ο ποντικός και γάτα», «Ο μικρός κόκορας»«Ο κόκορας και το φλουρί»)1.

Τα θαυμάσια σκηνικά και κοστούμια επιμελήθηκε η Μίκα Πανάγου, τη μουσική ο Χρήστος Ξενάκης, τις χορογραφίες η Ράνια Φουρλάνου και για την επεξεργασία του βίντεο υπεύθυνος ήταν ο Γιώργος Αλεξίου.

Το θέατρο για παιδιά «Αερόπλοιο» από το 1985 προσφέρει στα παιδιά με παιδαγωγική υπευθυνότητα και αισθητική ποιότητα θεατρικές παραστάσεις, συμπληρώνοντας και στηρίζοντας το έργο του σχολείου και της οικογένειας. Απευθυνόμενος προς τους εκπαιδευτικούς, ο Νίκος Καμτσής παρατηρεί εύστοχα ότι «ο ρόλος ο δικός μας και η δική σας αποστολή είναι λειτουργίες παράλληλες και αλληλοσυμπληρούμενες»2.

1. Το παραμύθι αυτό είναι ακριβώς το ίδιο με εκείνο που ανέβασε, την ίδια περίοδο 2009-2010, η Μαιρηβή, στο Θέατρο Κούκλων της: «Ο μισοκοκοράκος».

2. Από το πρόγραμμα της παράστασης.

Παραμύθια και κούκλες

Από την παράσταση «Το ταξίδι & το δώρο της παπλωματούς»
  • Του ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 5 Μάρτη 2010
  • ΤΖΕΦ ΜΠΡΙΜΠΟ (JEFF BRUMBEAU) «Το ταξίδι & το δώρο της παπλωματούς» σε θεατρική μεταφορά: Τάκη Χρυσούλη στον Πολυχώρο των εκδόσεων «Αγκυρα»

Δυο παραμύθια, που έγραψε ο Νεοϋορκέζος συγγραφέας και εικονογράφησε ο Γκέιλ ντε Μάρκεν (Gail de Marcken)1, που έζησε τα παιδικά του χρόνια φτωχικά, στην πρωτεύουσα του καπιταλισμού, όπου η φτώχεια, η ανισότητα, η αδικία και η εκμετάλλευση είναι τα βασικά της χαρακτηριστικά γνωρίσματα. Αργότερα αναγκάστηκε να κάνει διάφορα επαγγέλματα για να επιβιώσει: Αντληση φυσικού αερίου, ξυλουργικές εργασίες, ζωγραφική, ταχυδρομείο, πλύσιμο αυτοκινήτων, εργοστάσιο, κατάστημα με καραμέλες, σε εξέδρα άντλησης πετρελαίου, στη διαφήμιση. Δε γνωρίζω αν αναγάγει τη σωτηρία των εργαζομένων στη βοήθεια του θεού, καθώς και την κατάλυση του καπιταλισμού με μεταφυσικό τρόπο, αλλά ο αναγνώστης των βιβλίων του, καθώς και ο θεατής της θεατρικής παράστασης, μπορεί να διαπιστώσει έμμεσα τον ταξικό καμβά που πλέκει η υπόθεση του έργου. Ο Μπριμπό θέλει να μιμηθεί, το κατορθώνει με το δικό του τρόπο, και να μεταδώσει στα παιδιά τις ηθικές αξίες των παραμυθιών του Αντερσεν και των Αφών Γκριμ.

Η Παπλωματού αρχικά ήταν πλούσια και ζούσε μέσα στα τείχη που έκτισαν οι άρχοντες της πολιτείας της, για να μην έρχονται οι πλούσιοι σε επαφή, επικοινωνία και συγχρωτισμό με τη φτωχολογιά, που ζούσε εκτός των τειχών. Η Παπλωματού, όμως, ως ανήσυχο, προοδευτικό, σκεπτόμενο και προβληματισμένο άτομο, αποφάσισε συνειδητά ν’ αλλάξει τρόπο ζωής, ηθικές αντιλήψεις και κοινωνικές πρακτικές. Παρόλο που οι άρχοντες είχαν σκορπίσει την τρομοκρατία στα παιδιά ότι δήθεν έξω από τα τείχη ζούσαν τρομερά πλάσματα και αλίμονο σε όποιον ξεμυτίσει απ’ αυτά, η μικρή ηρωίδα είχε ξεκινήσει το μεγάλο και σημαντικό ταξίδι της, αυτό της αμφισβήτησης και της αναζήτησης. Ο δρόμος στενός, δύσβατος και δύσκολος. Η μικρή ανακάλυψε τον κόσμο της φτώχειας και της εξαθλίωσης, αυτόν τον κόσμο που της έκρυβαν. Αρχισε να συνειδητοποιεί τις ταξικές διαφορές στη ζωή των ανθρώπων. Η κοινωνική ηθική και συνείδησή της άρχισε να χτυπά συναγερμό… Στον κόσμο αυτό, όμως, συνάντησε ανθρωπιά, αγάπη, αλληλεγγύη, γενναιοδωρία. Ετσι, από τότε, η ζωή της γέμισε από προσφορά για τον συνάνθρωπο, που υποφέρει, που κρυώνει, που δυστυχεί και αφιέρωσε τη ζωή της στην κάλυψη των αναγκών των συνανθρώπων της.

Από την παράσταση «Η Μηλιά»

Βέβαια, τα παραμύθια τούτα με τη θεατρική εκδοχή τους, μπορούν να αξιοποιηθούν ιδεολογικά από γονείς και εκπαιδευτικούς, αρκεί αυτοί να βρουν το θάρρος και τα επιχειρήματα να εξηγήσουν στα παιδιά τις ταξικές διαφορές της κοινωνίας μας, τις αιτίες της φτώχειας και της δυστυχίας πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων, όπου Γης, και την αναγκαιότητα αλλαγής αυτής της απαράδεκτης κοινωνικο-οικονομικής κατάστασης, με τον αγώνα όλων των εργαζομένων και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων, με μπροστάρηδες τους εκπαιδευτικούς και τα παιδιά.Η τέχνη /το θέατρο δίνουν στα παιδιά /θεατές την πρώτη ύλη, τα πρώτα ερεθίσματα. Αλίμονο αν δεν υπάρξει κατάλληλη παιδαγωγική και αισθητική επεξεργασία επάνω στα μηνύματα του κάθε έργου. Τότε δίνουμε στα παιδιά τη μισή αλήθεια, η οποία είναι ολάκερο ψέμα, ευνουχίζουμε τη σκέψη τους, δεν καλλιεργούμε την κρίση τους, δεν τους δίνουμε την απαιτούμενη προοπτική της ελπίδας και του αγώνα για ένα καλύτερο μέλλον. Για παράδειγμα, πρέπει να τονιστεί ότι η ιδεολογική μεταστροφή του βασιλιά του συγκεκριμένου παραμυθιού (και άλλων παραμυθιών) ασφαλώς γίνεται μόνο στα παραμύθια… Τα παιδιά, με τη βοήθεια των εκπαιδευτικών τους, πρέπει να κατανοήσουν ότι η αστική εξουσία δεν αλλάζει ιδεολογία και συμπεριφορά, παρά μόνο με την κατάργησή της μετά από αδιάκοπους και σκληρούς αγώνες των λαών. Αυτό μας διδάσκει η Ιστορία.

Τη θεατρική μεταφορά των παραμυθιών έκανε με επιτυχία ο Τάκης Χρυσούλης, ο οποίος έγραψε και τους ωραίους στίχους των τραγουδιών. Τη δραματοποίηση των κειμένων, την πετυχημένη σκηνοθεσία και τα λειτουργικά κοστούμια έκανε η Μελίνα Παπανέστορος, τη μουσική η Αναστασία Παπαδημητρίου, την ενορχήστρωση ο Γιώργος Κωνσταντινίδης και τις χορογραφίες ο Μάριος Συμεωνίδης. Ακούγονται μαγνητοφωνημένα τραγούδια από την Αννα Παπαδημητρίου, τη Χαρά Μπιρμπίλη, την Αναστασία Παπαδημητρίου και τον Γιώργο Κωνσταντινίδη. Τους ρόλους αποδίδουν με πολύ ικανοποιητικό τρόπο οι Αλίκη Κατσαβού (αφηγήτρια, σερβιτόρος, γέρος Α΄, κυβερνήτης, έμπορος, μάνα), Ελενα Ρουμελιώτη (Παπλωματού) και Δήμητρα Γιαννακοπούλου (αφηγήτρια, ποντικάκι, φτωχός, γέρος Β΄, βασιλιάς, κοριτσάκι, μοδίστρα). Ολιγομελής θίασος που παίζει σε μικρό αλλά πανέμορφο χώρο, με λιτά σκηνικά, και αποδίδει θαυμάσιο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Ευρηματική η αλλαγή αρκετών σκηνικών στο φόντο της σκηνής, που γίνεται με το ξεφύλλισμα ενός μεγάλου βιβλίου.

Η καλλιτεχνική επιμέλεια της παράστασης είναι του Ινστιτούτου Παιδαγωγικού Θεάτρου «Θεατρομάθεια».

  • ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΡΟΪΔΗΣ «Η Μηλιά» από την Κουκλο-θεατρική ομάδα «Κιβωτός Μύθων» στο θέατρο «Παραμυθοχώρα»

Η παράσταση δίνεται σ’ ένα από τα εναπομείναντα στην Αθήνα παραδοσιακά νεοκλασικά σπίτια, το οποίο έχει ανακαινιστεί και διακοσμηθεί εσωτερικά με καλλιτεχνικό γούστο, φαντασία και αγάπη για τα παιδιά και το θέατρο. Αποπνέει σεβασμό στον επισκέπτη, αν μη τι άλλο.

Οι κουκλοπαίκτριες Μαρία και Σπυριδούλα Παπαγεωργίου επιμένουν να παρουσιάζουν διασκευασμένα για το κουκλοθέατρο παραμυθιακά και λογοτεχνικά κείμενα (Αντερσεν, «Η βασίλισσα του χιονιού», Ζωής Βαλάση, «Το ψηλότερο μπαλκόνι του κόσμου», Βιζυηνού, «Ο Τρομάρας», Ροΐδη, «Η Μηλιά»). Με όχημα το θέατρο και τις κούκλες που ζωντανεύουν επί σκηνής και προσκηνίου από τα έμπειρα χέρια των δύο κουκλοπαιχτριών και με τις υποκριτικά υπέροχες φωνές τους, που εναλλάσσονται σε ύφος και χροιά από ήρωα σε ήρωα, με καταπληκτική μαεστρία, τα παιδιά /θεατές απολαμβάνουν αισθητικά το κάθε θεατροποιημένο παραμύθι. Οι θεατές της παράστασης απ’ ό,τι παρατήρησα και έμαθα ανήκουν στην προσχολική και πρωτοσχολική ηλικία. Γιατί άραγε; Τα μεγαλύτερα παιδιά δεν έχουν ανάγκη μιας τέτοιας αισθητικής πανδαισίας; Προφανώς, κάποιες προσθήκες ή διαφοροποιήσεις στο κείμενο κρίνονται απαραίτητες για τα μεγαλύτερα παιδιά /θεατές, καθώς και κάποιες νύξεις που μπορεί να συγκινήσουν και ν’ αγγίξουν την ευαισθησία των προ-εφήβων (10-12 χρόνων). Προσαρμογή, δηλαδή, του ύφους και του περιεχομένου του κειμένου, σε μια ελαφρώς ίσως διαφοροποιημένη παράσταση, που να ανταποκρίνεται σε αυτές τις ηλικίες. Η θεατρική αγωγή των παιδιών κάθε ηλικίας ασφαλώς πρέπει να περνά και μέσα από το Κουκλοθέατρο, τις Μαριονέτες, το Θέατρο Σκιών, τις αφηγήσεις παραμυθιών κ.λπ. Αυτό επαφίεται στη θεατρική καλλιέργεια, ευαισθησία και γνώση των εκπαιδευτικών και γονιών, και κυρίως στην καλλιτεχνική επιδεξιότητα /αξιοσύνη των κουκλοπαικτών και των καλλιτεχνών των συναφών παραστασιακών τεχνών για παιδιά.

Εδώ χρησιμοποιούνται τα σώματα των κουκλοπαιχτριών, κούκλες μαρότ, γαντόκουκλες και μεγάλες κούκλες ανθρώπινων διαστάσεων. Σκηνικά λιτά και ωραία κοστούμια, θαυμάσιοι φωτισμοί, εκπληκτικό αποτέλεσμα. Τα παιδιά /θεατές συμμετέχουν διαδραστικά στο ρόλο των αυλικών. Ο διαγωνισμός που διεξάγεται για να χαμογελάσει ο βασιλιάς δεν τον συγκινεί, ούτε τον κάνει ευτυχισμένο και χαμογελαστό, αφού οι περισσότεροι διαγωνιζόμενοι προβάλλουν ως αξίες τις δακτυλουργικές και μαγικές δεξιοτεχνίες τους για κούφιο εντυπωσιασμό, κάποιες ανούσιες εφευρέσεις τους, οι οποίες συγχρόνως είναι και ενάντια στα συμφέροντά του. Η όμορφη και ταπεινή χωριατοπούλα τον εντυπωσιάζει με τη βοήθεια των πουλιών και του χορού και έτσι είναι η Μηλιά που κερδίζει το βραβείο.

Το συγκρότημα Encardia αποδίδει θαυμάσια μουσικές μελωδίες από την Κάτω Ιταλία. Το παραμύθι παρέα με το όνειρο, οι μαγικές μεταμορφώσεις, τα κελαηδίσματα των πουλιών, τα δέντρα και η Μηλιά, μας μεταφέρουν σε άλλες εποχές και μέρη, όπου πρυτανεύουν η αγάπη, η αλληλεγγύη, η συμμετοχή, η συνεργασία και η καλοσύνη. Εμφανές είναι και το μήνυμα της αγάπης στα ζώα. Το παραμύθι αυτό ο Εμμ. Ροΐδης (1836-1904) άκουσε ως παιδί στην Ιταλία και το δημοσιεύει σε ηλικία 59 χρόνων στην εφ. «Ακρόπολις».

Οι συντελεστές της παράστασης: Σπυριδούλα και Μαρία Παπαγεωργίου (κατασκευή κούκλας και κοστουμιών), Μίρκα Γεμεντζάκη (φωνητική διαμόρφωση), Μελίνα Μάσχα (φωτισμοί), Δήμητρα Κριτικίδη (χορογραφία), Σπυριδούλα Παπαγεωργίου (σκηνογραφία), Μαρία Παπαγεωργίου (σκηνοθεσία – διασκευή).

1. Στη χώρα μας έχουν μεταφραστεί από την Κώστια Κοντολέων και κυκλοφορούν από τις εκδ. ΑΓΚΥΡΑ, 2002, 2005. Και τα δύο βιβλία έχουν θαυμάσια εικονογράφηση και εκτύπωση.

Διαχρονικές κοινωνικές αξίες

  • Του ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 26 Φλεβάρη 2010
  • ΓΙΑΝΝΗΣ ΞΑΝΘΟΥΛΗΣ «Ο μάγος με τα χρώματα», από το θίασο «ΠΕΡΙΑΚΤΟΙ», στο Μαρκόπουλο Αττικής

Ο Γιάννης Ξανθούλης, ταλαντούχος και στη δραματουργία για παιδιά, εμφανίστηκε στο τέλος της δεκαετίας του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 με πρωτότυπα θεατρικά έργα για παιδιά, τα οποία ανεβάστηκαν από επαγγελματικές, ερασιτεχνικές και σχολικές σκηνές σε όλη την Ελλάδα, με μεγάλη επιτυχία. Αυτό οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στο ότι ο Ξανθούλης έγραψε κοινωνικό/ πολιτικό θέατρο, με όχημα το παραμύθι και με στόχους την όξυνση της φαντασίας των παιδιών και της κριτικής σκέψης τους. Εγραψε, δηλαδή, κοινωνικό θέατρο, το οποίο ανταποκρίνονταν στα προβλήματα της εποχής, που τα περισσότερα έχουν διαχρονική εμβέλεια. Τα θεατρικά έργα του για παιδιά εκδόθηκαν σταδιακά σε βιβλία: Πλανήτης Φουρ, «Αστάρτη» (1980), Ενα καλοκαίρι καλοκαιράκι, «Αστάρτη» (1980), Ανέβα στη στέγη να φάμε το σύννεφο, «Αστάρτη» (1980), «Καστανιώτης» (1994), Τύμπανο, τρομπέτα και κόκκινα κουφέτα, «Καστανιώτης» (1994), Ο μάγος με τα χρώματα, «Καστανιώτης» (1994), Μέσα στο νερό δασκάλα, «Καστανιώτης» (1994), Τα θαύματα της ομπρέλας, και Μια τρελή τρελή πολυκατοικία, «Καστανιώτης» (1998).

Το έργο «Ο μάγος με τα χρώματα» πρωτοπαίχτηκε στο «Θέατρο Ερευνας» του Δημ. Ποταμίτη, το 1978, με μουσική του Γ. Κατσαρού και πρωτοκυκλοφόρησε σε βιβλίο από τις εκδόσεις «Κάκτος» (και αργότερα από τις εκδόσεις «Καστανιώτη», 1994).

Η παράσταση αρχίζει με το ρεφραίν του τραγουδιού, που περικλείει την ουσία της θεματικής του έργου: «Ολοι μπορούμε να γίνουμε μάγοι/ και να μαγέψουμε τον κόσμο μια βραδιά,/ χρώματα κι όνειρα να ρίξουμε στην πόλη/ και μαγεμένοι να περάσουμε καλά». Ο μάγος Σκορδάλευρος και οι φίλοι του μαθητευόμενοι μάγοι χρησιμοποιούν διάφορα ξόρκια και κόλπα για να πραγματοποιήσουν τα ακατόρθωτα. Ο συγγραφέας ασκεί δριμύτατη κριτική σε διάφορα κοινωνικά/ πολιτικά φαινόμενα (ιδιαίτερα στην εξουσία), με λογοτεχνικό ύφος και παιχνιδιάρικη διάθεση, εν πολλοίς σουρεαλιστική. Τα ζώα επαναστατούν και αναλαμβάνουν την εξουσία, νομοθετώντας νέους νόμους για καλύτερη ζωή. Επιτυγχάνεται η φιλία μεταξύ των αιώνιων εχθρών σκύλου και γάτας, αφήνοντας να κατανοηθεί σε δεύτερο επίπεδο η αναγκαιότητα της ειρήνης των λαών. Σατιρίζει τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα των καλλιστείων, την αμερικάνικη «ετσιθελική» εμπορική εισβολή στη χώρα μας, με την «κόκα κόλα» (την ονομάζει «άρπα κόλα»), με τους ανάλογους συμβολισμούς και ό,τι αυτό συνεπάγεται σε πολιτικό επίπεδο. Ο μάγος προσπαθεί με κάθε τρόπο ν’ αλλάξει τον κόσμο, και τελικά, ενοχλημένη η εξουσία τον συλλαμβάνει. Αυτός κατεβαίνει σε απεργία μαγείας, θέλοντας να ευαισθητοποιήσει το λαό, για να πάρει την υπόθεση στα χέρια του στη λύση των προβλημάτων του, όχι βέβαια με μαγικό τρόπο, αλλά με φαντασία, επινοητικότητα και αγωνιστικότητα. Αναφωνεί στο τέλος του έργου: «Είμαστε μάγοι. Οχι των παραμυθιών, αλλά της ίδιας της ζωής» και η ταμπέλα του γράφει: «Απεργώ! Ψωμί – Δουλειά – Μαγεία».

Το έργο αποτελείται από επιθεωρησιακά σκετς, παρουσιασμένα με σπονδυλωτή δομή, με επιμέρους σκηνές με διαφορετική θεματολογία, κοινού όμως κοινωνικού ενδιαφέροντος.

Την σκηνοθεσία και τις χορογραφίες υπογράφει ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θιάσου Σπύρος Κολιαβασίλης, ο οποίος παρουσιάζει μια υπεύθυνη και αξιόλογη δουλειά στη συγκεκριμένη παράσταση. Τα αφαιρετικά σκηνικά και τα υπέροχα κουστούμια εμπνεύστηκε η Ράνια Αντύπα, τη θαυμάσια μουσική συνέθεσε ο Βασίλης Μιχάλης, ενώ τη μουσική διδασκαλία – φωνητική έκανε η Χριστίνα Σπηλιακοπούλου και τους φωτισμούς (απαιτείται κάποιος τονισμός κατά σημεία) ο Γιάννης Μωραΐτης. Η διανομή των ρόλων, που απέδωσαν αρκετά ικανοποιητικά, έχει ως εξής: Θανάσης Τσοδούλος (μάγος), Μαριέττα Λούμπα (μαθητευόμενος μάγος, τίγρη, Γαβ-Γαβ, Καραμέλα, τροχονόμος), Νάνσυ Χρυσικοπούλου (μαθητευόμενος μάγος, γάιδαρος, σκυλομπαμπάς, Σοκολάτα, τηλεόραση), Μάτα Παπασιδέρη (μαθητευόμενος μάγος, Νιάου – Νιάου, δέντρο, θόρυβος), Σοφία Γκίτζου (μαθητευόμενος μάγος, κουκουβάγια, γατομαμά, Αρπα Κόλα, Αθήνα), Μαρία Κοκολάκη (μαθητευόμενος μάγος, φίδι, εφημεριδοπώλης, Παγωτό).

Παραμύθια με όπερα και διαδραστικό θέατρο

  • Του Θανάση Ν. ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 19/02/2010.–
  • ΝΙΚΟΣ ΚΥΠΟΥΡΓΟΣ (μουσική)
  • ΘΩΜΑΣ ΜΟΣΧΟΠΟΥΛΟΣ -ΝΙΚΟΣ ΚΥΠΟΥΡΓΟΣ (κείμενο)
  • «Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει» από την εταιρεία μουσικού θεάτρου «Οι όπερες των ζητιάνων» στο BIOS

Να, λοιπόν, κι ένα μιούζικαλ (και) για παιδιά, μια όπερα, η οποία εμπλουτίζεται με ηλεκτρονικά μέσα, και που ταξιδεύει κυρίως τους μικρούς θεατές της παράστασης σε μαγικά μουσικά και θεατρικά μονοπάτια. Το μιούζικαλ γράφτηκε στα 1993 (παραγγελία ΟΜΜΑ, Οργανισμού Μεγάρου Μουσικής Αθηνών) και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το Γενάρη 1994, δυστυχώς μόνο για δύο παραστάσεις. Οποιος πρόλαβε/μπόρεσε τότε το είδε και το άκουσε. Στη συνέχεια πέρασε στη λήθη. Τη σκηνοθεσία υπέγραφε ο Θωμάς Μοσχόπουλος.

Ο δημιουργός της «Λιλιπούπολης», Νίκος Κυπουργός, εμπιστεύεται, πλέον, το έργο του στην ομάδα «Οι όπερες των ζητιάνων», η οποία με πολύ σεβασμό και καλλιτεχνική ευαισθησία το παρουσιάζει κατά την τρέχουσα θεατρική/μουσική περίοδο στο ανήλικο (και ενήλικο) κοινό της Αθήνας – και όχι μόνο. Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί – μάλλον οι περισσότεροι – δεν έχουν πληροφορηθεί ή ακριβέστερα δεν έχουν συνειδητοποιήσει την αξία μιας τέτοιας παράστασης για την αισθητική καλλιέργεια και απόλαυση των παιδιών.

Ας σημειώσουμε εδώ ότι την εταιρεία «Οι όπερες των ζητιάνων» ίδρυσαν το 2002: ο συνθέτης Χαράλαμπος Γωγιός, ο σκηνογράφος Κων/νος Ζαμάνης και η παραγωγός Γαβριέλλα Τριανταφύλλη και έκτοτε πρόσφεραν επιτυχώς αξιόλογα μουσικο/θεατρικά δρώμενα.Τέσσερις μουσικοί (του ARTfacts ensemble) παίζουν ζωντανά με τα όργανά τους αδιάλειπτα και με δεξιοτεχνία επί σκηνής και τρεις ηθοποιοί/ τραγουδιστές ερμηνεύουν θεατρικούς ρόλους και αποδίδουν θαυμάσια τη μουσική του Κυπουργού, την όπερά του ασφαλώς με φόρμα κλασικής μουσικής, με στοιχεία τζαζ, αμερικάνικου μιούζικαλ κ.λπ. μια δημιουργία που ομολογουμένως συναρπάζει. Εισάγει τα παιδιά στο εξαίσιο αυτό μουσικό είδος και ανοίγει το δρόμο τους για την παρακολούθηση στο μέλλον κλασικών έργων του διεθνούς ρεπερτορίου όπερας και όχι μόνο.

Το λιμπρέτο (θεατρικό κείμενο) του έργου υπογράφουν από κοινού οι Θωμάς Μοσχόπουλος και Νίκος Κυπουργός. Βασίζεται στο παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Αντερσεν, «Τα καινούργια ρούχα του βασιλιά». Εδώ ο βασιλιάς, ενώ είναι άσχετος από μουσική, κοκορεύεται με σπουδαιοφάνεια ότι την κατέχει, και είναι αδιάκοπα ανικανοποίητος με τις μουσικές συνθέσεις του μουσικού/ μαέστρου της αυλής του, τον οποίο συνεχώς επικρίνει και απορρίπτει τις συνθέσεις του. Ωσπου εμφανίζεται η Μούσα, η οποία εμπνέει το μουσικό με μια θαυμάσια σύνθεση. Και πάλι ο βασιλιάς δεν ικανοποιείται. Η Μούσα, μεταμφιεσμένη πλέον, σε συνεργία με το μουσικό της Αυλής, εμφανίζεται στο βασιλιά ως διάσημος μουσικός από το εξωτερικό και παρουσιάζει ένα «δήθεν» αριστούργημα, το οποίο μπορούν ν’ ακούσουν και ν’ απολαύσουν μόνο οι μουσικά ιδιοφυείς, όπως τάχα είναι ο βασιλιάς. Οι μουσικοί κάνουν ότι παίζουν με τα όργανά τους και όλοι κάνουν ότι απολαμβάνουν την ανύπαρκτη μουσική και δεν τολμούν να ομολογήσουν την πραγματικότητα για να μην εκτεθούν…

Ματαιοδοξία, φιλαυτία, επιβολή εξουσίας, υποκρισία, κενότητα, δουλοπρέπεια, έλλειψη προσωπικότητας και παρρησίας είναι τα βασικά θέματα του έργου. Εδώ, βέβαια, δε βρίσκεται ένα παιδί για να τους πει ωμά την αλήθεια, με παρρησία και αφοπλιστική ειλικρίνεια, ότι δηλαδή «ο βασιλιάς είναι γυμνός» (ή ότι «μουσική δεν υπάρχει καν»)… να τους φανερώσει την απλότητα και γνησιότητα των πραγμάτων, το μέτρο της ζωής και της τέχνης, την αλήθεια της δημοκρατίας, της ελευθερίας και της συνεργασίας των ανθρώπων και να επικρίνει τη βασιλεία και κάθε απολυταρχικό/ αυταρχικό καθεστώς, την υπέρμετρη κενοδοξία, την εμετική υποκρισία και δουλικότητα κ.ο.κ. Ο Κυπουργός με το έργο του αυτό παράλληλα, και κυρίως, σατιρίζει τη μουσική πραγματικότητα της δεκαετίας του ’90, η οποία δεν έχει αλλάξει και πολύ σήμερα, αφού ακόμη υπάρχουν οι ατάλαντοι, οι «δήθεν» του είδους, οι δουλοπρεπείς της εξουσίας, οι υποκριτές και οι κροταλίζοντες κενόδοξοι. Ελάχιστοι αναφωνούν, βέβαια: «ο βασιλιάς είναι γυμνός» ή «δυστυχώς, τι μουσική υποκουλτούρα κυκλοφορεί…» (κοινωνική/ καλλιτεχνική κριτική).

Στο παρόν έργο ο βασιλιάς γελοιοποιείται και μαζί του όλη η πρότερη συμπεριφορά του «αποδομείται» και βλακωδώς, με ηλίθιο ύφος χειροκροτεί… μη αποδεχόμενος τη γύμνια της αμάθειας, ακριβέστερα της ημιμάθειάς του.

Οι ρόλοι από τους τρεις ηθοποιούς αποδίδονται με χιουμοριστική διάθεση και θαυμάσια υποκριτική ικανότητα, από ηθοποιούς/ τραγουδιστές βέβαια, που κατέχουν κλασική και σύγχρονη μουσική και τραγουδούν όπερα, με καλλιτεχνική δεινότητα: Ιωάννα Φόρτη (Μούσα), Δημ. Δημόπουλο (Μουσικός) και Ζαφείρη Κουτελιέρη (Βασιλιάς). Το ίδιο ακριβώς ισχύει για τους τέσσερις οργανίστες (κουαρτέτο) (πέντε με τον χειριστή ήχου, Γιώργη Σακελλαρίου, ο οποίος παίζει κιθάρα): Δημήτρη Μπακέα (κλαρινέτο), Ανδρέα Νικολούζο (τρομπέτα), Μπεάτα Μπίνσετιτς (πιάνο), Σοφία Ευκλείδου (βιολοντσέλο).

Την ενορχήστρωση, μουσική διδασκαλία έκανε με θαυμάσιο τρόπο ο Χαράλαμπος Γωγιός, τη σκηνοθεσία με ευαισθησία και ικανότητα η Μαριάννα Κάλμπαρη, τα λειτουργικά σκηνικά/κοστούμια με απλότητα ο Κων/νος Ζαμάνης και τους απαλούς φωτισμούς ο Νίκος Σωτηρόπουλος.

Τέτοιου είδους παραστάσεις για παιδιά απουσιάζουν από τις θεατρικές/ μουσικές σκηνές. Τελικά, η ευαισθησία, το ταλέντο και η τόλμη τέτοιων δημιουργών, συντελεστών, μουσικών και τραγουδιστών/ ηθοποιών δικαιώνει τις προσπάθειές τους. Κρίμα που δεν παρακολουθούν πολλοί θεατές/ ακροατές αυτήν την παράσταση και δεν υπάρχουν ακόμη αρκετοί εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης που να οδηγούν τους μαθητές τους και σε τέτοιου είδους θεάματα/ ακροάματα, δηλαδή σε μιούζικαλ, σε μουσικό θέατρο, σε όπερα κ.ο.κ. Προσωπικά το προτείνω.

  • ΒΙΚΥ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ «Η Νεράιδα που δε γελούσε» από το θίασο «Βι.Δω.Μα.»

Η ομάδα «Βι.Δω.Μα.» είναι Αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία, η οποία ιδρύθηκε το 2009 και αποτελούνταν από την ηθοποιό/ θεατρολόγο/ ενδυματολόγο Δώρα Θωμοπούλου, τον ηθοποιό Δημ. Τοπαλίδη, την ηθοποιό Τάμυ Ρόρη και την ηθοποιό/ συγγραφέα/ παιδαγωγό Βίκυ Θαλασσινού. Τώρα αποτελείται από τους: Δώρα Θωμοπούλου, Βίκυ Θαλασσινού, Μαρία Μαλταμπέ (ηθοποιό/ πολιτισμολόγο) και Φίλιππο Περιστέρη (μουσικό/ πολιτισμολόγο). Η φιλοσοφία των μελών της ομάδας είναι ο συνδυασμός της θεατρικής παράστασης, του θεατρικού παιχνιδιού, των αυτοσχεδιασμών και της παντομίμας, του αφηγηματικού λόγου, του τραγουδιού και του χορού, είναι δυνατό να συμβάλλει στην ανάπτυξη της δημιουργικής φαντασίας των παιδιών, της δημιουργίας ενός κλίματος χαράς, κεφιού, διασκέδασης, εν γένει ψυχαγωγίας, αλλά και συμμετοχής τους στα δρώμενα (διαδραστικό θέατρο). Τα σκηνικά, τα κοστούμια και τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι απλά και λειτουργικά. Οι ηθοποιοί αλλάζουν κοστούμια επί σκηνής, με απλό και ανεπιτήδευτο τρόπο. Συχνά προσκαλούν τα παιδιά να έρθουν στη σκηνή και να συμμετάσχουν στα δρώμενα. Παίζουν υπέροχα ένα ενδιαφέρον κείμενο, που έχει αρκετά περίπλοκη δομή, και βασίζεται στην αφήγηση και σε λαϊκά παραμυθιακά θέματα. Είναι έτσι δομημένο για να λειτουργήσει συγχρόνως: ως παραμύθι, ως αφηγηματική λειτουργία, ως κείμενο χρήσιμο σε εμψυχωτή, ως διαλογικό θεατρικό κείμενο για την απόδοση του δραματοποιημένου παραμυθιού, ως εργαλείο εντέλει για την επίτευξη καλλιτεχνικών, αισθητικών και παιδαγωγικών στόχων, τους οποίους θαυμάσια θέτει η συγγραφέας και η ομάδα, που ζωντανεύει και μεταφέρει το κείμενο, με παιδαγωγική ευαισθησία, στην παράσταση.

Το δραματοποιημένο αυτό ενδιαφέρον παραμύθι έγραψε η Βίκυ Θαλασσινού και σκηνοθέτησε επιτυχώς ο Γιάννης Σταματίου. Στη Νεραϊδοχώρα, όλα εξελίσσονται με παραμυθιακό τρόπο, εξάπτοντας τη φαντασία των παιδιών, με χιουμοριστικές καταστάσεις και απρόοπτα και με ήρωες την αφηγήτρια, τη νεράιδα και τον καλικάντζαρο Κάλικ. Ως αξίες προβάλλονται η ανθρωπιά, η καλοσύνη και η αλήθεια, η εσωτερική ομορφιά του ανθρώπου, καθώς και ο σεβασμός στη διαφορετικότητα.

Τους ρόλους ερμηνεύουν με θαυμάσιο τρόπο τρεις ηθοποιοί (Δώρα Θωμοπούλου, Δημ. Τοπαλίδης και Βίκυ Θαλασσινού), ενώ συγχρόνως παρουσιάζουν αφηγηματικό ταλέντο και ικανότητες εμψυχωτή, αναδεικνύοντας μια ιδιόρρυθμη – πλην όμως ενδιαφέρουσα υποκριτική – και ένα ιδιάζον/ πρωτότυπο θα έλεγα παίξιμο, στο οποίο βοηθά αναμφισβήτητα η ποιότητα και η δομή του κειμένου και οι σκηνοθετικές οδηγίες του έμπειρου και ταλαντούχου ηθοποιού Γιάννη Σταματίου. Τη μουσική επιμέλεια της παράστασης έχει ο μουσικός/ πολιτισμολόγος Φίλιππος Περιστέρης και των χορογραφιών η Αναστασία Γεωργαλά.

Τα λαϊκά παραμύθια και η γλώσσα του σώματος

Grimm και Grimm
  • Του ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 29 Γενάρη 2010
  • «Grimm & Grimm» σε θεατρική διασκευή παραμυθιών Ξένιας Καλογεροπούλου στο θέατρο «ΠΟΡΤΑ»

Η «ΜΙΚΡΗ ΠΟΡΤΑ», την οποία ίδρυσαν το 1972 η Ξένια Καλογεροπούλου και ο Γιάννης Φέρτης, συνεχίζει τις δραστηριότητές της και την προσφορά της στον παιδόκοσμο, ανεβάζοντας θεατρικές παραστάσεις για παιδιά, υψηλού αισθητικού επιπέδου. Η Ξένια Καλογεροπούλου λατρεύει τα παραμύθια. Τα διασκευάζει, λοιπόν, θεατρικά και στο θέατρό της ανεβαίνουν κάθε χρονιά θαυμάσιες θεατρικές παραστάσεις.

Δε θα κουραστώ ποτέ να γράφω ότι τα λαϊκά παραμύθια, τα δικά μας, αλλά και άλλων λαών, παρουσιάζουν πολύ ενδιαφέρον και έχουν μεγάλη αξία για την ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών της προσχολικής και σχολικής ηλικίας, της δημιουργικής φαντασίας τους κ.λπ. Ομως, τα παιδιά έχουν ανάγκη και από κοινωνική /ιδεολογική διαπαιδαγώγηση με θέματα από τη σύγχρονη πραγματικότητα, που θα τα ευαισθητοποιήσουν, θα τα προβληματίσουν, θα τα κοινωνικοποιήσουν, θα τα κινητοποιήσουν κ.ο.κ. Βέβαια, παρόμοια αντίληψη πρέπει να έχουν γονείς και εκπαιδευτικοί οι οποίοι δε θα οδηγούν τα παιδιά (ή τους μαθητές) τους μόνο σε θεατρικές παραστάσεις με παραμυθιακά θέματα – όσο ευχάριστα κι αν είναι και όσο και αν τα διαπαιδαγωγούν συναισθηματικά – αλλά θα τα πηγαίνουν και σε παραστάσεις με θέματα κοινωνικού /πολιτικού προβληματισμού, που θα δίνονται με έργα που διαθέτουν γλώσσα, ύφος και δομή κατάλληλα για τις προσλαμβάνουσες της κάθε ηλικίας. Και ακόμη να θέσω και ένα άλλο σοβαρό ζήτημα για τη γηγενή δραματολογική μας παραγωγή. Γιατί τόσες πολλές διασκευές; Μήπως και η κ. Καλογεροπούλου πρέπει – άλλωστε η εμπειρία, το ταλέντο και η ωριμότητά της το επιτρέπουν πλέον – να γράψει και να δώσει, ίσως, αξιόλογα αποκλειστικά δικά της θεατρικά κείμενα; Αλλά μήπως πρέπει και άλλοι σύγχρονοι δραματουργοί να επιχειρήσουν δικές τους πρωτότυπες δραματουργικές δουλειές; Νομίζω ότι είναι πλέον ο κατάλληλος χρόνος, μετά από μισόν αιώνα που στη χώρα μας αναπτύσσεται το Θέατρο για παιδιά, να επιχειρηθούν τέτοιου είδους πρωτοβουλίες και δραστηριότητες.

«Τι γλώσσα μιλάμε Αλμπερτ;»

Στην παρουσιαζόμενη παράσταση ο μικρός θεατής θα απολαύσει τέσσερα γερμανικά λαϊκά παραμύθια1, δανεισμένα από την πλούσια συλλογή των Αδερφών Γκριμ: «Το τραπέζι, ο γάιδαρος και η μαγκούρα», «Οι μουσικοί της Βρέμης», «Οι τρεις χρυσές τρίχες του Διαβόλου», «Οι έξι κύκνοι»2.Εδώ υπάρχει μεγάλη ποικιλία στις τεχνικές υποκριτικής και σκηνοθεσίας: σωματικό θέατρο, θεατρικό παιχνίδι, παντομίμα, αυτοσχεδιασμοί, πλούσια παιχνίδια φαντασίας και ηχητικά εφέ (ήχος τρεχούμενου νερού, βροχής, αέρα, κουκουβάγιας στο δάσος κ.ο.κ.), όλα δοσμένα με παιγνιώδη μορφή, κίνηση και αρκετό χιούμορ. Πολύ καλά και τα ευρήματα του γάμου με ζωντανή μουσική και τραγούδι, η βάρκα που πλέει στο νερό, ο τρόπος που κλάπηκαν οι τρεις τρίχες από το κεφάλι του Διαβόλου κ.ά. Εντυπωσιακή και πρωτότυπη είναι η απόδοση του χορού των έξι κύκνων, με θεατρικό ύφος, και όχι με το κλασικό μπαλέτο, σε μουσική Τσαϊκόφσκι από τη «Λίμνη των κύκνων», αλλά και το τράβηγμα φωτογραφιών με πάγωμα εικόνας (ακίνητοι ηθοποιοί σε φάση πόζας).

Τη ευφάνταστη και εντυπωσιακή, κατά σημεία, σκηνοθεσία έκανε με επιτυχία η Λίλο Μπάουρ, η οποία έχει ξανα-συνεργαστεί στο παρελθόν με την Ξένια Καλογεροπούλου, τα υπέροχα σκηνικά – κοστούμια ο Χρήστος Κωσταντέλλος (με κατασκευή της Δέσποινας Μακαρούνη και της Δήμητρας Καίσαρη) (με μετακινούμενα μικρά λειτουργικά σκηνικά, με μορφή ανοιχτού βιβλίου ή με ζωγραφισμένα ορθογώνια παραλληλεπίπεδα, που για κάθε σκηνή δείχνουν άλλη πλευρά τους, οι ήρωες φορούν άλλοτε καθημερινά ρούχα, άλλοτε κοστούμια εποχής και άλλοτε κοστούμια φτιαγμένα σύμφωνα με τις παραμυθιακές απαιτήσεις, όπως το ευρηματικό κοστούμι της Κόλασης κ.λπ.). Η χορογραφία της Ολιας Λυδάκη (έξυπνο το εύρημα με τον ποντιακό χορό) και οι φωτισμοί του Νίκου Βλασσόπουλου εναρμονισμένοι με τις απαιτήσεις της παράστασης.

Ολοι οι ηθοποιοί απέδωσαν θαυμάσια τους ρόλους τους: Μανώλης Λυδάκης, Αντώνης Μυριαγκός, Σοφία Πάσχου, Γιάννης Σαρακατσάνης, Μαίρη Λούση, Θοδωρής Σκυφτούλης (οι δυο προηγούμενοι πολύ καλοί στο: «Οι τρεις χρυσές τρίχες του Διαβόλου»), Εριφύλη Στεφανίδου, οι οποίοι σε κάθε παραμύθι παίζουν διαφορετικούς ρόλους, αλλάζουν συνεχώς ψυχοσύνθεση, ιδιοσυγκρασία και συμπεριφορά, γεγονός δύσκολο να συμβαίνει στην ίδια παράσταση.

  • ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΥΡΟΓΕΩΡΓΙΟΥ «Τι γλώσσα μιλάμε Αλμπερτ;» στο θέατρο «ΝΕΟΥ ΚΟΣΜΟΥ»

Το «Θέατρο Νέου Κόσμου» έχει δημιουργήσει από το 2003 την «Κινητή θεατρική σκηνή» και έχει δώσει περισσότερες από 1.000 παραστάσεις για παιδιά σε νοσοκομεία και ιδρύματα. Το θέατρο, λοιπόν, στην υπηρεσία της ψυχικής υγείας, της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας των ασθενών παιδιών. Αρα, κι εδώ έχουμε εφαρμογή της κοινωνικής αποστολής της τέχνης, η οποία σπεύδει να βοηθήσει τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Βέβαια, οι δραστηριότητες της «Κινητής θεατρικής σκηνής», όπως μας πληροφορεί ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος, στο Πρόγραμμα της φετινής θεατρικής παράστασης, επεκτάθηκαν σε φυλακές, προσφυγικούς καταυλισμούς, ειδικά σχολεία, στις πυρόπληκτες περιοχές της Ηλείας και προγραμματίζεται να βγουν και εκτός Ελλάδας, «σε ευαίσθητες και εμπόλεμες περιοχές».

Η παρούσα παράσταση του έργου «Τι γλώσσα μιλάμε Αλμπερτ;» του Βασίλη Μαυρογεωργίου3, έχει υπόθεση, διαθέτει κείμενο4, αλλά επειδή έχει ως σκοπό να κατανοούνται όλα από τον θεατή όποιας ηλικίας και εθνικότητας, οι ηθοποιοί μιλούν ακαταλαβίστικα (αλαμπουρνέζικα). Τα παιδιά χαίρονται και ενθουσιάζονται με το παιχνίδι αυτό, που διαθέτει τεχνικές παντομίμας, σωματικού θεάτρου, αυτοσχεδιασμών και θεατρικού παιχνιδιού. Οι συναισθηματικές καταστάσεις των ηρώων αποδίδονται με υποδειγματικό τρόπο είτε με την έκφραση του προσώπου τους είτε με την κίνησή τους. Μερικές φορές οι ηθοποιοί φωνάζουν υπερβολικά, ενώ ο χώρος είναι μικρός. Ακούγονται λέξεις και φράσεις, με αστείο τρόπο, από την ιταλική, γερμανική, ρωσική, ελληνική και αμερικάνικη γλώσσα. Η σκηνοθετική ευρηματικότητα είναι ενδιαφέρουσα, αφού με απλά μέσα κατορθώνεται να αποδοθούν φυσικά και κοινωνικά φαινόμενα, ψυχικές καταστάσεις και δράσεις, αρκετά δύσκολες σκηνοθετικά και ασφαλώς και υποκριτικά. Η ευαισθησία του καλλιτέχνη /γλύπτη ήρωα /Αλμπερτ είναι εμφανής και σκορπά συγκίνηση.

Ικανοποιητική η σκηνοθεσία του Παντελή Δεντάκη, η επιμέλεια κίνησης της Σεσίλ Μικρούτσικου, πολύ καλά τα αφαιρετικά σκηνικά και τα λειτουργικά κοστούμια της Μαρίας Χανιωτάκη και ευχάριστη η μουσική του Κώστα Γάκη. Τους ρόλους απέδωσαν θαυμάσια, με κίνηση και μπρίο η Ντίνη Ρέντη, η Γιούλη Τσαγκαράκη και ο Σεραφείμ Ράδης. Η κατασκευή κοστουμιών έγινε από την Ελένη Μελισσάρη και την Σβετλάνα Τίτοβα και του σκηνικού /ειδικών κατασκευών από τον Νίκο Δεντάκη.

*******************************

1. Κατά την προηγούμενη θεατρική περίοδο η Ξένια Καλογεροπούλου, σε συνεργασία με τον Θωμά Μοσχόπουλο, διασκεύασαν τέσσερα ιταλικά παραμύθια και παρουσίασαν την παράσταση του έργου τους: «Παραμυθ…issimo». Βλ. κριτική μου στην εφ. «Ριζοσπάστης», 25.12.2008, σ. 23.

2. Και τα τέσσερα παραμύθια ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης θα τα βρει στο βιβλίο: Τα παραμύθια των Αδελφών Γκριμμ (μετάφραση: Μαρία Αγγελίδου), Α΄ τόμος, Εκδόσεις «Αγρα», Αθήνα 1994. Εχουν εκδοθεί άλλοι δύο τόμοι και συγκεντρωτικά περιέχονται σ’ αυτούς 201 παραμύθια.

3. Εκτός από το Πρόγραμμα της παρούσας παράστασης, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να προμηθευτούν από το θέατρο και δύο ακόμη υπέροχα Προγράμματα από δύο προηγούμενες παραστάσεις: Σέργιου Γκάκα, Ακούς τη γιορτή; (σε σκηνοθεσία Βασίλη Μαυρογεωργίου) και Βασίλη Μαυρογεωργίου, Το βέλος που δεν πληγώνει (σε σκηνοθεσία του ίδιου).

4. Το θαυμάσιο κείμενο στο Πρόγραμμα της παράστασης υπογράφουν η Κατερίνα Λυπηρίδου και ο Παντελής Δεντάκης.

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

17/6/2006– ΑΤΙΤΛΟ

Διασκευές κλασικών λογοτεχνικών κειμένων

«Το φάντασμα του Κάντερβιλ»
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 15 Γενάρη 2010
  • Του ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ
  • ΟΣΚΑΡ ΟΥΑΪΛΝΤ, «Το φάντασμα του Κάντερβιλ», σε διασκευή Μυρσίνης Σακκά, από τη «ΜΑΓΙΚΗ ΑΥΛΑΙΑ» του Βαγγέλη Λιοντή, στο θέατρο «ΤΡΙΑΝΟΝ»

Ο παραγωγός Βαγγέλης Λιοντής, ιδρυτής της «Μαγικής Αυλαίας», είναι πάντοτε υπεύθυνος για τις δραματολογικές επιλογές του. Ακόμη περισσότερο επιμένει στις καλές παραγωγές θεατρικών παραστάσεων για παιδιά, από το παγκόσμιο ρεπερτόριο, κυρίως κλασικών έργων. Η πρόσφατη επιλογή του για την τρέχουσα παράσταση του θιάσου του είναι η θεατρική διασκευή του μυθιστορήματος «Το φάντασμα του Κάντερβιλ», του Ιρλανδού ποιητή, μυθιστοριογράφου, θεατρικού συγγραφέα, κριτικού και αισθητικού τέχνης Οσκαρ Ουάιλντ (1854-1900).

Πρόκειται για σάτιρα, που επιχείρησε ο Ουάιλντ, στις αγγλικές αστικές παραδόσεις της βικτοριανής Αγγλίας, και ιδιαίτερα στις φοβίες τους για τα φαντάσματα. Η ειρωνική διάθεση του Ουάιλντ στοχεύει τους Αμερικανούς και την έπαρσή τους στις επιτεύξεις τους, αιώνιους «αντιπάλους» των Αγγλων (λέει η κυρία Οτις: «Η Αμερική έχει τη λύση για όλα τα προβλήματα του κόσμου»… Βέβαια, ανεπιτυχώς με τα αμερικάνικα απορρυπαντικά προσπαθεί μάταια να εξαφανίσει την κηλίδα αίματος, της δολοφονημένης Ελεονώρας ντε Κάντερβιλ, στο χαλί). Ο σκηνικός χώρος είναι ένας πύργος της εποχής, όπου όλα εκεί διαδραματίζονται και αποδομείται ο φόβος για τα φαντάσματα με χιουμοριστικές καταστάσεις. Εκδηλος είναι ο ρομαντισμός του Ουάιλντ και οι θρησκευτικές/μεταφυσικές του αντιλήψεις. Δεν υπάρχουν υπερβολές και εμμονές, μάλλον η φιλοσοφική ατμόσφαιρα του έργου περιλαμβάνει απλοϊκά και παραμυθιακά στοιχεία και περισσότερο σκηνές από την καθημερινή ζωή των αστών. Η παράσταση κατορθώνει να μεταφέρει τους θεατές σε μιαν άλλη εποχή, που όλα είναι αλλιώτικα, μάλλον παραμυθιακά και ενδιαφέροντα. Ολα βασίζονται στην παιχνιδιάρικη διάθεση των παιδιών, σε όλες τις εποχές, και στην ανάπτυξη της φαντασίας τους, μέσα απ’ το ίδιο το παιχνίδι. Η δομή του μυθιστορήματος του Ουάιλντ είναι σφιχτή και αντίστοιχα της θεατρικής διασκευής/θεατρικής απόδοσης, την οποία επιχείρησε με επιτυχία η Μυρσίνη Σακκά.

«Πίτερ Παν»

Η σκηνοθετική απόπειρα του Γιώργου Παπαευσταθίου θεωρείται επιτυχημένη και ενδιαφέρουσα, τα σκηνικά της Αγγελίνας Παγώνη και τα κοστούμια (του βεστιαρίου του θιάσου) είναι αρκετά εντυπωσιακά, η μουσική επιμέλεια του Βαγγέλη Λιοντή και η μουσική διδασκαλία της Χριστίνας Σιμιτζή συμβάλλουν θετικά στην εξέλιξη της παράστασης, με τα ακούσματα κλασικής μουσικής. Οι ωραίοι στίχοι των τραγουδιών είναι του Αυγερινού Σουλόπουλου.

Ολοι οι ηθοποιοί ερμηνεύουν απλά και φυσικά τους ρόλους τους, με μια ικανότητα που δεν οδηγεί σε υπερβολές και ακραίες καταστάσεις. Επισημαίνω ιδιαίτερα την ορθοφωνία τους. Ολα, βέβαια, είναι και απόρροια μιας σωστής διδασκαλίας ρόλων από τον σκηνοθέτη, ο οποίος υποδύεται και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του φαντάσματος (Σερ Σάιμον Ντε Κάντερβιλ). Ο έρωτας μεταξύ της Ελεονώρας Οτις (Δέσποινα Μακρή) και του Ουίλιαμ Τσέστερ (Αυγερινός Σουλόπουλος) δίνει έναν ιδιαίτερο τόνο στην παράσταση, όπως και η χιουμοριστική διάθεση της ιδιαίτερα ταλαντούχου ηθοποιού και μουσικού Χριστίνας Σιμιτζή, η οποία υποδύεται το ρόλο της ηλικιωμένης οικονόμου του πύργου, κυρίας Ομνι. Τους υπόλοιπους ρόλους ερμηνεύουν οι: Ζωή Αβραμίδου (κυρία Οτις), Αγάπη Παπαθανασιάδου (Μπέτσι Οτις) και Μανώλης Καζαμίας (Ανταμ Οτις).

  • ΤΖΕΪΜΣ ΜΠΑΡΙ, «Πίτερ Παν», σε διασκευή Δάφνης Βασιλειάδου, στο «ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ»

Ο Τζέιμς Μάθιου Μπάρι (1860-1937) ήταν ο Σκοτσέζος μυθιστοριογράφος και δραματουργός διεθνούς φήμης, που έγινε γνωστός κυρίως από το ευφάνταστο μυθιστόρημά του «Πίτερ Παν». Ο Πίτερ Παν, παραμυθιακός ήρωας, είναι ένα σκανδαλιάρικο και ανέμελο παιδί, που δε μεγαλώνει ποτέ, παραμένοντας για πάντα παιδί. Η επιστήμη της Ψυχολογίας έχει εξετάσει το «Σύνδρομο Πίτερ Παν», το οποίο αναφέρεται σε ενηλίκους, που παραμένουν ανώριμοι, που αρνούνται να μεγαλώσουν και φέρονται σαν παιδιά. παθολογικό φαινόμενο που οφείλεται στον υπερπροστατευτισμό ή στην πλήρη αδιαφορία των γονιών τους, όταν τα παιδιά τους βρίσκονταν στην παιδική ηλικία.

Ο ήρωας είναι μικροσκοπικός, έχει φτερά και μπορεί να πετάει στη Χώρα του Ποτέ, χωρίς να επιδρά πάνω του η νεραϊδόσκονη, είναι καταπληκτικός ξιφομάχος και το αποδεικνύει στη μονομαχία του με τον Κάπτεν Κουκ, είναι απαράμιλλος μίμος, έχει φαντασία και όλες του οι αισθήσεις λειτουργούν στην εντέλεια. Φίλοι του είναι η Γουέντι και η νεραϊδούλα Τίνκερ Μπελ. Ο ήρωας πρωτοεμφανίστηκε αρχικά στο θέατρο στις 27.12.1904, στο έργο του Μπάρι: «Πίτερ Παν ή Το αγόρι που αρνιόταν να μεγαλώσει». Τον ήρωα στην παράσταση ενσάρκωνε τότε κορίτσι (κάτι που μιμήθηκε και η Δάφνη Βασιλειάδου, χρησιμοποιώντας στην παρούσα παρουσιαζόμενη εδώ παράσταση την ταλαντούχο Τζούλη Γρηγορίου). Το έργο μεταφέρθηκε αργότερα σε μυθιστορηματική μορφή με τίτλο: «Πίτερ Παν και Γουέντι» (1911). Το 1924 ο Πίτερ Παν μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, στην ομώνυμη βουβή ταινία του Χέρπμερ Μπρένον. Γνωστότερο τον έκανε ο Ντίσνεϊ κατά τη δεκαετία του ’50, με το μιούζικαλ του Τζέρομ Ρόμπινς (πρεμιέρα στο «Μπρόντγουεϊ» 20.10.1954).

Το «Θέατρο του Ηλιου» και οι πρωτεργάτες του, που το λειτούργησαν και το υπηρέτησαν με αγάπη και αφοσίωση από το 1978 μέχρι σήμερα, δηλαδή ο Ανδρέας Παπασπύρου και η Δάφνη Βασιλειάδου, έχουν δημιουργήσει παράδοση στο Θέατρο για παιδιά. Παραδοσιακά σκηνικά και κοστούμια, κατασκευασμένα με ρεαλισμό και συνάμα παραμυθιακό χαρακτήρα, αλλά και με σύγχρονη ματιά, είναι πλέον το κλασικό μοτίβο κάθε παράστασης. Στη φετινή παράσταση εντυπωσιακό είναι ιδιαίτερα το πειρατικό καράβι (το πλοίο Τζόλι Ρότζερ), το οποίο γεμίζει κυριολεκτικά τη σκηνή και πάνω του γίνονται μάχες, οι ήρωες τρέχουν και κινούνται άνετα, προβάλλουν μέσα από τα φινιστρίνια των αμπαριών, καθώς στη θάλασσα προβάλλει απειλητικά ο τρομερός κροκόδειλος με τα αστραφτερά μάτια του.

Διάχυτα είναι τα στοιχεία Μαύρου Θεάτρου, Παντομίμας και Θεατρικού παιχνιδιού. Εντύπωση κάνουν τα ποικίλα σκηνικά και σκηνοθετικά ευρήματα: Η τεράστια τούρτα, η Ινδιάνα «Κρινολούλουδο», η θάλασσα (με τα τεράστια πανιά, που κινούμενα δημιουργούν την εντύπωση κυμάτων), η φωλιά με το πουλί, ο χορός των Ινδιάνων και ο Μάγος της φυλής, η Γοργόνα, κ.ά.

Οι περιπέτειες στο έργο και στην παράσταση είναι καταπληκτικές και συναρπαστικές. Η θεατρική διασκευή (1991) και η σκηνοθεσία της Δάφνης Βασιλειάδου είναι πολύ ενδιαφέρουσες. Ο Ανδρέας Παπασπύρου αποδεικνύει, για μια ακόμη φορά, πόσο έμπειρος και ταλαντούχος ηθοποιός είναι στους ρόλους του πατέρα, του καπετάνιου Γάντζου, του Κάπτεν Κουκ.

Τους υπόλοιπους ρόλους ερμηνεύουν αρκετά ικανοποιητικά οι: Ιρις Ανδριοπούλου (μητέρα του πειρατή Σμι, Μάγος της φυλής), Ιωάννα Δαρμή (Τζέιν, σκυλάκι Νανά, Κρινολούλουδο), Εβίτα Συρίγου (Γουέντι), Ηλίας Μήσσιας (Τζον).

Τα υπέροχα σκηνικά κοστούμια ανήκουν στη Νικόλ Καίσνερ, η θαυμάσια μουσική είναι δουλειά του Φώτη Μυλωνά, οι χορογραφίες έργο της Αννης Μαχαιροπούλου και για τους φωτισμούς την ευθύνη έχει ο Ανδρέας Παπασπύρου.

  • 2η ΧΡΟΝΙΑ:

Συνεχίζονται και φέτος οι παραστάσεις του παραμυθιού των αδελφών Γκριμ «Χένσελ και Γκρέτελ», σε διασκευή του Δ. Κούτση και σε σκηνοθεσία της Ελλης Βοζικιάδου, στο θέατρο «ΘΥΜΕΛΗ». Τα μηνύματα του έργου γίνονται εμφανή στην παράσταση, και τέτοια είναι: Η αγάπη και η συνεργασία μεταξύ των αδερφιών, η γενναιότητα, το θάρρος, η δύναμη του μυαλού και η εφευρετικότητά του στις δύσκολες ώρες.

  • Διευκρίνιση

Στο φύλλο της προηγούμενης Παρασκευής, στην κριτική για την παράσταση για παιδιά «Η Γιορτή των Αστεριών» από το θίασο «Ονειρόγραμμα», στο θέατρο «ΓΚΛΟΡΙΑ», δημοσιεύτηκε φωτογραφία της ηθοποιού Μαρίας Καψή (δόθηκε από τους υπεύθυνους του θιάσου). Να σημειωθεί ότι η ηθοποιός δεν παίζει πια στη συγκεκριμένη παράσταση, με ευθύνη των επιχειρηματιών, γεγονός που πληροφορηθήκαμε μετά τη δημοσίευση της συγκεκριμένης φωτογραφίας…

  • Στην τηλεόραση του «902»

Στην εκπομπή «Θέατρο για παιδιά», που επιμελείται και παρουσιάζει ο δρ Επιστημών της Αγωγής και Κριτικός Θεάτρου για παιδιά – συγγραφέας Θανάσης Καραγιάννης, στις 20/1/2010, θα «φιλοξενηθεί» η θεατρική παράσταση του έργου του Ευγένιου Σπαθάρη, «Ο Καραγκιόζης Προφήτης», στο θέατρο «ΑΘΗΝΑ», σε σκηνοθεσία Τάκη Βαμβακίδη/Ευγένιου Σπαθάρη. Στη συζήτηση συμμετέχουν οι ηθοποιοί: Τάκης Βαμβακίδης (Καραγκιόζης) και Γιάννης Μποσταντζόγλου (Μπαρμπα-Γιώργος).

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

Φασουλήδες και κοινωνικά θέματα

  • Του ΘΑΝΑΣΗ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Παρασκευή 1 Γενάρη 2010
  • ΦΡΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ: «Σαν ένα παραμύθι. Φασουλήδες», στο «ΓΥΑΛΙΝΟ ΜΟΥΣΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ»
«Οι φασουλήδες»

Το αγαπημένο αυτό στο ελληνικό κοινό και ρεπερτόριο αρκετών θιάσων για παιδιά και ενηλίκους έργο «Φασουλήδες του Κατσιπόρα», φάρσα για κουκλοθέατρο/ «κωμικοτραγωδία του δον Κριστόμπαλ και της δόνιας Ροζίτας»1, του Ισπανού ποιητή και δραματουργού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα (Federico Garcia Lorca, 1898-1936), μεταφράστηκε αρχικά από την Ιουλία Ιατρίδου2. Στη συνέχεια διασκευάστηκε από διάφορους καλλιτέχνες και ανεβάστηκε για παιδιά, με διάφορους τίτλους3.

Ο λυρικός ποιητής Λόρκα γράφει θέατρο δίνοντας κυριολεκτικά νου και ψυχή στον ποιητικό λόγο, στην ουσία της ποίησης, σαν να μην τον ενδιαφέρει τόσο η θεατρική παράσταση των έργων του, από τα οποία εμπνεύστηκαν διεθνώς συνθέτες, ποιητές και θεατράνθρωποι. Μόλις σε ηλικία 19 χρόνων έγραψε το πρώτο θεατρικό έργο του: «Τα μάγια της πεταλούδας»4.Από οκτώ χρονών στην αυλή του σπιτιού του διοργάνωνε παραστάσεις με μαριονέτες για παιδιά και μεγάλους, επηρεασμένος από παράσταση κουκλοθεάτρου που έδωσαν Τσιγγάνοι στο Φουέντε Βακέρος. Από μαρτυρίες γνωρίζουμε ότι ο Λόρκα από μικρός αγαπούσε τη φάρσα και προσπάθησε να επαναφέρει στο θέατρο έναν παλιάτσο του παλιού ισπανικού θεάτρου, τον «Δον Κριστόμπαλ» (Δον Κριστομπίτα). Η φάρσα είναι εμφανής στα έργα του: «Φασουλήδες του Κατσιπόρα», «Παράσταση του Δον Κριστόμπαλ», «Περιμπλίν και Μπελίσα», «Θαυμαστή μπαλωματού».5

«Ο γύρος της μέρας σε 80 κόσμους»

Το έργο εμπεριέχει στοιχεία αυτοσχεδιασμού από την κομέντια ντελ’ άρτε και τον άλλοτε ήρωά της Πανταλόνε, όπου διαγράφεται με αστεϊσμούς και κωμικοτραγικές καταστάσεις ο ασύμβατος έρωτας ενός άσχημου/ ζάμπλουτου γέρου, του Δον Κριστομπίτα, για μια όμορφη/ νέα κοπέλα, την Ροζίτα, η οποία φυσικά τον απορρίπτει, μια και είναι ερωτευμένη με τον Κοκολίκο. Κωμική ιστορία, στην οποία σχολιάζονται η υποκρισία, η παραβατική συμπεριφορά, ο αυταρχισμός και η κατάχρηση εξουσίας, «τα πράματα και τα θάματα του κόσμου», όπως έλεγε ο Λόρκα.Η φετινή παραγωγή παρουσιάζει ιδιάζοντα χαρακτηριστικά. Πρόκειται για μουσικοθεατρικοχορευτικοακροβατική παράσταση. Ζωντανές κούκλες/ ηθοποιοί κινούνται με θαυμάσιο τρόπο, μιλούν και αισθάνονται, δημιουργώντας μια ποιητική/ ονειρική ατμόσφαιρα. Ο αταίριαστος γάμος, που επιδιώκει ο γερο-ξεκούτης Δον Κριστομπίτα, δημιουργεί κωμικές καταστάσεις, ξεκαρδιστικές εικόνες σε ένα κλίμα αναβίωσης του λαϊκού θεάτρου της Αναγέννησης. Τα ακροβατικά νούμερα, η ζωντανή μουσική, από ορχήστρα, και τα πολύχρωμα κοστούμια ξεσηκώνουν τα παιδιά/θεατές της παράστασης. Ο Κουνούπης, ως έντομο/ αερικό, προσωποποίηση της ξεγνοιασιάς της ανδαλουσιανής γης, ενσαρκώνεται επάξια ως ρόλος λόγω της υποκριτικής δεινότητας του Δημήτρη Μαργαρίτη, όπως και ο ρόλος της Ροζίτας από την Αθανασία Σουλίδου και του πατέρα της από τον σκηνοθέτη/χορογράφο της παράστασης Σίμωνα Πάτροκλο, ο οποίος έδωσε με τη σκηνοθετική ευρηματικότητά του μια εξαίσια ατμόσφαιρα στην παράσταση. Το ρόλο του Δον Κριστομπίτα ερμήνευσε θαυμάσια ο Αλέξανδρος Βερώνης, του αγαπημένου της Ροζίτα, Κοκολίκου, ο Φλάβιος Νεάγκου, του παπουτσή Λιγοψύχη ο Θανάσης Κουβούσης, του Α΄ Παλικαριού ο Δημ. Μισαηλίδης, του Φίγκαρου/Β΄ Παλικαριού ο Αντ. Παπαηλίας, του νέου του λιμανιού Κουρίτο/Υπηρέτη ο Μιλτ. Σαμαράς και της Παραμάνας του Λόρκα/Ταβερνιάρισσας με πολύ μπρίο η Ελένη Τσαγκαράκη. Ενδιαφέροντες είναι και οι δευτερεύοντες ρόλοι: Ο αμαξάς, οι κοντραμπατζήδες, τα παλικάρια, ένας μόρτης, ένας τυφλός ζητιάνος, η Ωρα (ενδιαφέρον ενδυματολογικό και σκηνοθετικό εύρημα) κλπ. Η ορθοφωνία της Ροζίτας και του Κοκορίκου παρουσιάζει κάποια προβλήματα, τα οποία πρέπει να απαλειφθούν, ώστε να βελτιωθεί η ερμηνευτική τους απόδοση. Η κατά σημεία χλαλοή, που δημιουργείται από φωνές, κραυγές και σπρωξίματα, έχει ως αποτέλεσμα να μη γίνονται κατανοητοί οι διάλογοι. Ωραίο το χορωδιακό τραγούδι του φινάλε.

Τη διαμόρφωση του κειμένου έκανε με απλό ύφος και στρωτή γλώσσα ο Κωνσταντίνος Ιωακειμίδης.

  • ΝΑΝΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ: «Ο γύρος της μέρας σε 80 κόσμους», από το «Θίασο ’81», στο θέατρο «ΡΙΑΛΤΟ/ΑΛΕΚΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΚΗΣ»

Το ότι ξανα-ενεργοποιείται ο «Θίασος ’81» μας χαροποιεί ιδιαίτερα, αφού οι παραστάσεις του για δυο δεκαετίες περίπου είχαν δημιουργήσει μια ευχάριστη νότα στα θεατρικά δρώμενα για παιδιά στη χώρα μας. Ψυχή του «Θιάσου ’81», η Νανά Νικολάου, αφού για μια δεκαετία υπηρέτησε με αφοσίωση και υπευθυνότητα κυρίως το Θέατρο για παιδιά, στο ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, ως καλλιτεχνική διευθύντρια, επανήλθε ως δραματουργός/σκηνοθέτις στην παρούσα παράσταση μ’ ένα σύγχρονο έργο, αν και ο τίτλος του παραπέμπει στον Ιούλιο Βερν.

Το έργο στέλνει στους λιλιπούτειους θεατές της παράστασης τέσσερα μηνύματα: αγάπη στα ζώα, σεβασμό στο περιβάλλον, αγάπη στα βιβλία και όχι στο ρατσισμό. Οικολογικά και κοινωνικά μηνύματα, που οι ηθοποιοί, μέσα από ρόλους γεμάτους με κίνηση και νιάτα, στέλνουν έμμεσα και με διακριτικότητα στα παιδιά, χωρίς κραυγές και διδακτισμό (εξαίρεση αποτελούν τα συνθήματα του φινάλε). Οι τέσσερις ηθοποιοί με μπρίο και διάθεση, χωρίς να διακρίνεται κάποιο ιδιαίτερο ταλέντο στην υποκριτική τους, αποδίδουν με χαριτωμένο τρόπο τους ρόλους τους με διαρκή χορό χιπ-χοπ και μουσική ραπ, κίνηση και σωματική εκφραστικότητα. Φανερώνουν περίτρανα τη θέλησή τους ν’ αλλάξουν τον κόσμο, σχολιάζοντας και επικρίνοντας τους μεγάλους «γιατί φτιάχνουν όπλα και κάνουν πολέμους, κορνάρουν και μουντζώνουν όταν οδηγούν, πηγαίνουν στο γήπεδο και κάνουν επεισόδια, καίνε τα δάση, γεμίζουν τα πεζοδρόμια σκουπίδια, βλέπουν συνέχεια τηλεόραση ενώ διαβάζουν και συζητάνε τόσο λίγο…», όπως γράφει η Νανά Νικολάου σε προλογικό της σημείωμα.

Πολύ μου άρεσε η σκηνή με τη μικρή μετανάστρια, η αντιρατσιστική συμπεριφορά των παιδιών, η φιλική τους στάση και η συναισθηματική στήριξή τους απέναντί της.

Τα σκηνικά αρκετά ρεαλιστικά (πολυκατοικίες, δέντρα, περίπτερο, πάρκο, κούνια κ.ά.), δημιουργίες των σκηνογράφων Λαμπρινής Καρδαρά και Ιούς Μεταλλινού. Τα περισσότερα κοστούμια είναι καθημερινά, με την υπογραφή της Ιούς Μεταλλινού. Η μουσική του Κωνσταντίνου Κωτούλα παρουσιάζει ενδιαφέρον με τους ρυθμούς και τα ηχοχρώματα που χρησιμοποιεί, αν και κατά διαστήματα είναι έντονη και ενοχλητική. Πιστεύω ότι το θέατρο πρέπει να κάνει υπερβάσεις, δίνοντας ποιοτικές προτάσεις στα παιδιά και όχι αντιγράφοντας την πραγματικότητα. Τις ολοζώντανες χορογραφίες υπογράφει ο Ηλίας Χατζηγεωργίου. Τον ήχο και το φως επιμελείται ο Θεοφάνης Νιάπας. Τα κινηματογραφικά στιγμιότυπα, όπου πρωταγωνιστούν ήρωες του έργου, που συνεχίζουν τη δράση τους επί σκηνής, είναι πολύ ευφυές σκηνοθετικό εύρημα. Εξακολουθώ να διαφωνώ με τη συζήτηση ηθοποιών και κοινού, με το διαδραστικό θέαμα. Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να ακούν, να παρατηρούν και να σκέπτονται σε μια θεατρική παράσταση. Το ωραίο κείμενο και η καλή ερμηνεία των ρόλων είναι δυνατό να συγκινήσει και να προβληματίσει κοινωνικά τα παιδιά. Η συμμετοχή τους, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να είναι εξ ολοκλήρου συναισθηματική και νοητική. Πολύ σημαντική είναι και η αισθητική και ιδεολογική τους διαπαιδαγώγηση.

Τους ρόλους ερμηνεύουν οι: Πελαγία Αγγελίδου (Ράπερ-Σκύλος), Οδυσσέας Κιόσογλου (Ράπερ-Μάνος), Ηλίας Χατζηγεωργίου (Ράπερ-Ρακοσυλλέκτης-Καθρέφτης), Μαρία Χατζηιωαννίδου (Ράπερ-Κυρία-Γάτα-Κορίτσι).

Νομίζω ότι η διαφήμιση που γίνεται επί σκηνής αποτελεί αντιδεοντολογικό θεατρικό φαινόμενο, ιδίως σε παραστάσεις για παιδιά.

Σημειώσεις:

1. Υπότιτλος του έργου «Οι φασουλήδες με το ρόπαλο», που ανεβάστηκε στην παιδική σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης, σε μετάφραση της Ευγενίας Δημητροπούλου και με σκηνοθεσία του Παν. Αδάμ (καλλιτεχνικός διευθυντής Χρίστος Καλαβρούζος), την περίοδο 2008-2009, εκδ. «Οιωνός», Λαμία 2008, σ. 95.

2. Βλ. Ιατρίδου Ιουλία, Λόρκα, «Τα μάγια της πεταλούδας». «Οι Φασουλήδες του Κατσιπόρα», εκδ. «ΔΩΔΩΝΗ».

3. «Οι Φασουλήδες του Κατσιπόρα», σε συνεργασία ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης – Δημοτικού Θεάτρου Τρικάλων (σκηνοθεσία Στέφ. Νταλάση), 2007-2008 και από το ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας σε σκηνοθεσία Γ. Καραχισαρίδη, 1985-1986, Κονιόρδου, Λ., «Φασουλήδες με τη μαγκούρα», ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας, 1991, «Οι Φασουλήδες με τη μαγκούρα του Λόρκα», Αμφιθέατρο Χανίων, 1993, Καλατζόπουλος, Γ., «Που να σκάσεις Κριστομπίτα, δε θα πάρεις τη Ροζίτα», 1996 κ.ά.

4. Ανεβάστηκε την περασμένη θεατρική περίοδο σε διασκευή/σκηνοθεσία του Σπύρου Κολιαβασίλη, με τους «Περίακτους» στο Μαρκόπουλο Αττικής. Βλ. κριτική μας στην εφ. «Ριζοσπάστης», 23.1.2009, σ. 30.

5. Το τελευταίο έργο το έγραψε για ηθοποιούς και το προτελευταίο είναι ένα «θέατρο με ανδρείκελα που αρχίζει με κοροϊδία και τελειώνει με τραγωδία». Σχετικά βλ. Μαρίνου Εφη «Λόρκα, όπως λυρικός», εφ. «Ελευθεροτυπία», 7-13/8/2006.

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

Στην τηλεόραση του «902»

Στην εκπομπή «Θέατρο για παιδιά», στις 6/1/2010, που επιμελείται και παρουσιάζει ο Δρ. Επιστημών της Αγωγής και κριτικός Θεάτρου για παιδιά – συγγραφέας, Θανάσης Καραγιάννης, θα «φιλοξενηθεί» η θεατρική παράσταση του έργου του Ευγένιου Τριβιζά «Ο Εβδομος Σταθμός. Οι περιπέτειες του πειρατή Μπελαφούσκ», στην Αμαξοστοιχία – Θέατρο «Το Τρένο στο Ρουφ», σε σκηνοθεσία Τατιάνας Λύγαρη. Στη συζήτηση συμμετέχουν η σκηνοθέτις και ο ηθοποιός Μανώλης Σορμαΐνης. Στην εκπομπή συμμετέχει και ο Ευγένιος Τριβιζάς (συνέντευξη στον Θ. Κ.).

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.

Join 26 other followers