Τζον Μίλινγκτον Σινγκ «Ένας ήρωας, το καμάρι της Δύσης» στο «Μεταξουργείο»

Συγγενής ανθρωπολογία

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2009

Ο Νίκος Καρδώνης  και η Μαρία Ναυπλιώτου σε σκηνή από την  παράσταση «Ένας ήρωας, το καμάρι της  Δύσης»

Το ιρλανδικό θέατρο, όχι όσο θα έπρεπε γνωστό στην Ελλάδα, παρ΄ όλο που υπάρχει μια δυσερμήνευτη, συγγένεια με τα ελληνικά ήθη, είναι σπάνια παιζόμενο. Είναι δυσερμήνευτη η συγγένεια, γιατί εκτός από το γεωγραφικό κενό που μεσολαβεί ανάμεσα στις δύο χώρες, υπάρχει και η βασική διαφορά του θρησκευτικού υπεδάφους, η τελείως διαφορετική ηθική ματιά ανάμεσα στον καθολικισμό και την ορθοδοξία. Για λαούς μάλιστα που χρόνια συνδύασαν τη σκλαβιά τους με τη θρησκευτική λαϊκή ευσέβεια, το θρησκευτικό ήθος καθορίζει την όλη ποιότητα και το ύφος ακόμη του βίου.

Κι όμως η λατρεία προς τον παγανισμό που εντάσσεται και στους δύο λαούς μέσα στο χριστιανικό αλλότριο καθαυτό ήθος, η λατρεία προς την υπαίθρια ζωή, παρ΄ όλες τις κλιματικές διαφορές, η λατρεία προς το γλέντι και τους ομαδικούς χορούς, η λαϊκή θυμοσοφία αλλά και η απόλαυση και, θα έλεγα, η γεύση της γλώσσας και της αφήγησης, ακόμη και η σύμφυτη με την καθημερινή χρήση της γλώσσας ελευθεροστομία, κάνουν τους Έλληνες και τους Ιρλανδούς ξαδέρφια. Σημειώνω επίσης το μυστήριο να συναντώνται και στις ρίζες της μουσικής δομής, αφού η λαϊκή ιρλανδέζικη μουσική μαζί με την ηπειρώτικη και την κινέζικη (!) είναι πεντάτονες!

Γι΄ αυτό δεν μπορεί να εξηγήσει κανείς τη σπάνια παραστασιοπαρουσία του ιρλανδέζικου θεάτρου στην Ελλάδα. Από την άλλη κάθε φορά που ανέβηκε αυθεντικό ιρλανδέζικο θεματικά θέατρο (δεν αναφέρω τον Μπέρναρ Σο, τον Όσκαρ Ουάιλντ, τον Μπέκετ, που αποστασιοποιήθηκαν από τις ιρλανδικές ρίζες) είχε πάντα επιτυχία και ένιωθες πως αυτό που συνέβαινε στη σκηνή, ενώ είχε κάτι πράγματι αυθεντικό δικό του, σε αφορούσε σαν να ήταν και δικό σου.

Ένα άλλο υπόγειο ρεύμα που μας συνδέει με τον ιρλανδικό πολιτισμό, πράγμα που συμβαίνει και με τον ισπανικό και τον ιταλικό, είναι ο τρόπος που μαζί και συγχρόνως ανακαλύψαμε και αξιοποιήσαμε τα λαϊκά μας δρώμενα και τη λαϊκή μουσική, αφηγηματική και ορχηστρική τέχνη. Αυτό που στους άλλους ευρωπαϊκούς λαούς παρέμεινε στο πεδίο της έρευνας και της επιστήμης, στις μεσογειακές χώρες και στον ψυχρό ιρλανδικό Βορρά έγινε πηγή έμπνευσης μουσουργών, ποιητών, θεατρικών συγγραφέων κ.λπ. Ό,τι έκανε σε μας εδώ το κίνημα του λαογραφισμού με ηγέτη και εμπνευστή του τον Νικόλαο Πολίτη, στην Ισπανία κινητοποίησε τον φιλόσοφο Ουναμούνο, τον συνθέτη Ντε Φάλια, τον Λόρκα, στην Ιταλία τον Ντ΄ Ανούντσιο και τον Βάργκα και στην Ιρλανδία την ομάδα γύρω από τον μεγάλο ποιητή Γέιτς, τη Λαίδη Γκρέγκορι, τον Σινγκ, τον Ο΄ Κέιζι, τον Ντίλαν Τόμας (παράπλευρα). Με σημερινούς απόηχους τον Χιου Λέοναρντ («Ντα») τον Μέρφι και τον σπουδαίο Φρίελ («Ξεριζωμός» και τόσα άλλα στην Ελλάδα δημοφιλή).

Πέρα από μια λογοτεχνική μόδα για την οποία θα μπορούσε να συζητήσει κανείς, αφού σε ανάλογο κλίμα κινούνται και σύγχρονα έργα του Γκόρκι, του Τολστόι, αλλά ακόμα και η «Δεσποινίς Τζούλια» του Στρίντμπεργκ, η εποχή τέλη του 19ου και αρχές έως και τα μέσα του 20ού αιώνα σημαδεύεται από τη διερεύνηση αυτού που ονομάστηκε στον τόπο μας (και τόσο εύκολα παρεξηγήθηκε) Ηθογραφία.

Δυστυχώς, ακόμη και σήμερα σοβαροί άνθρωποι συνεχίζουν να ταυτίζουν την Ηθογραφία με τη γραφικότητα.

Από την άλλη, λόγω μιας μοντερνιστικής αφαίρεσης, ενοχλούνται όταν η θεατρική σκηνή αναπαριστά με πιστότητα τελετουργίες, χειρονομίες, γλεντοκόπια και τραγούδια της παρέας των λαών. Και είναι περίεργο να είναι οι ίδιοι, ιδεολογικά, άνθρωποι που αφιερώνουν ώρες και ύμνους, δικαίως, στη νέγρικη θρησκευτική μουσική ή στην αμερικάνικη κάντρι, αλλά ανατριχιάζουν όταν βλέπουν καλαματιανό, κλαρίνο, ιρλανδέζικη άρπα ή σκωτσέζικη γκάιντα. Αφού, σκεφτείτε, «ανακάλυψαν» στον Μπρέγκοβιτς την ορχήστρα των χάλκινων, ενώ τα χάλκινα της Φλώρινας π.χ. δεν εύρισκαν τόσα χρόνια δίοδο στ΄ αυτιά τους.

Αν επιμένω σε αυτονόητα, είναι για να θαυμάσω άλλη μια φορά την τόλμη του Στάθη Λιβαθινού να επαναφέρει στην τροχιά της σοβαρής συζήτησης το θέμα της θεατρικής Ηθογραφίας (που είναι σαφής ανάλυση ψυχικού τοπίου συναρτήσει του φυσικού τοπίου) ανεβάζοντας ένα έξοχο δείγμα της ιρλανδικής δραματουργίας.

Στο θέατρο «Μεταξουργείο» που, προς μέγιστο έπαινό της, παραχώρησε η Άννα Βαγενά στην ομάδα που εκπαίδευσε στην Πειραματική του Εθνικού Θεάτρου ο Λιβαθινός, παίζεται ως μάθημα και πρόταση αισθητική το έργο του Τζον Μίλινγκτον Σινγκ «Ένας ήρωας, το καμάρι της Δύσης». Το έργο είχε εγκαινιάσει το 1971 την ίδρυση της «Νέας Σκηνής» του Εθνικού με σκηνοθέτη τον Μουζενίδη με τον τίτλο το «Λεβεντόπαιδο» (λάθος επιλογή, τουλάχιστον γλωσσικά, τίτλου, αφού ο ήρωας στη Δύση δεν μπορεί να είναι Λεβεντόπαιδο, δηλαδή παιδί του Λεβάντε, της Ανατολής). Βέβαια ο αυθεντικός τίτλος Ρlayboy σήμερα στην Ελλάδα είναι παρεξηγήσιμος, αν και νομίζω πως στα ακριτικά έπη υπάρχει η λέξη «παιχνιδιάτορας», με την έννοια τουλάχιστον εκείνου που παίζει με τον έρωτα!

ΙΝFΟ: «Ένας ήρωας, το καμάρι της Δύσης» στο Θέατρο Μεταξουργείο (Ακαδήμου 14, τηλ. 210-5234.382).

  • Γλεντοκόπα παράσταση

Ο Λιβαθινός, έχοντας στη διάθεσή του μια χειμαρρώδη μετάφραση των Γιώργου Δεπάστα, Ζένιας Κριτσέφσκαγια, ένα έξοχο περιβάλλον (που θυμίζει στάβλο, αλκοόλ και βαρβατίλα) της Μανωλοπούλου, την προσεγμένη κινησιολογία του Μίχου, τους λεπτούς, αλλά όχι αισθητικούς φωτισμούς του Αναστασίου, έστησε μια παράσταση φωνακλάδικα λαϊκή, γλεντοκόπα, παραμυθάδικη, θυμόσοφη και βωμολόχα παγανιστική με κέντρο τον φαντασιοκόπο, ψευταρά, δειλό, αλλά και συνάμα καταπιεσμένο αντι-ήρωα, ερωτόληπτο Κρίστι. Υπάρχουν σκηνές όπου ο κεντρικός χαρακτήρας συμπεριφέρεται, ψευδολογεί, καυχιέται κ.λπ. όπως ο δικός μας «Χάσης» του Γουζέλη (1795).

  • Ευφορία και ξέφρενος ρυθμός

Ο Λιβαθινός χωρίς άμεσες αναφορές, περιττές άλλωστε, καθοδήγησε στη σκηνή την ομάδα του να μιμηθεί ένα τυποποιημένο λαϊκό μπουλούκι ή τον θίασο σκιών. Διακρίνει κανείς Μπαρμπαγιώργους, Σταύρακες, Σιορ Διονύσιους, Χατζηαβάτες κι έναν αρχιψεύταρο Καραγκιόζη, που παίζει τα πάντα για την επιβίωση. Και οι ηθοποιοί του θιάσου φαίνεται να το γλεντάνε, γιατί τόση ευφορία, τόσος ξέφρενος ρυθμός, τόσος υποκριτικός οίστρος σπάνια μας συμβαίνει στο θέατρο. Γιατί σ΄ αυτή την παράσταση δεν υπάρχουν υστερήσεις, όπως δεν υπάρχει και θεατρινίστικη υστερία, προβολή τού εγώ και ναρκισσισμοί.

Ο Νίκος Καρδώνης (Κρίστι) και μόνο για το πανικόβλητο βλέμμα του που απευθύνεται σαν περισκόπιο στην ομήγυρη των θεατών, ζητώντας τη συνδρομή τους για να επιβιώσει κάτι χουφτιάζοντας, αρκούσε για να μιλήσει κανείς για υποκριτικό διαμαντάκι. Η Άννα Κουτσαφτίκη είναι υπέροχη. Ο συνδυασμός της λαϊκής απλότητας με την κρυμμένη θηλυκή ερωτική βουλιμία είναι έξοχα σχεδιασμένα. Η Μαρία Ναυπλιώτη κατόρθωσε να εντάξει τη σκηνική της καλλονή στην πορνική αλιευτική τέχνη τής πανούργας χήρας με τρόπο απολαυστικό. Ο Δημήτρης Παπανικολάου (Πατέρας) σχολιάζει τις υπόγειες αναφορές που υπαινίχτηκα με γελοιογραφικό οίστρο. Ο Άρης Τρουπάκης (Μάικλ Τζέιμς), αιώνιος μεθυσμένος Ιρλανδός, σχεδίασε έναν αφελή καπιτάνο. Ο Στέλιος Ιακωβίδης, καραγκιοζίστικος Ομορφονιός. Το δίδυμο Δάμπασης, Κουκαλάνι (μού θύμισαν το λαϊκό δίδυμο στους «Κλέφτες» του Βασιλικού στο ομώνυμο έργο του Αντωνίου Μάτεσι) χαριτωμένα ιντερμέτζα και το τρίο Σαββίδου, Σίμου, Τσινάρη, απολαυστικότατος «χορός».

Η παράσταση διαθέτει και ζωντανή μουσική από τον συνθέτη Κώστα Μαγγίνα που βρήκε αυθεντικούς τόνους ιρλανδικού οίστρου να τραγουδήσει και να συνοδεύσει.

Advertisements

Σαν το παλιό, καλό «κρασί»

ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
«Ενας ήρωας, το καμάρι της δύσης»
  • «Ενας ήρωας, το καμάρι της δύσης», στο «Μεταξουργείο»

Αιώνες βασανισμένος από την αγγλοκρατία ο ιρλανδικός λαός γέννησε ουκ ολίγους μεγάλους ποιητές, πεζογράφους, δραματουργούς, που με το έργο τους, άλλοι υπερασπίστηκαν τους αγώνες κι άλλοι τις λαϊκές παραδόσεις και την πολιτιστική «ταυτότητα» του λαού τους. Μεταξύ των πρωτεργατών – διαμορφωτών της εθνικής «ταυτότητας» του ιρλανδικού θεάτρου ήταν και ο (πεθαμένος στα 38 του χρόνια) ποιητής και πεζογράφος Τζον Μίλινγκτον Σινγκ (1871-1909), ο οποίος, παρακινημένος από τον φίλο του και κορυφαίο Ιρλανδό ποιητή Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, ασχολήθηκε με τη δραματουργία. Το ελληνικό κοινό από πολλά χρόνια πριν γνώρισε τον Σινγκ από τα έργα του «Καβαλάρηδες της θάλασσας» και «Η Ντίαρντρη των θλίψεων» και το έργο του «Λεβεντόπαιδο απ’ τη δύση» (1906, η παρουσίασή του το 1907, στο Δουβλίνο, και το 1911 στις ΗΠΑ, ενόχλησε τους στενόμυαλους υπερεθνικιστές Ιρλανδούς). Αυτό το έργο με τίτλο «Ενας ήρωας, το καμάρι της δύσης», επανέφερε στο φως της σκηνής, στο «Μεταξουργείο», ο σκηνοθέτης που συνηθίζει να ανεβάζει έργα παλιών σπουδαίων δραματουργών Στάθης Λιβαθινός, σε μια ελκυστική, χυμώδη θεατρικά παράσταση, από τις καλύτερες, μέχρι τώρα, του θεατρικού χειμώνα. Στο έργο προβάλλει η αγάπη του Σινγκ για την πάτρια γη και τις παραδόσεις της, η εκτίμησή του για το μόχθο του λαού του, η ικανότητά του να ηθογραφεί και ψυχογραφεί χαρακτηριστικούς λαϊκούς τύπους, αλλά και η τόλμη του να σατιρίσει στραβά κι ανάποδα, στενομυαλιές, κουταμάρες, συνήθειες (όπως το πιοτό) του λαού του. Κεντρικό πρόσωπο του έργου είναι ένας ορφανεμένος από μάνα, καλοκάγαθος, μισοχαζούλης νεαρός αγρότης, που «σκότωσε» τον μέθυσο πατέρα του επειδή τον ξυλοφόρτωνε για να δουλεύει ασταμάτητα. Ο «πατροκτόνος» το σκάει από το σπίτι, κρύβεται μέρες και πεινασμένος καταλήγει στο καπηλειό του χωριού. Ζητώντας εκεί καταφύγιο, ομολογεί πως σκότωσε τον αυταρχικό πατέρα του. Η κόρη του κάπελα, που ο πατέρας της την παντρολογεί με έναν δειλό και ασχημούλη, θεωρώντας «ήρωα» τον «φονιά», ερωτοχτυπιέται μαζί του, όπως κι εκείνος. Ενώ οι δειλοί και οι πιωμένοι τον τρέμουν, μέχρι να εμφανιστεί ο «νεκραναστημένος» πατέρας, οπότε όλοι, και η αγαπημένη του, στρέφονται εναντίον του, αλλά και η πλοκή στρέφεται σε κωμωδιογραφικό αίσιο τέλος. Με τη χυμώδη γλωσσικά μετάφραση (Γιώργος Δεπάστας – Ζένια Κριτσέφσκαγια), το ευρηματικά λιτό σκηνικό και τα όμορφα (από γεώδη χρωματικά λινάτσα) κοστούμια (Ελένη Μανωλοπούλου), τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Αλέκος Αναστασίου), την ψυχοσωματοποιημένη κινησιολογία και χορογραφία (Κωνσταντίνος Μίχος), τη ζωντανά εκτελεσμένη μουσική (Κώστας Μαγγίνας), τις ενιαίου υποκριτικού ήθους ερμηνείες όλων των ηθοποιών- παλιών συνεργατών του Στ. Λιβαθινού (από την Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου), υπό τη λεπτομερειακά δουλεμένη, γοργόρυθμη, με αίσθηση του χιούμορ, σκηνοθετική καθοδήγηση, αναδύεται το ύφος ενός έργου που θυμίζει την τσεχοφική δραματουργία, αλλά και το ήθος και η ψυχή ενός λαού που θυμίζει πολύ το δικό μας λαό. Επαινο αξίζουν όλοι οι ηθοποιοί για την ομόψυχη ερμηνευτική τους κατάθεση, από την οποία ιδιαιτέρως ξεχωρίζουν οι ερμηνείες των Νίκου Καρδώνη, Αννας Κουτσαφτίκη (στους πρωταγωνιστικούς ρόλους των δύο ερωτευμένων νέων) και της Μαρίας Ναυπλιώτου. Μια παρατήρηση, που λίγο – πολύ αφορά όλες τις ερμηνείες, παρατήρηση που, ίσως, πρέπει να απασχολήσει τους αναμφίβολα ταλαντούχους ηθοποιούς, αλλά πρωτίστως τον σκηνοθέτη, καθώς εκείνος, από χρόνια, έγινε ο «μέντορας» και διαμορφωτής της υποκριτικής τους. Μιας – υπεράνω του μέτρου – καθ’ υπερβολήν εκφραστικής υποκριτικής, ενός περιγραφικού υπερπαιξίματος, που χρόνο το χρόνο, παράσταση την παράσταση, δείχνει να τείνει προς τη σχηματοποίηση, την επιτηδευμένη, την επιδεικτική πόζα.

«Χιούι»
  • «Χιούι» από τις «Οψεις»

Το άγνωστο μονόπρακτο του Ευγένιου Ο’ Νιλ «Χιούι» ανέβασαν (στο «Bios») οι «Οψεις» της Ασπας Τομπούλη, σε δική της μετάφραση και σκηνοθεσία. Το «Χιούι» (1941) είναι το μόνο σωζόμενο από μια σειρά 7-8 μονοπράκτων που έγραψε ο κορυφαίος Αμερικανός δραματουργός, με ενιαίο τίτλο «Αντί νεκρολογίας». Κάθε μονόπρακτο τιτλοφορούνταν με το όνομα ή το παρατσούκλι ενός νεκρού και είχε μόνο δύο πρόσωπα (το βασικό μιλά για κάποιον νεκρό, το άλλο απαντά, σιωπά, κυρίως σιωπά). Ο Ο’ Νιλ, επηρεασμένος ίσως από το αμερικανικό αστυνομικο-κοινωνικό φιλμ νουάρ, με το «Χιούι» συνθέτει ένα ποιητικά νατουραλιστικό (ο πρωταγωνιστής μιλά την αργκό της δεκαετίας του 1930) θεατρικό «νουάρ», προβλέποντας και σκηνική χρήση ειδικών ήχων και φιλμικών εικόνων. Ο μύθος τοποθετείται στη Ν. Υόρκη, το 1928. Η οικονομική κρίση στη «μητρόπολη» του καπιταλισμού φουντώνει, όπως και οι συνέπειές της: Ανασφάλεια, ανεργία, παρασιτικότητα, βία, εγκληματικότητα. Νύχτα. Οι θόρυβοι της νύχτας ακούγονται πιο ανησυχαστικοί. Εξάπτουν τη φαντασία. Ενσπείρουν φόβο. Στη ρεσεψιόν ενός φτηνού ξενοδοχείου ένας φουκαράς, τίμιος οικογενειάρχης, που – μετά το θάνατο του προηγούμενου νυχτερινού υπαλλήλου, που λεγόταν Χιούι – από ανάγκη δέχτηκε τη νυχτερινή βάρδια, με τους ανησυχαστικούς θορύβους «προσμετρά» τους κινδύνους, τη μοναξιά και αγρύπνια του για ένα ψωρομεροκάματο. Η πόλη βρίθει από λογής λογής μοναχικούς, έρημους ανθρώπους. Μοναχικός, ουσιαστικά έρημος και φοβισμένος είναι και ο πελάτης που εμφανίζεται. Ο Ερι, παλιός, περιστασιακός ένοικος του ξενοδοχείου, «φίλος» του Χιούι, ανεπάγγελτος, «παράσιτο», μονίμως άφραγκος – καθότι μικροκομπιναδόρος, παρακατιανός και εκτός μαφίας – χαρτοπαίκτης. Δυο διαφορετικοί άνθρωποι. Μόνη ομοιότητα, η μοναξιά και η βιοποριστική ανάγκη τους. Η μοναχικότητα του ρεσεψιονίστ εκφράζεται με τη σιωπή. Η μοναχικότητα του Ερι, με πρόσχημα τις αναμνήσεις του από τον πεθαμένο Χιούι, εκφράζεται με την ανάγκη του να επικοινωνήσει, να μιλήσει με έναν άνθρωπο, να εξομολογηθεί ιστορίες του, βιώματα, επιθυμίες, αλήθειες και ψέματα, ακόμα και σε έναν άγνωστο. Η μετάφραση και η λεπτοδουλεμένα ρεαλιστική, ατμοσφαιρικότατη – με τις νυχτερινές βιντεοεικόνες και τις όμορφες τζαζ συνθέσεις (Πλάτων Ανδριτσάκης – Μίκυ Παντέλους), ζωντανά εκτελεσμένες από τον δεύτερο – σκηνοθεσία ανέδειξε την ενδιαφέρουσα δραματουργική γραφή του έργου, αλλά και ευεργετήθηκε από τις ερμηνείες. Από τον ιδιόμορφα μελαγχολικής αισθαντικότητας Μάνο Σταλάκη (ρεσεψιονίστ) και προπαντός από τη σπάνια, έμφυτη νατουραλιστική αμεσότητα, φυσικότητα και αλήθεια του Κώστα Τριανταφυλλόπουλου. Δημιουργική η συμβολή των Ηλία Κωνσταντακόπουλου (φωτισμοί), Μαρίας Κονομή (σκηνικό) και Κλερ Μπρέισγουελ (κοστούμια).

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 21/01/2009

ΠΑΡΟΜΟΙΑ ΘΕΜΑΤΑ

* Τζον Μίλινγκτον Σινγκ «Ενας ήρωας, το καμάρι της Δύσης», Θέατρο «Μεταξουργείο»

Παλιώνουν οι «ήρωες»;

Ο αγαθός Κρίστι, νομίζοντας πως πάνω στον καβγά σκότωσε τον πατέρα του με μια φτυαριά, το βάζει στα πόδια και βρίσκει καταφύγιο σε ένα καπηλειό. Ο λιγομίλητος, τρομαγμένος νεαρός κεντρίζει την περιέργεια της σκληροτράχηλης αντροπαρέας, που τον ωθεί να ομολογήσει τον λόγο της περιπλάνησής του νυχτιάτικα. «Αποπλάνησες μικρή;», «πολέμησες στη λάθος μεριά;», «έκλεψες;», «σκότωσες;». «Ναι». «Ποιον, πώς;».

Στη φωτογραφία: Γ. Δάμπασης, Μαρία Ναυπλιώτου και Β. Κουκαλάνι
Από τη μια στιγμή στην άλλη, στην ομήγυρη γιγαντώνεται ένας χειμαρρώδης θαυμασμός για τον «κτηνώδη πατροκτόνο», που μετατρέπει τον τσευδίζοντα φουκαρά με το γουρλωμένο βλέμμα και το κολλημένο μαλλί/χωρίστρα (Νίκος Καρδώνης) σε ήρωα του χωριού. Ακόμη και η ρωμαλέα αυταρχική κόρη του ταβερνιάρη Πέγκιν (Αννα Κουτσαφτίκη) ενδίδει στο καχεκτικό πλην γενναίο αντράκι, που έχει ενθουσιάσει και την πανέμορφη χήρα Κουίν (Μαρία Ναυπλιώτου) («ένας πατροκτόνος είναι μεγάλος πειρασμός»), αλλά και τον ταβερνιάρη (Αρης Τρουπάκης), που του προσφέρει θέση παραγιού («κάποιος που σκοτώνει τον πατέρα του, θα μου προστατεύει και το μαγαζί»).Το ηρωικό στάτους του Κρίστι, που για πρώτη φορά στη ζωή του αισθάνεται σπουδαίος και μεθυσμένος από τον εαυτό του αφηγείται την ιστορία του ξανά και ξανά, τορπιλίζει η εμφάνιση του τυραννικού γεννήτορά του (Δημήτρης Παπανικολάου), που ξέφυγε τον κίνδυνο και τον αναζητάει παντού. Ο λεπτόφλουδος παλικαρισμός του ξεφλουδίζει σε δευτερόλεπτα. Μολαταύτα, επιχειρεί μια δεύτερη φτυαριά (ο γέρος δεν σκοτώνεται με τίποτα), που αυτή τη φορά στρέφει το χωριό εναντίον του, διότι «άλλο μια ηρωική ιστορία κι άλλο η βρώμικη πραγματικότητα». Κι ο γερο-Μαχόουν μόλις προλαβαίνει να σώσει το ξεπουπουλιασμένο καμάρι του από τα νύχια του οργισμένου πλήθους.

Αυτή η αθώα κωμωδία του Σινγκ (1871-1909) ξεσήκωσε στη δουβλινέζικη πρεμιέρα της το 1907 θυελλώδεις αντιδράσεις, που έμειναν στη θεατρική ιστορία του τόπου ως τα διαβόητα «επεισόδια του «Ηρωα»». Είναι τα χρόνια που η ιδανική αγροτική Ιρλανδία έχει σχεδόν θρησκευτική σημασία για τους ρομαντικούς εθνικιστές, που βλέπουν τους χαρακτήρες του Σινγκ να συμμαχούν με τα στερεότυπα των εγγλέζικων γελοιογραφιών της εποχής: μέθυσοι, καυχησιάρηδες Ιρλανδοί, λάτρεις κάθε παραβατικότητας.

Στον αιώνα που ακολούθησε, ο «Ηρωας» διατήρησε σταθερή θέση στα ρεπερτόρια των αγγλόφωνων σκηνών, ως πολύτιμος φόρος τιμής στη ρωμαλέα τρυφερή ενέργεια, το χιούμορ, την ποίηση και, κυρίως, τη γλώσσα των απλών ανθρώπων της πρωτόγονης και απομονωμένης ιρλανδικής υπαίθρου. Τα θέατρα του υπόλοιπου κόσμου, ωστόσο, σπάνια θυμούνται αυτό τον ατσούμπαλο αντι-ήρωα ενός τελεσίδικα χαμένου κέλτικου παρελθόντος.

Για το ελληνικό κοινό, το έργο παρουσιάζει μάλλον πολύ μικρό ενδιαφέρον, είτε ως περίπτωση εξέγερσης στην αυταρχική εξουσία -με τη φροϊδική ή την πολιτική έννοια- είτε ως αναφορά στην παραδοσιακή αδυναμία των Ιρλανδών στους μύθους και στα παραμύθια, αλλά και ως συναπάντημα με το γαιώδες σπινθηροβόλο χιούμορ και τη μελωδική αγγλο-κέλτικη γλώσσα του Σινγκ, στην οποία δεν δύναται να ανταποκριθεί ουσιαστικά καμία μετάφραση (Γιώργος Δεπάστας, Ζένια Κριτσέφσκαγια).

Μια παρακινδυνευμένη και δυσνόητη επιλογή του ταλαντούχου Στάθη Λιβαθινού, η οποία, παρά τον ενθουσιασμό των φωτεινών συνεργατών του για μια αναπαράσταση της αδάμαστης ζωτικής ενέργειας και της τραχύτητας της αγροτικής Ιρλανδίας του 1900 (πράγματι, το ρουστίκ σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου θαρρείς πως μύριζε άχυρο, ιδρώτα και μπίρα και η ζωντανή αναβίωση κέλτικων τραγουδιών του Κώστα Μαγγίνα προσμετρούσαν στα ωραιότερα στοιχεία της βραδιάς), η παράσταση παρέμεινε μια καλότεχνη απομίμηση, όπως τα γένια του γερο-Μαχόουν.

Υπόλοιποι ρόλοι: Γ. Δάμπασης, Β. Κουκαλάνι, Κ. Σίμου, Σ. Ιακωβίδης, Σ. Τσινάρη, Μ. Σαββίδου.