***«Η όπερα του ζητιάνου». Τεχνοχώρος Αθηνά

  • Χωρίς το καπέλωμα του Μπρεχτ

  • ***«Η όπερα του ζητιάνου». Τεχνοχώρος Αθηνά
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

Ο Δήμος Ζωγράφου απέκτησε ένα νέο χώρο τέχνης, που ήλθε να προστεθεί στις ευάριθμες, σχετικά με τον πληθυσμό, θεατρικές σκηνές της περιοχής. Πρόκειται για τον ιστορικό κινηματογράφο «Αθηνά», που καθόρισε για χρόνια το γύρω αστικό περιβάλλον με cult προβολές ταινιών.

Γιούλη Τσαγκαράκη και Σοφία Τσινάρη, άριστα διδαγμένες

Γιούλη Τσαγκαράκη και Σοφία Τσινάρη, άριστα διδαγμένες

Ο χώρος ύστερα από πολύ κόπο ανακαινίστηκε -ή εκκενώθηκε από το φορτίο του, ώστε να αποκτήσει την ιδιαίτερη εκείνη «κενότητα» που αποτελεί αρχική συνθήκη κάθε σύγχρονης σκηνικής απόπειρας. Σήμερα είναι γεμάτος προσδοκίες, ανοιχτός στις προκλήσεις, διαπερατός στην έρευνα· ακόμα και αν παραμένει εκτός της κεντρικής και περιφερειακής, της off και off-off αθηναϊκής σκηνής, ακόμα και αν μένουν άλυτα τα ζητήματα της πρόσβασης και το πρόβλημα του πάρκινγκ στην άγρια συγκοινωνιολογικά περιοχή των Ιλισίων.

Ισως δεν είναι παράξενο επομένως που η πρώτη, καθ’ όλα ενδιαφέρουσα παραγωγή του χώρου από την ομάδα ΑΝΙΜΑ παραλίγο να περάσει απαρατήρητη. Η «Οπερα του ζητιάνου» του Τζον Γκέι δεν είναι βέβαια άγνωστη στο θέατρό μας. Η γνωριμία μας ωστόσο με το πρότυπο της σαφώς πιο αναγνωρισμένης «Οπερας της πεντάρας» των Μπρεχτ και Βάιλ έχει υπάρξει περιστασιακή. Η αλήθεια είναι ότι η ειρωνική και διαθλαστική διασκευή των τελευταίων κατάφερε να καπελώσει τη σχεδόν ξεχασμένη επιτυχία του 18ου αιώνα. Χωρίς τη διασκευή του Μπρεχτ η παράσταση του Γκέι μοιάζει καθηλωμένη στις συγκυρίες της, μια αγκυρωμένη στον χρόνο και τόπο επιτυχία που προκαλεί περισσότερους συνειρμούς απ’ ό,τι αναλογεί ίσως στη σημασία της. Την ιστορικότητα της επιτυχίας σχολίασε άλλωστε και ο ίδιος ο Μπρεχτ στη διασκευή του: Δεν είναι τόσο το θέμα ή το σατιρικό ύφος του μουσικού θεάτρου που ειρωνεύτηκε ο Γερμανός δραματουργός, όσο η καπατσοσύνη με την οποία κατάφερε κάποτε να πουλήσει στους αστούς τα ίδια τους τα άπλυτα, μπουγαδιασμένα.

Είναι αλήθεια, λοιπόν, πως περιμέναμε να δούμε στον Τεχνοχώρο πολύ λιγότερα. Κι ωστόσο στα μάτια μας η αιωνόβια «Οπερα του ζητιάνου» έμοιαζε φρεσκαρισμένη και ανανεωμένη – το κυριότερο, έμοιαζε προκλητική και αμφιλεγόμενη, διαλεκτική και «κριτική» όσο και η μπρεχτική εκδοχή της. Μακριά από τον διδακτισμό και τη σοφιστικέ ειρωνεία του Μπρεχτ, το έργο του Γκέι λάμπει ανεπιτήδευτο και απρόβλεπτο, γοητευτικό και ανατρεπτικό. Πώς γίνεται αυτό; Πιστεύω επειδή ο Μπρεχτ αποτελεί πια αναγκαία συνθήκη διαμεσολάβησης. Επεμβαίνει ανάμεσα από τις γραμμές για να επιδώσει ετεροχρονισμένα στο κείμενο του Γκέι τη χαμένη του δηκτικότητα. Γεγονός είναι πως συνειδητά ή ασυνείδητα δεν μπορούμε να ανεβάζουμε τον Γκέι, παρά τηρώντας τον υπομνηματισμό του Μπρεχτ.

Στη σκηνοθεσία της Ρουμπίνης Μοσχοχωρίτη το στοιχείο που χαρίζει στο έργο τη μεταθεατρική του ποιότητα είναι το εύρημα να ανεβεί το έργο σαν προσπάθεια μερικών ηθοποιών να πείσουν τον άφαντο θεατρώνη τους (ακούμε στο βάθος τη φωνή του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου) να επιλέξει την παράστασή τους. Οι ηθοποιοί έτσι δεν παίζουν, αλλά «επιδεικνύουν» το έργο, διατηρώντας ωστόσο σοφά το ύφος και το κλίμα του. Τους λείπει ίσως μόνο το χιούμορ, που αληθινά ξεχειλίζει από το έργο. Η προσπάθεια να διατηρηθούν στο επίπεδο του εξπρεσιονιστικού στυλιζάρισματος αφαιρεί κάτι από τη φυσικότητά τους, ωστόσο ο Πέτρος Αποστολόπουλος (Πίτσαμ), ο Θανάσης Διμηνάς (Μακίθ), ο Χρήστος Ραχιώτης (Λόκιτ, Φιλς, Νεντ), ο Γιώργος Λούντζης (συγγραφέας), η Γιούλη Τσαγκαράκη (Πόλι) και η Σοφία Τσινάρη (κ. Πίτσαμ και Λούσι) εμφανίζονται άριστα τοποθετημένοι και διδαγμένοι.

Στην παράσταση παρεμβάλλονται εντυπωσιακά εφέ, όπως οι ντουμπλ φας ρόλοι αρσενικού και θηλυκού. Στο σύνολό της είναι μια προσπάθεια που ξεπερνάει πολλές από τις μπρεχτικές εκδοχές της «Οπερας» προσφέροντας στο κοινό ένα «νέο» έργο. Διπλά πλουσιότεροι λοιπόν, από έναν ζητιάνο και μια πεντάρα.*