«Στάχτη στα μάτια» σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζόπουλου και «Η λέσχη της αυτοκτονίας» σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου

  • Ματιά σε δύο παραστάσεις
  • Η ΑΥΓΗ: 14/06/2009
  • Του ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΛΕΝΑΚΗ
  • Το γαλλικό «καλοχτισμένο» θεατρικό έργο, στο οποίο περιλαμβάνεται ως υποκατηγορία και η φάρσα, έχει πίσω του μια μακρά παράδοση, με θαυμάσιους εκπροσώπους του είδους, τον Σκριμπ, τον Λαμπίς, τον Φεντώ κ.ά. Το είδος αυτό, με την παραπλανητικά «ελαφρά» ιδεολογική σκευή του, έχει ένα συγκεκριμένο πολιτικό στόχο: συνήθως αποθεώνει τη γαλλική καρτεσιανή «λογική των αστών», που θριαμβεύει πάντα στο τέλος, μέσω των υποδειγματικών, προγραμματικών παρεκβάσεών της, και με κατάχρηση ενός επαναλαμβανόμενου σχήματος καθ’ υπερβολήν.
  • Και όμως, κατά περίεργο τρόπο, το ίδιο «κατασκευασμένο» θέατρο κάποτε χρησίμευσε ως «μαμή», για να βγει στο φως το αντίδικό του, νεότερο, σοβαρό, ποιητικό αστικό δράμα, που αμφισβήτησε αυτή τη «λογική». Ο μέγας ‘Ιψεν μιμήθηκε αριστοτεχνικά τη γαλλική «συνταγή» του καλιχτισμένου «έργου σαλονιού», υπονομεύοντάς την όμως απ’ την αρχή συστηματικά και αποσυνδέοντας το αίτιο απ’ το αιτιατό, μέχρι να τιναχτεί στον αέρα το «καπάκι» του ορθού λόγου και να οδηγηθούν οι ήρωές του στη μόνη αλήθεια τους, μέσω μιας παράνοιας που λυτρώνει.
  • Βεβαίως η «λογική της φάρσας», για να επιστρέψουμε στο κύριο θέμα «κρατάει» απ’ το μεσαιωνικό «πανηγύρι των τρελών» μια γιορτή ανατροπής των πάντων, που διαρκούσε ωστόσο μια μονάχα μέρα, εμπεριέχοντας εν σπέρματι την επανίδρυση της πρόσκαιρα διασαλευμένης «τάξης». Και πώς αλλιώς; Πρόκειται λοιπόν για ένα θεατρικό παίγνιο με τους κανόνες του, που ο μάστορας Λαμπίς (1815-1888) ξέρει άριστα να το ανοίγει απλώνοντας και, κυρίως, να το κλείνει αναδιπλώνοντας τη δράση.
  • Εδώ, στο «Στάχτη στα μάτια», όχι από τα καλύτερα έργα του συγγραφέα, έχουμε ένα είδος μικτό, φάρσα και σάτιρα ηθών συγχρόνως, που απαιτεί ειδικούς χειρισμούς από έναν σκηνοθέτη γνώστη των κωδίκων, ώστε να μην επέλθει σύγχυση με τους συγγενικούς ρυθμούς της ελληνικής φαρσοκωμωδίας. Αυτό εν μέρει επιτυγχάνεται. Ακόμη, το έργο δεν διαθέτει τη «δομή καταστροφής» π.χ. του, «Ένα καπέλο από ψάθα Ιταλίας», που είναι μια εφιαλτική «μαύρη κωμωδία» με πρώιμα στοιχεία «παράλογου». Συντηρητικότερο, σώζει στο τέλος τα ζωτικά ψεύδη του αστικού βίου, τον γάμο και την οικογένεια, παρ’ όλο που μοιάζει επιφανειακά να τα εκθέτει ανεπανόρθωτα.
  • Η καλή μετάφραση του γνώστη, λόγιου σκηνοθέτη Νίκου Χατζόπουλου χρησιμεύει ως βάση μιας στρωτής κι ευανάγνωστης παράστασης που «μεταφέρει» τα λεκτικά αστεία τις παράλογα κωμικές καταστάσεις και τους «υποδειγματικούς» χαρακτήρες, κατ’ αναλογία, στην ελληνική πραγματικότητα και στο σήμερα. Σώζει απλώς το έργο. Χωρίς κάτι άλλο. Δεν προσφέρεται και το κείμενο για υπερβάσεις. Οι ρυθμοί είναι μάλλον αργοί και οι χρόνοι χαλαροί, τα κοστούμια, κυρίως των γυναικών, της Θάλειας Ιστικοπούλου «καταπίνουν» κάποιες στιγμές τους ρόλους. Αμήχανα τα σκηνικά (Εύα Μανιδάκη).
  • Με μουσική συνάδουσα στο κάπως απρόσωπο ύφος (Θόδωρος Αμπαζής), ανάλογους φωτισμούς (Λευτέρης Παπαδόπουλος), με καλούς επαγγελματίες ηθοποιούς. Η Μάνια Παπαδημητρίου φτιάχνει μια έξοχη μπούφα φιγούρα και η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου μια σπαρταριστή αντιμπούφα. Η Λαμπρινή Αγγελίδου στους ποικίλους ρόλους της πείθει ως «μπριλάντε». Ο Κώστας Μπερικόπουλος ρέπει στην υπερβολή και ο Νίκος Γιαλελής παραμένει άχρωμος. Η Σοφιάννα Θεοφάνους, ο Δημοσθένης Ελευθεριάδης, ο Άκης Βλουτής, αβοήθητοι σκηνοθετικά, επιβιώνουν. Ο Γιώργος Ζιόβας είναι συγκεκριμένος και λιτός.

***

  • Στο «Αμφι-Θέατρο» η υποσχόμενη Κατερίνα Ευαγγελάτου, μας αιφνιδιάζει πάλι με μια προσωπική της επιλογή, να δώσει τη σκηνική εκδοχή ενός «παράδοξου» αφηγήματος του Σκώτου Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, που φέρει τον τίτλο: «Η λέσχη της αυτοκτονίας». (Το τελικό κείμενο διαμορφώθηκε, διαβάζω στο πρόγραμμα της παράστασης, κατά τη διάρκεια των προβών). Όποιος γνωρίζει το σκοτεινό και απρόβλεπτο Εδιμβούργο, πατρίδα του συγγραφέα, μπορεί εύκολα νομίζω να καταλάβει τη ρευστή ατμόσφαιρα μυστηρίου του έργου. Καταθέτω σχετική προσωπική μου εμπειρία: έπαιρνα το πρωινό μου σε υπαίθριο «παμπ» επάνω μας έπεφτε η βαριά σκιά του τρομερού κάστρου της πόλης, και το γκαρσόνι με πληροφόρησε απαθώς ότι κάτω απ’ την καρέκλα μου βρίσκονται θαμμένα τα υπολείμματα των θυμάτων ενός κατά συρροή δολοφόνου, ο οποίος αποκεφαλίστηκε δημόσια, στο ίδιο σημείο, πριν ογδόντα χρόνια. Κλείνω την παρένθεση.
  • Ατμόσφαιρα απροδιοριστίας που υπηρετεί πολύ καλά η σκηνοθεσία της Ευαγγελάτου, επικεντρωμένη στο έντονο στοιχείο του «παιγνίου», που εμπεριέχει το έργο. Με ιδανικούς φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα, επιλεγμένες μουσικές του Σταύρου Γασπαράτου, ευρηματική όψη του Κωνσταντίνου Ζαμάνη και καλές, ομότροπες, ισοδύναμες «σκιώδεις» υποκριτικές. (Νικόλας Παπαγιάννης, Στάθης Μαντζώρος, Λευτέρης Πολυχρόνης, Τάσος Δαρδαγάνης, Φώτης Μπάτζας). Με αυτό το σημείωμα κλείνω τον κύκλο των χειμερινών και εαρινών παραστάσεων.
Advertisements