Θέατρο «Νο» και δύο πειραματικές παραστάσεις

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 18/07/2010
  • ΘΕΑΤΡΟ «ΝΟ» ΣΑΝΜΠΑΣΟ

Για την αρχαιοελληνική τραγωδία ο Οιδίπους, ο Ορέστης, η Αντιγόνη, ο Κρέων κ.ά. είναι κάτι περισσότερο από άτομα με ψυχολογική σκευή και χαρακτήρα: προσιδιάζουν μάλλον σε αρχέτυπα συμπεριφοράς και «τόπους» ψυχής, αποτελούν φορείς μιας μυθικής δράσης φερμένης στα άκρα για να παραδειγματίσει την πόλιν θετικά και αρνητικά. Αντίστοιχα οι ήρωες του γιαπωνέζικου θεάτρου «Νο», όπως ο ήρωας πολεμιστής Σανεμόρι, η πριγκίπισσα – τέρας Γιουγκάο, ο τυφλός πρίγκηπας Σεμιμάρου και η τρελή αδελφή του Σακαγκάρι κ.ά. είναι γνώριμες μορφές του οικείου τους μύθου, που «κατεβαίνουν» στο θέατρο για να συναντήσουν ένα κοινό, το οποίο πηγαίνει να τους δει, όχι για να πληροφορηθεί νέες τους περιπέτειες, αλλά για να ξαναζήσει τα πάθη τους ανακυκλώνοντας τον χρόνο και αναβαπτιζόμενο κάθε φορά στο νόημα της ιστορίας τους. Ένα τέτοιο θέατρο είναι εξ ορισμού λαϊκό, όχι επειδή απευθύνεται σε ένα κοινό «απλοϊκό», αλλά διότι εκφράζει, μέσα από το γενικό του μύθου, με τη μουσική, με τον χορό, με την παντομίμα, το ατομικό και συγκεκριμένο της ζωής. Απευθυνόμενο στο σύνολο των μελών μιας κοινωνίας, ανεξάρτητα από τη μόρφωση, την οικονομική κατάσταση, την κοινωνική τους βαθμίδα. Όπως η τραγωδία.

Οι παραστάσεις αποτελούνται από τρία μέχρι πέντε σύντομα έργα. Ενώ στα ενδιάμεσα παίζονται κωμικά ιντερμέδια που ονομάζονται «Κύο Γκεν». Η δράση του «Νο» είναι στοιχειώδης. Ένα φάντασμα έρχεται συνήθως στη σκηνή για να μας αποκαλύψει τα μυστικά του βίου και του θανάτου του, ενώ το τέλος είναι πάντα συμφιλιωτικό, καθώς ανοίγεται μια διαρκής γέφυρα κατανόησης ανάμεσα σε αυτόν και στον άλλον κόσμο.

Στο «Ηρώδειο» παρακολουθήσαμε, στο πλαίσιο του φεστιβάλ, μια εξαίρετη αισθητικά παράσταση, αποτελούμενη από ένα «Κύο Γκεν» (Σναμπασό) και ένα κλασικό «Νο» (Ντάι Χάνγια ή Η Σούτρα της Μεγάλης Σοφίας), σε σκηνοθεσία του Ροκούρο Γκένσο Ουμενουάκα. Στο πρώτο ένας έξοχος παραδοσιακός ιερέας – Σανμπασό (Νορισίγιε Γιαμαμότο) «κεντούσε» κυριολεκτικά στη σκηνή σκορπίζοντας αύρα, ενώ στο δεύτερο διδαχθήκαμε μια μυητική μέθεξη, από την πολλαπλότητα των μορφών στο εν, με αποκορύφωμα την αποκάλυψη ενός «μυστικού δρόμου» υπέρβασης των αντιφάσεων του ανθρωπίνου προσώπου, που μπορεί να συναντήσει το «άλλο» του χωρίς να χάσει τη μοναδικότητά του.

***

Στο πλαίσιο πάντα του φεστιβάλ παρακολουθήσαμε με την ομάδα «Φιλιατρό» στην «Πειραιώς 260» το κεντρικό επεισόδιο του αισχυλικού «Αγαμέμνονα», τη σκηνή της Κασσάνδρας. Μετάφραση Ανθής Λεούση και Νίκου Παναγιωτόπουλου, σκηνοθεσία του Βίκου Ναχμία, ερμηνείες της Όλιας Λαζαρίδου (Κασσάνδρα) και του Βασίλη Καράμπουλα (Κορυφαίος).

Εκτιμώ ιδιαίτερα όλους τους συντελεστές της παράστασης αυτής, που είχε ως σκοπό, σύμφωνα με τη δήλωση του σκηνοθέτη, «να αναδείξει ένα καινούργιο τρόπο προσέγγισης ερμηνείας της αρχαιοελληνικής τραγωδίας». Από την άλλη όμως μεριά, πιστεύω ότι ειδικά το αισχυλικό αυτό απόσπασμα, το επεισόδιο της Κασσάνδρας, δεν μπορεί να αποκοπεί από τον κορμό της υπόλοιπης τραγωδίας χωρίς να τραυματιστεί θανάσιμα. Επειδή δεν πρόκειται για μια τυχαία βαλμένη σκηνή, αλλά για ένα κομβικό σημείο της τραγωδίας, που συνδέεται άμεσα με τα προηγούμενα και με τα επόμενα. Είναι το σημείο ακριβώς όπου η Κλυταιμνήστρα, με τον αναίτιο, αδικαιολόγητο φόνο της Κασσάνδρας αρχίζει να χάνει το δίκιο που είχε ως τότε με το μέρος της. Όταν χύνει αίμα που δεν εξαγοράζει τίποτε και που, αντίθετα, ζητεί πιεστικά την εξαγορά του. Πρόκειται για ένα λάθος τελετουργικό της παντοδύναμης βασίλισσας του Άργους, που επιτρέπει στην Κασσάνδρα να δώσει μια άλλη σημασία στον θάνατό της: τυλίγοντας κυριολεκτικά με το ιερό της πέπλο τον δεμένο μαζί της με όρκο Απόλλωνα, τον αναγκάζει έτσι να «κατέβει» στη γη και να εμπλακεί στον θανάσιμο αγώνα Θεών – ανθρώπων. Αλλάζοντας για πρώτη φορά τον συσχετισμό των δυνάμεων, καθώς η δαιμόνια Κλυταιμνήστρα επιπόλαια παρασύρεται να «πάρει» ένα «πιόνι θυσίας» (την Κασσάνδρα) που έσπρωξε μπροστά της ένας αόρατος αντίπαλος, στην πελώρια «παρτίδα σκακιού» όπου εκείνη, παίζοντας με τα μαύρα, διατηρούσε μέχρι αυτή τη στιγμή τον έλεγχο.

Χρειάζεται άρα να βρεθεί ένας τρόπος ώστε να δειχθεί στη σκηνή αυτή η τρομακτική σχέση των ερωτικά αντιπάλων σωμάτων, της ιέρειας με τον Θεό της, μέσα από το ιερό πέπλο που τους χωρίζει αλλά και που τους ενώνει, ώστε να απογειωθεί κάθετα η σκηνή, «οδηγώντας» το έργο. Ο πέπλος είναι εδώ ένα σκηνικό αντικείμενο – πιλότος που κατευθύνει την ενέργεια. Αλλιώς η σκηνή, απομονωμένη και παιγμένη αυτόνομα, παραμένει ακατανόητη, σαν ένα ηθελημένα σκοτεινό «σκέρτσο» του ποιητή της.

Στο «Επί Κολωνώ», μια άκρως ενδιαφέρουσα δουλειά («30 χρόνια ύπνος») του πολύ καλού ηθοποιού Δημήτρη Παπαναστασίου (Γαλανού), σε κείμενο δικό του, που επιχειρεί και πετυχαίνει να μπολιάσει την πολιτική με ψυχολογία, την ψυχολογία με πολιτική και αμφότερες με τη φαντασία που τους λείπει απελπιστικά, ερμηνεύοντας έτσι καίρια και βιωματικά όσα συνέβησαν στον τόπο μας τα τελευταία 35 χρόνια! Μακάρι να έβλεπαν αυτή τη δουλειά οι πολιτικοί, αλλά και οι ψυχίατροι! Με τον ίδιο, με τον θαυμάσιο Γιώργο Κορμανό και με την ταλαντούχο μουσικό Ιωάννα Παρασκελίδη, που τραγουδάει και παίζει ωραία τα λυρικά της κομμάτια.

Advertisements