«Η τελευταία μαγνητοταινία» του Σάμιουελ Μπέκετ Θέατρο Πέρα από τα Ορια

  • «Προσπαθώ να είμαι το έργο» – Μπομπ Ουίλσον

  • «Η τελευταία μαγνητοταινία» του Σάμιουελ Μπέκετ Θέατρο Πέρα από τα Ορια
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 5 Ιουνίου 2010

Το γεροντικό παραλήρημα του Κραπ (1958) δεν λέει να γεράσει. «Η τελευταία μαγνητοταινία» είναι ένας λαμπρός μονόλογος για κλασικά αβανγκάρντ γούστα και φαίνεται πως έτσι θα μείνει.

Στιλιζαρισμένος κλόουν χωρίς σχέση με τον Μπέκετ ήταν ο Ουίλσον

Στιλιζαρισμένος κλόουν χωρίς σχέση με τον Μπέκετ ήταν ο Ουίλσον Διάσημοι ηθοποιοί κάποιας ηλικίας δεν άφησαν να τους ξεφύγει αυτή η φιλοσοφική άσκηση τεντώματος και χαλάρωσης, αυτό το παράδοξο παιχνίδι με λέξεις, επιδεικτικά δίχως μυστικά και όμως αινιγματικό, πάντα στα ίχνη μεγάλων ερωτημάτων σε φαινομενικά πεζό περιτύλιγμα.

Ο Μπέκετ, είπε κάποτε η αγαπημένη του πρωταγωνίστρια Μπίλι Ουάιτλο, είναι ο ποιητής της τελικής ευθείας, που αναλαμβάνει όταν γιατροί και συγγενείς έχουν φύγει. Στον «Κραπ» ένας ηλικιωμένος άνδρας, μετέωρος, στο χείλος της εξάλειψης, ανακαλεί βιώματα της νεότητάς του με εφιαλτική διαύγεια. Αγκαλιά με τις προσωπικές ηχογραφήσεις μιας ζωής, το ακουστικό του ημερολόγιο, ο 80χρονος αναμετράται με τον κόσμο, τον χρόνο, τον εαυτό του, αυτό που υπήρξε και ό,τι απέμεινε. Πιο ήρεμος από ποτέ, οι αντάρες της νιότης είναι πλέον παρελθόν και οι θύμησες που μπουκάρουν από τις σκονισμένες μπομπίνες δεν τον πτοούν πια. Τώρα υπάρχει μόνο: το τέλος.

Ως ένας «αποκαμωμένος γέρος», σύμφωνα με την αυτοβιογραφική εικόνα του Μπέκετ, ο Κραπ συναντιέται με τον εαυτό του στη σκηνή, στην εργένικη μοναχική κάμαρά του. «Ενα βράδυ, αργά, στο μέλλον». Μόνο ποιος εαυτός είναι αυτός; Απέναντί του βρίσκεται ένας ξένος -ο Κραπ 29, 39, 69 ετών. Πέρα από όνομα και αναμνήσεις, δεν έχουν τίποτε κοινό. Και το μέλλον έρχεται καταπάνω όλων των Κραπ, ως «πικρός μηρυκασμός» και αμήχανο ξάφνιασμα με τον «γελοίο κρετίνο που υπήρξα κάποτε». Την ύστατη ταινία υπαγορεύει ο γεροντότερος, που αφουγκράζεται την παλιά, ρωμαλέα φωνή του με σαρκασμό, οργή, θλίψη, περιφρόνηση για τις χαρές που δεν ισχύουν πια. Τρεις φορές κοντοστέκεται στη λυρική καταγραφή του κοριτσιού και του έρωτα στη βάρκα, τότε στα χρόνια του ενθουσιασμού, «όταν υπήρχε ακόμη η προοπτική της ευτυχίας»…

Η τεράστια αίθουσα του «Ελληνικού Κόσμου» δεν ήταν ό,τι καλύτερο γι’ αυτή την εσωστρεφή σπουδή μνήμης και θανάτου. Για τον συγχρωτισμό με τη μεταφυσική σιωπή ενός πεσιμιστή συγγραφέα, στοιχειωμένου με τη σισύφεια συνέχιση της μάταιης ρουτίνας της ζωής. Ηταν όμως το κατάλληλο περιβάλλον για μια φαντασμαγορική επίδειξη του έκπαγλου ουιλσονικού μινιμαλισμού, που μας απορρόφησε επί 70′ και κατόπιν μας αποχαιρέτησε χωρίς κανένα συναισθηματικό ίχνος.

Το ντιζαϊνάτο σκηνικό από μέταλλο και νέον διαταράσσουν εκκωφαντικοί κεραυνοί και ο ήχος βροχής, τόσο ασταμάτητος που αισθανόμαστε την υγρασία της. Ξαφνικά σιγή. Στο κέντρο, καθισμένος ως κέρινο ομοίωμα ο σκηνοθέτης. Προβολείς στα πάλλευκα πρόσωπο και χέρια. Δεν βιάζεται να μιλήσει. Αλλωστε, σε αυτό το παράδοξα γαλήνιο εργαστήρι του δρος Καλιγκάρι ο λόγος περισσεύει. Τον επισκιάζει η εξπρεσιονιστική παντομίμα των άπειρων λεπτομερειών.

Τόνος περιπαιχτικός, μουγκρητά αποδοκιμασίας, χαμόγελα αυταρέσκειας, χορευτικά βηματάκια, μασούλημα της περίφημης μπανάνας, πόζες απορίας ενός άνδρα χωμένου σε κουτιά και μπομπίνες. Μια αύρα πρόσχαρη συνοδεύει την ατσαλάκωτη αθωότητα αυτού του στιλιζαρισμένου κλόουν με τα αστεία παντελόνια, τις κόκκινες κάλτσες και παντόφλες, που ουδεμία σχέση έχει με το γηραλέο ράκος του Μπέκετ. Οπως και ο άψυχος ναρκισσισμός εικόνων που δεν υπονοούν τίποτε, με τη δωρική εσωτερικότητα του κειμένου. Οι στιγμές βουβής απόγνωσης του Κραπ γίνονται στιγμές άναρθρης εκζήτησης.

Στη θαυμαστή «Οπερα της Πεντάρας» ο συνδυασμός Ουίλσον/Μπρεχτ ταίριαζε γάντι. Στον Μπέκετ το μίγμα σκόνταψε στο έλλειμμα μεταφυσικής σκέψης. Τουλάχιστον το ζοφερό θέατρο της ζωής είναι ακόμη άξιο θεατρικό υλικό. *

«Τίτος Ανδρόνικος» με θολή ματιά

  • Ούτε σύγχρονη ούτε αντισυμβατική είναι η σκηνοθετική άποψη για το σαιξπηρικό έργο

Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 23 Mαϊου 2010

  • Σαίξπηρ, Τίτος Ανδρόνικος. Σκην: Αντζελα Μπρούσκου. Εθνικό Θέατρο – Θέατρο Ρεξ
  • Σάμουελ Μπέκετ, Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ. Σκην: Ρόμπερτ Ουίλσον. Θέατρο «Ελληνικός Κόσμος»
  • Φραντς Ξαβιέρ Κρετζ, Wunschkonzert. Σκην: Ζωή Χατζηαντωνίου. Από Μηχανής Θέατρο

Αλήθεια, τι κακό κάνουν -ασφαλώς άθελά τους- και οι εφημερίδες μοιράζοντας τόσο απλόχερα τα dvd τους! Ανακάλυψα στα παλιά και ξεχασμένα μια -λέει- «μεγαλειώδη, επική ταινία» που είχε σκηνοθετήσει πριν από καμιά εικοσαριά χρόνια με ξέχειλη φαντασμαγορία η φέρελπις Αμερικανίδα Τζούλι Τάιμορ. Ηταν ένας «Τίτος», μια παράφραση του σαιξπηρικού «Τίτου Ανδρόνικου», που έχει χαρακτηρισθεί ως η κατ’ εξοχήν «τραγωδία της εκδίκησης». Πρωταγωνιστούσαν οι Αντονι Χόπκινς και Τζέσικα Λανγκ. Υπερβολικά φορτωμένη και άκαιρα εκσυγχρονισμένη, στην ταινία ξεχώριζε ο άξιος πρωταγωνιστής της. Μοιραία έκανα συγκρίσεις με την εδώ -κατά τη διαφημιστική δήλωση- «σύγχρονη και αντισυμβατική σκηνοθετική ματιά της Αντζελας Μπρούσκου, για πρώτη φορά στο Εθνικό Θέατρο». Δεν θα έπρεπε να βάζει κανείς τα έργα δίπλα-δίπλα, αλλά έγινε.

Αντίθετα με τις αναγγελίες, δεν ανακάλυψα τίποτα το σημερινό ούτε κάτι κόντρα στις θεατρικές συμβάσεις στη δική μας παράσταση. Ετσι κι αλλιώς -και έπειτα από αρκετές σκηνοθεσίες της εν λόγω δημιουργού- έχω τις αμφιβολίες μου ως προς το εάν θα έπρεπε να τοποθετεί κανείς την Α. Μπρούσκου ανάμεσα στους πρωτοποριακούς Ελληνες θεατρανθρώπους. Κι όσον αφορά τη σημερινή «εμπορευματοποίηση της φρίκης», την οποία η σκηνοθέτις επικαλείται για να φέρει κοντά σε μας το έργο της νεανικής περιόδου του Σαίξπηρ μέσω της βίας, δυστυχώς και σε αυτή την περίπτωση τα πράγματα παραμένουν θολά.

Η βία στη σκηνή του «Ρεξ» παραμένει περισσότερο ένα αισθητικό γεγονός παρά κάτι που φέρνει την οποιαδήποτε ανατριχίλα. Ως ο γενναίος Ρωμαίος στρατηγός που νικά τους Γότθους, ο Τίτος Ανδρόνικος του Μηνά Χατζησάββα εμφανίζεται περισσότερο τσαντισμένος παρά οργισμένος κι εκδικητικός. Μόνο η Μαρία Κεχαγιόγλου, ως Ταμόρα, βασίλισσα των Γότθων, κατορθώνει να κάνει τον θεατή να υποψιαστεί πως εδώ έχουμε να κάνουμε μ’ έναν σημαντικό -αν και άκρα δόλιο- χαρακτήρα.

  • Μπέκετ και Ουίλσον

Συνέβη τον τελευταίο καιρό και θυμάμαι συνέχεια παλιά dvd. Σ’ αυτό που έχω υπόψη μου «έπαιζε» ο Χάρολντ Πίντερ. Ηταν μια ιστορική παράσταση σκηνοθετημένη από τον Ιαν Ρίκσον, τον Οκτώβριο του 2006, στο λονδρέζικο Ρόγιαλ Κορτ Θίατερ, η οποία παίχθηκε μόνο εννέα φορές σε γεμάτο θέατρο. Δεν την είδα ζωντανά, αλλά ένας φίλος μου είχε την καλοσύνη και μου δάνεισε ένα κλεψίτυπο της «Τελευταίας μαγνητοταινίας του Κραπ» με τον Πίντερ, το οποίο έχω ακόμα. Ηταν όντως ανεπανάληπτο. Τώρα το είδαμε αυτοσκηνοθετημένο με τον Ρόμπερτ Ουίλσον. «Οταν σκηνοθετώ ένα έργο, κατασκευάζω μια δομή στον χρόνο», δηλώνει ο πολυπράγμων Αμερικανός δημιουργός. «Στο τέλος, όταν όλα τα οπτικά στοιχεία βρίσκονται στη θέση τους, έχω δημιουργήσει ένα πλαίσιο το οποίο καλούνται να γεμίσουν οι ηθοποιοί.» Δηλαδή, κατόπιν εορτής.

Με τα παραπάνω ο Ρ. Ουίλσον συνοψίζει την εικαστικο-φορμαλιστική δουλειά του, η οποία, με δύο λόγια, επαναλαμβάνει στερεότυπα μια εικόνα η οποία είναι λίγο-πολύ η ίδια, είτε για λυρικό belcanto πρόκειται είτε για αρχαίο ή μοντέρνο δράμα. Μερικές φορές η τεχνική του έρχεται γάντι στο αντικείμενο. Αυτό έγινε στην περίπτωση της θαυμαστής «Οπερας της Πεντάρας», που είδαμε κι εδώ πριν από λίγους μήνες. Αυτή τη φορά, όμως, προσπαθώντας να «καπακώσει» αισθητικο-οπτικά τον λιτό Μπέκετ, ατύχησε. Υπερφορτώνοντας το δωρικό κείμενο -η παρακολούθηση μιας ζωής μέσα από επετειακές μαγνητοταινίες- με ήχους και φαντασμαγορικά οπτικά gags, λοξοδρόμησε την προσοχή του θεατή από την έκδηλη εσωτερικότητα του Ιρλανδού συγγραφέα στα εξωτερικά τερτίπια μιας -καλαίσθητης μεν πλην άκρα φορμαλιστικής- σκηνοθετικής ευρηματικότητας. Με δύο λόγια, διέπραξε αυτό που επιχειρούν οι περισσότεροι -Γερμανοί ως επί το πλείστον- σύγχρονοι σκηνοθέτες που καταπιάνονται με τους κλασικούς: Να εμφανισθούν «υπεράνω» του συγγραφέα.

  • Ρόλος χωρίς λόγια

Δεν βρήκα -ολόκληρο- dvd του βουβού, «κινησιολογικού» μονολόγου μιας θαμπής μεγαλοκοπέλας που γυρίζει από τη θαμπή δουλειά της στο θαμπό διαμερισματάκι της για να ετοιμαστεί για την πάντα θαμπή επομένη. Ανακάλυψα, όμως, ένα κομμάτι από την αγγλική παράσταση της Κάτιε Μίτσελ στο YouTube. Μέλος του ολιγοπρόσωπου γερμανικού Κ. Κ. από το 1971 μέχρι το 1980, ο πολυγραφέστατος Φραντς Ξαβιέρ Κρετζ παρουσίασε ανθρώπους, οι οποίοι «έχασαν τη φωνή τους» καταπιεσμένοι από μια αναγκαστική κοινωνική μιζέρια μέσα στην οποία ήταν υποχρεωμένοι να υπάρχουν. Ετσι και στο «Wunschkonzert» (1973), όπου το «ηθικό δίδαγμα» είναι: τέτοια ζωή γιατί να τη ζει κανείς… Ο ρόλος της φροϊλάιν Ρας δεν έχει λόγια, όμως είναι από τους ουσιαστικότερους που μπορεί να ευχηθεί στον εαυτό της μια ηθοποιός. Η Δέσποινα Κούρτη τα καταφέρνει περίφημα, οδηγημένη σκηνοθετικά στον ρεαλισμό από τη Ζωή Χατζηαντωνίου.

Μπέκετ και Κρετς

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 12 Μάη 2010

«Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ» στο «Θέατρον»

«Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ»

Εχοντας κλείσει, ήδη, τα πενήντα – ηλικία καμπής και κρίσιμου απολογισμού της μέχρι τότε ζωής του ανθρώπου – έχοντας πονέσει για το θάνατο από καρκίνο μιας παλιάς αγαπημένης του, καταθλιμμένος με τη σκέψη του αναπόφευκτου γεγονότος του θανάτου – σε όλα τα επίπεδα, τις εκφράσεις και εκφάνσεις της ανθρώπινης και κοινωνικής ζωής – ο Σάμουελ Μπέκετ γράφει το 1957 τα πολύσημης, ειρωνικής αλληγορίας έργα «Το τέλος του παιχνιδιού» και το εμμέσως αυτοβιογραφικό, μονολογικό «Η τελευταία μαγνητοταινία του Κραπ». Ο πενηντάχρονος Μπέκετ, φορώντας το «προσωπείο» του Κραπ και με ένα εικοσάχρονο άλμα, φαντάζεται έναν προ του τέλους απολογισμό της ζωής. Εναν απολογισμό που καταιγιστικά αναμοχλεύει, κομματιάζει, μπερδεύει, πλημμυρίζει, αναβυθίζει, καταβυθίζει, επανεκτιμά μια ολόκληρη πορεία ζωής, μνήμες, πρόσωπα, βιώματα, συναισθήματα, σκέψεις, επιθυμίες, στιγμές και εικόνες του παρελθόντος, μέσα από το βλέμμα των γηρατειών. Εβδομηντάχρονος και μόνος ο Κραπ, σαν τον «Νώε», προσπαθεί να συνεχίσει την απολογιστική καταγραφή, ανασκόπηση, επανεκτίμηση και διάσωση του βίου του από τον κατακλυσμιαίο ερχομό του τέλους του στη δική του «κιβωτό», τη μνήμη του, με καταγραφές της σε μπομπίνες μαγνητοφώνου. Η μνήμη και η νόηση, όπως και το σαρκίο, υπόκεινται στη φθορά του χρόνου, αλλά και στα συναισθήματα που τις κινούν σε κάθε στάδιο της ζωής. Αλλα μπορεί, άλλα νιώθει, άλλα επιθυμεί, άλλα σκέφτεται, άλλα πράττει ο άνθρωπος στα νιάτα του, άλλα στα σαράντα, άλλα στα εβδομήντα. Σπαράγματα μνήμης κατακλύζουν το γέροντα πια Κραπ, καθώς ακούει τις πριν σαράντα χρόνια μαγνητοφωνημένες σε μπομπίνες μνήμες του ακμαίου κάποτε βίου του, αλλά και προσπαθεί να τις ανασκοπήσει, να τις επανεκτιμήσει και να τις καταγράψει σε μια τελευταία μαγνητοταινία. Ο Μπέκετ μελαγχολικά αλληγορεί για τη μάταιη πια στερνή γνώση, την υπαρξιακή ερημία, το ψυχοδιανοητικό κενό, τη σωματική ανημπόρια και την τραγελαφικότητα των γηρατειών.

«Wunschkonzert»

Μια εκπληκτικής αισθητικής και ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα σκηνοθετική και υποκριτική «ανάγνωση» του μπεκετικού έργου (η άμεση γλωσσικά μετάφραση των υπερτίτλων ήταν της Εύας Γεωργουσοπούλου), προσκόμισε στο φετινό φεστιβάλ «Πέρα από τα όρια» ο σπουδαίος σκηνοθέτης Ρόμπερτ Γουίλσον, υποδυόμενος μάλιστα ο ίδιος τον Κραπ. Με ένα λιτό σκηνικό – κάτι μεταξύ γραφείου, βιβλιοθήκης, αρχείου, καταφυγίου, «κιβωτού», με αριστοτεχνικούς φωτισμούς και ήχους να παραπέμπουν σε μια ασταμάτητη καταιγίδα, σε μια κατακλυσμιαία βροχή, ο Γουίλσον έπλασε μια πρωτότυπα εμβληματική, μια πικρόγευστου χιούμορ, κατά βάθος τρυφερά ανθρώπινη, εκδοχή του ρόλου του Κραπ. Μια υπόδηλα ανοϊκή, αργοκίνητη και ασταθής – κινησιολογικά και χειρονομιακά – γέρικη φιγούρα κλόουν, με σπαράγματα και φλας μπακ της μνήμης του παλεύει να βάλει «τάξη» στο χάος της και να τη διασώσει. Προς τι όμως; Η ζωή δεν πισωγυρίζει. Την «καταιγίδα» της ζωής ακολουθεί η νηνεμία του θανάτου.

«Wunschkonzert» στο «Από μηχανής θέατρο»

Με αυτή – την αμετάφραστη στα ελληνικά – λέξη τιτλοφορούνταν μια ραδιοφωνική εκπομπή λόγου και μουσικής του Γ’ Ράιχ, από την άνοδο μέχρι την ήττα του, αλλά και μια ναζιστική ταινία, που γυρίστηκε το 1940 και η οποία παρέπεμπε και στη ραδιοφωνική εκπομπή. Με αυτή τη λέξη τιτλοφόρησε, σκόπιμα, ο Γερμανός δραματουργός Φραντς Ξαβιέ Κρετς το τελειοθηρικά λεπτομερές σε σκηνικές οδηγίες, αλλά χωρίς ούτε μια λέξη, άκρως πολιτικό έργο του «Wunschkonzert», που ενώ γράφτηκε το 1975, σήμερα γίνεται όλο και πιο επίκαιρο. (Στην Ελλάδα το έργο πρωτοπαρουσίασε στο «Απλό Θέατρο» ο Αντώνης Αντύπας, με τίτλο «Τα αγαπημένα μου τραγούδια», με την Αλέκα Παΐζη, σε μια αλησμόνητη ερμηνεία του μοναδικού ρόλου του έργου). Μαρξιστής, κατήγορος της καπιταλιστικής κοινωνίας, πεισματικά ρεαλιστής – ακόμα και έως ωμότητας σε μερικά έργα του – ο Κρετς με το σύνολο του έργου καταγγέλλει την πολύμορφη – φανερή και κρυφή, άμεση και έμμεση – κοινωνία εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ο Κρετς δεν αμφιβάλλει ότι γεννήματα του καπιταλισμού είναι όχι μόνο ο φασισμός, αλλά κάθε μορφής αποχαύνωση, χαλιναγώγηση, μιζέρια, «στείρωση» και εκμηδένιση της ζωής των ανθρώπων των λαϊκών στρωμάτων. Εργάτες και υπάλληλοι είναι τα πρόσωπα των έργων του. Το μεροκάματο, η ανεργία, η μιζέρια, τα βάσανα της ζωής των «μοιραίων και άβουλων αντάμα» και η παθητικότητά τους σε ό,τι τους ρημάζει τη ζωή. Τέτοιο πρόσωπο είναι η ανύπαντρη, ανέραστη, προς τα πενήντα, δεσποινίς Ρας, που το μόνο που κάνει – χρόνια και χρόνια – είναι να εργάζεται για το μεροφάι από το πρωί, να γυρνά νύχτα και να κουρνιάζει στη σιγουριά του «κλουβιού» της, στην απαστράπτουσα από καθαριότητα γκαρσονιέρα της, να βυθίζεται στην «εκκωφαντική» σιωπή της μοναξιάς της, μια σιωπή εύγλωττη, μια σιωπή που κραυγάζει την απόγνωση, τον εσωτερικό, βουβό σπαραγμό της έρημης γυναίκας. Σιωπή που διακόπτεται για λίγο, από μια μουσική, ραδιοφωνική ή τηλεοπτική εκπομπή, να παίρνει υπνωτικό μήπως και καταφέρει να κοιμηθεί, για να συνεχίσει την άλλη και παράλλη μέρα την ίδια και απαράλλαχτη ρουτινιασμένη ζήση της. Καθωσπρεπική, αποστειρωμένη, «στείρα», απόμακρη από την κοινωνία, από οτιδήποτε θα της έδινε κάποιο νόημα, κάποιο σκοπό, κάποιο λόγο να ζήσει, η Ρας, σαν από καιρό αποφασισμένη, αυτολυτρώνεται από την αδιέξοδη ζωή της με την αυτοκτονία. Το έργο – δηλαδή η περιγραφή της σκηνικής δράσης – σε πιστή γλωσσικά μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, με απόλυτα ρεαλιστικό σκηνικό και αρμόζοντα στο ρόλο κοστούμια της Μαρίας Κονομή, με φωτισμούς του Σάκη Μπιρμπίλη που αναδεικνύουν το σκηνικό, με ήχους και μουσικές επιλογές του Σταύρου Γασπαρινάτου, σκηνοθέτησε με λεπτομερή ρεαλιστική ακρίβεια η Ζωή Χατζηαντωνίου, στηριζόμενη προπάντων στην ψυχοπνευματικά καλοδουλεμένη, εσωτερικής αλήθειας, απέριττη σε όλα τα εκφραστικά μέσα της, ερμηνεία της Δέσποινας Κούρτη.