Σακης Σερεφας, Θα σε πάρει ο δρόμος, σκην.: Ερση Βασιλικιώτη

  • Σκηνικά θολωμένες «φέτες ζωής»
  • Ποίηση και τραγικότητα ενός παράλογου, ακραίου, οδυνηρού κόσμου που ζει και αντέχει
  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 27/06/2010
  • Σακης Σερεφας, Θα σε πάρει ο δρόμος, σκην.: Ερση Βασιλικιώτη. Θέατρο: Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» (στο Θ. Τέχνης)

Γνώρισα τον παραγωγικότατο Σάκη Σερέφα (γεν. Θεσσαλονίκη 1960) ως ποιητή και τέτοιος παραμένει στη συνείδησή μου. Μου έστελνε –κι εγώ επίσης– τις συλλογές του και του απαντούσα εξαρχής, σχεδόν με ενθουσιασμό: πρωτότυπος, ευφάνταστος, κρυμμένα λυρικός, σκληρός και τρυφερός συνάμα, με μια γλώσσα παραλογική, τερπνή, ιδιάζουσα κι ένα ύφος πολύ σύγχρονο αλλά διόλου μεταμοντέρνο. Σιγά σιγά διέκρινα (ώσπου το δήλωσε και ο ίδιος) ότι αποφάσισε να μεταφέρει όλη την ποιητική του ύλη στο θέατρο. Και φάνηκε πράγματι, ιδίως με το έργο του «Λιωμένο βούτυρο», ότι η διαπεραίωση των προτερημάτων του έγινε με επιτυχημένο τρόπο, προλαμβάνοντας σε αρκετό βαθμό και τα δομικά κωλύματα που προκύπτουν από τη θεατρική εφαρμογή.

Πριν δω επί σκηνής τους μονολόγους του στο «Θα σε πάρει ο δρόμος» (2009), πρόλαβα και τους διάβασα σε βιβλίο. Οχι όλοι, αλλ’ οι περισσότεροι απ’ αυτούς είχαν τη λάμψη της καθημερινής παρατήρησης, το πικρό χιούμορ της παράλογης ζωής μας, την ακραία μοναξιά της ανθρώπινης ψυχής (που επαιτεί μέχρι και την… αφόδευση ενός ξένου για να μη νιώθει μόνη), την ηθελημένη «απωθητικότητα» του αιμοσταγούς νατουραλισμού, την ένταση του μύχιου ανθρώπινου πόνου της πόρνης ή του ανορεξικού μοντέλου ή του «έκπτωτου» σεφ που τώρα πια ταΐζει περιστέρια.

Ο Σερέφας γράφει «φέτες ζωής» με βατήρα συνήθως το απροσδόκητο, και με μέσα αφενός το αναγνωρίσιμο ενσταντανέ που συχνότατα το ανατρέπει και αφετέρου τη συμβολιστική της γαστριμαργίας και των φυσικών αναγκών (η γαστριμαργία είναι γνώριμο μοτίβο του σε όλες τις παλιότερες –και ποιητικές, όπως στο «Πρώτα πέθανε η κότα»– εργασίες). Είναι εραστής μιας οδυνηρής ή και υπερρεαλιστικής ροής των πραγμάτων, ροής στην οποία ακονίζονται οι άνθρωποί του, ματώνουν μα συνεχίζουν. Αυτή λοιπόν η ποίηση και η τραγικότητά τους.

Είναι κρίμα που αυτό το «κολάζ ροής» η Ερση Βασιλικιώτη το έδωσε ως, επιτρέψτε μου, «video road-movie». Αν δεν είχε συνεργασθεί με τη Λίλα Σωτηρίου στο βίντεο, πιστεύω πως θα αναγνώριζε κι εκείνη κι εμείς τα τώρα σκοτεινιασμένα, θολωμένα, ζαλιστικά κείμενα. Σύγχυση εικόνων, προσώπων, αισθητικών, φλυαρία μέσων. Απόδειξη το ότι όσα κομμάτια –ιδίως αυτά της εξαιρετικής Εφης Σταμούλη– παίχτηκαν με τρόπο ευθύ και καθαρό, άρεσαν και συγκίνησαν. Στα σωστά κοστούμια η Μ. Καραδελόγλου, στην ανάλογη μουσική ο Κ. Βόμβολος και ακούσιοι αλλ’ ευάγωγοι υπηρέτες στη στρεβλή οπτική οι ηθοποιοί (Κυρ. Δανιηλίδης, Ελ. Δημοπούλου, Ν. Λύτρας, Στ. Μαυρόπουλος, Μ. Μεβουλιώτης, Μ. Σπηλιοπούλου, Ε. Σταμούλη).

Η πολύτιμη Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης», μια από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη, παρηγοριά του θεατρικού Βορρά, ήρθε και μας χαροποίησε, συνάμα όμως παγιδευμένη σ’ ένα επιζήμιο για όλους σχέδιο παράστασης.

Η κρυφή θεατρικότητα των περαστικών

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

Ηταν ασφαλώς το έργο του Σερέφα η αφορμή για τη νέα επίσκεψή μου στη Θεσσαλονίκη. Στο βάθος, όμως, ένιωθα την ανάγκη να συμμετάσχω από τη μεριά μου στον εορτασμό για τα τριάντα χρόνια της «Πειραματικής Σκηνής», να τονίσω την προσφορά της στην κατοχύρωση ενός αστικού χώρου καλλιτεχνικής έκφρασης που καλύπτει όλη σχεδόν τη μεταπολιτευτική περίοδο της συμπρωτεύουσας.

Γοητευόμαστε από την ήρεμη προσφορά της «Σκηνής» και ομολογώ ότι ζηλεύουμε τη θέση της στην πόλη. Γιατί στην Αθήνα, με τις τριακόσιες και βάλε σκηνές, είναι ζήτημα αν υπάρχει «Πειραματική Σκηνή της Τέχνης». Μας λείπει στον συφερτό της αθηναϊκής υπερπροσφοράς η αυστηρή αθωότητα απέναντι στην τέχνη και επιστήμη, που ακτινοβολεί το θεσσαλονικιώτικο θέατρο τέχνης. Η «Πειραματική Σκηνή της Τέχνης» έχει επιβάλει μια προσωπικότητα και ένα ήθος στα καλλιτεχνικά πράγματα της Θεσσαλονίκης που την καθιστούν συμπληρωματικό πόλο στο Κρατικό Θέατρο της πόλης, βασικό παράγοντα του ελληνικού θεάτρου εν γένει.

Επιλέγει φέτος, παρά τα εμπόδια που θέτει η κρίση, να υπενθυμίσει την πορεία της με ένα πλούσιο σε Ελληνες και ξένους συγγραφείς πρόγραμμα. Ανάμεσά τους και ένα από τα παιδιά της «Τέχνης», ο Σάκης Σερέφας -ο οποίος μετά την επιτυχία του «Λιωμένου Βούτυρου» είναι πια γνωστός και στην Αθήνα- με ένα νέο έργο, το «Θα σε πάρει ο δρόμος».

Οπως συνήθως, η νέα παράσταση του Θεσσαλονικιού συγγραφέα εντάσσεται στο μεταδραματικό θέατρο. Ο Σερέφας επιχειρεί τη σήμανση της κρυφής θεατρικότητας των προσώπων της πόλης του -της κάθε πόλης-, την υπενθύμιση της δραματικής τους αναγκαιότητας και του διαλόγου που αναπτύσσεται ανάμεσα στη μορφή του κάθε διαβάτη, κατοίκου ή ταξιδιώτη και το αστικό τοπίο που τον καθορίζει. Σχηματίζεται έτσι μια άλλη πόλη, με τη φύση που της χαρίζει ο Καλβίνο, οικεία και παραμυθική, γεμάτη θαύματα, μαγνητισμό και ψυχική ενέργεια.

Ο Σερέφας προσπαθεί να συγκρατήσει το υλικό της αφθαρσίας πίσω από τον μανδύα του αγοραίου και φευγαλέου. Τα πρόσωπά του έχουν κάτι το κοντινό και μακρινό, τα αναγνωρίζουμε χωρίς να τα γνωρίζουμε. Είναι οι περαστικοί με τους οποίους συναντήθηκε κάποτε το βλέμμα μας και όμως τους αρνήθηκε τον στοχασμό και τη συμπάθεια.

  • Υπερβολική συστολή απέναντι στο κείμενο

Το βιβλίο του Σερέφα μεταφέρεται στη σκηνή της «Τέχνης» σαν σπονδυλωτή -επιθεωρησιακής δομής- πρόσκληση ιστοριών και προσώπων που διαβαίνουν βιαστικά και ανυποψίαστα, πριν τα πάρει ο δρόμος. Η παράσταση έχει σκηνοθετηθεί από την Ερση Βασιλικιώτη με αγάπη και φροντίδα. Ακολουθώντας τη γερμανική σχολή της δημιουργικής χρήσης του βίντεο (της Λίλας Σωτηρίου) ως μέσου σκηνικής αποκάλυψης και ενδοσκόπησης, η σκηνοθέτιδα εντάσσει τις μορφές του Σερέφα στο πεδίο της εικόνας και του ονείρου. Ενιωσα ωστόσο ότι υπάρχει στη διδασκαλία της υπερβολική συστολή απέναντι στο κείμενο. Χρειάζεται κι άλλη δουλειά, ώστε ο κόσμος του Σερέφα να γίνει η βάση μιας πιο περίπλοκης, περισσότερο ενεργής «μεταδραματικής» πρότασης.

Ενα άλλο πρόβλημα της παράστασης υπήρξαν οι ερμηνείες. Η υποκριτική της ανοικτής σκηνής θέλει προγύμναση, έλεγχο των μέσων, εξάσκηση. Αρκεί να δει κανείς την Εφη Σταμούλη και την αύρα της μορφής της για να διδαχθεί τον τρόπο με τον οποίο η εσωτερικότητα γίνεται το εργαλείο ανάδυσης αισθημάτων. Οι περισσότεροι, αντίθετα, από τους ηθοποιούς (Κυριάκος Δανιηλίδης, Ελένη Δημοπούλου, Νίκος Λύτρας, Στάθης Μαυρόπουλος, Μάριος Μεβουλιώτης και Μαριέττα Σπηλιοπούλου) κατέφυγαν στη λύση της λαϊκής φιγούρας για την κατάδειξη του αγοραίου χαρακτήρα των προσώπων τους. Τα πρόσωπα του Σερέφα ανήκουν, όμως, στη μαγική πλευρά της πόλης. Ο ρεαλισμός είναι το ρούχο που εναποθέτουν στη σκηνή για να αποδοθούν γυμνά και ευάλωτα στον θεατή τους.