Μεγαλειώδης, ιψενική μεταφορά

 

 

  • «Ο εχθρός του λαού», αφορμή για πολιτική σκέψη περί αλήθειας, κριτικής και δημοκρατίας
  • Της Αννυς Κολτσιδοπουλου, Η Καθημερινή, 21/7/2013

ΕΡΡΙΚΟΣ ΙΨΕΝ

Ο εχθρός του λαού

σκηνοθ.: Τόμας Οστερμάιερ

θέατρο: Σάουμπινε

(Φεστιβάλ Αθηνών, Πειραιώς 260)

Κρούσματα τύφου και δυσεντερίας σε νορβηγική λουτρόπολη κάνουν τον αυτοθαυμαζόμενο για τον ιδεαλισμό του γιατρό των λουτρών δρα Τόμας Στόκμαν να ερευνήσει αυτεπάγγελτα ποιότητα νερών και εγκαταστάσεων. Η χημική ανάλυση, καταπέλτης. Χαβούζα τα λουτρά χάριν των οποίων η πόλη ευημερεί. Εναντίον αντιδρώντων πολιτικών και πολιτών ο γιατρός, χαιρέκακος και αφελής στην αυτοπεποίθησή του συγκρούεται με τοπικά συμφέροντα εκπροσωπούμενα: από τον πραγματιστή δήμαρχο και αδελφό του Πέτερ, δύο άνευρους συντάκτες τοπικής εφημερίδας, τον γλοιώδη εκδότη της και τον φασίζοντα πεθερό του, έναν από τους βιομηχάνους που ρυπαίνουν τα λουτρά. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Τόμας Μπέρνχαρντ «Ρίττερ, Ντένε, Φος», Mάρτιν ΜακΝτόνα «Η Βασίλισσα της Ομορφιάς», Ανδρέας Στάικος «Ναπολεοντία», Εντεν φον Χόρβατ «Πίστη, Αγάπη, Ελπίδα»

Ισορροπώντας σε τεντωμένο σκοινί

Παθολογικές καταστάσεις ανάμεσα στη λογική και στην τρέλα

Τόμας Μπέρνχαρντ: «Ρίττερ, Ντένε, Φος», σκην.: Κ. Κωνσταντόπουλος. Θέατρο: Δημήτρης Ποταμίτης

Ανδρέας Στάικος: «Ναπολεοντία», σκην.: Ανδρέας Στάικος. Θέατρο: Τόπος Αλλού

Mάρτιν ΜακΝτόνα: «Η Βασίλισσα της Ομορφιάς», σκην.: Νικαίτη Κοντούρη. Θέατρο: Βικτώρια

Εντεν φον Χόρβατ: «Πίστη, Αγάπη, Ελπίδα», σκην.: Πέτρος Ζηβανός. Θέατρο: Κέντρο Θεατρικής Ερευνας, Θεσσαλονίκης

Τικ-τακ, τικ-τακ, τικ-τακ. Ισα-ίσα να τ’ ακούς . Αλλά ίσα-ίσα και να σου τρυπάει τ’ αυτιά και μάλιστα μ’ εκνευριστικό τρόπο. Κι αυτό σ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Μιας από τις σημαντικότερες παραστάσεις αυτής της χρονιάς. Το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Βέβαια, συγχρόνως και μιας «δύσκολης» μιας στριφνής παράστασης, επειδή εξίσου δύσκολος και στριφνός είναι κι ο Αυστριακός συγγραφέας Τόμας Μπέρνχαρντ –πέθανε πριν από 20 χρόνια– ο οποίος υπήρξε μία μοναδική λογοτεχνική προσωπικότητα: υπερόπτης, σαρκαστής της πολιτείας και της Εκκλησίας και, κυρίως, της αστικής κοινωνίας της πατρίδας του της Αυστρίας την οποία και –με όλο του το δίκιο!– κατάβριζε σαν μικροαστική και καθυστερημένη .

Ο Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος, που σκηνοθέτησε αυτό το νιτρογλυκερινικό υλικό, έκανε μία αξιοθαύμαστη δουλειά. Ιδιαίτερα μάλιστα στον ρόλο του ψυχοπαθητικού αλλά μεγαλοφυέστατου Λούντβιχ, ο οποίος επιστρέφει στο πατρικό του και στις δύο αδελφές του έπειτα από παραμονή σε πολυτελές άσυλο.

Δεν υπάρχει χειρότερο –και δυσκολότερο– πράγμα για έναν ηθοποιό από το να παίζει έναν τρελό. Οι γραφικο-παθολογικές καταστάσεις οι οποίες εξαντλούνται σε 5΄ δεν ενδιαφέρουν κανέναν θεατή – εκτός βέβαια από τους ειδικούς ψυχίατρους. Ε, λοιπόν ήταν η πρώτη φορά που είδα έναν ερμηνευτή –τον Κ. Κωνσταντόπουλο– να χειρίζεται με τέτοια μαεστρία παθολογικά ψυχωτικές καταστάσεις και να μεταδίδει ρίγη στην πλατεία. Εντυπωσιακά σωστές ήταν δίπλα του και οι –ανύπαντρες– δύο αδελφές του που τον καταπίεζαν με τη λατρεία τους. Η αυτοσυγκρατούμενη Μαρία Καψή και η νευρωτική Μάντυ Λάμπου. Ενδεχομένως να βρίσκονταν και οι τρεις ηθοποιοί κάποιες –λίγες– οκτάβες ψηλότερα.

Ομως, ακόμα κι αυτό το μόνιμο το un po troppo crescendo λειτούργησε το ίδιο εκνευριστικά όσο και το τικ-τακ τριβέλισμα του ρολογιού. Ηθελημένα εκνευριστικά. Ηταν ο καλύτερος Τόμας Μπέρνχαρντ που έχω δει στην Ελλάδα.

  • Η Ελλάδα του Οθωνος

Από την άλλη τη μεριά, ο χειρότερος Ανδρέας Στάικος –ένας από τους πλέον ενδιαφέροντες σύγχρονους συγγραφείς μας– που είδα στην αθηναϊκή σκηνή ήταν η «Ναπολεοντία» του ένα κείμενό του το οποίο σκηνοθέτησε ο ίδιος. Η ιδέα του πικρο-ξινο-καγχαστικού έργου ήταν μεγαλειώδης: Η Ελλάδα του Οθωνος μικρο-αστικοποιείται και εξευρωπαϊζεται βαλσάροντας με όλα τα τραγελαφικά παρελκόμενα της υπόθεσης. Ομως, το κείμενο δεν σπάει τα κόκαλα που όφειλε. Αμήχανα σκηνοθετημένο από τον ίδιο τον συγγραφέα διαθέτει έναν χαρισματικό Μάνο Βακούση, ο οποίος «φωνάζει» ότι είναι μόνος – κατάμονος εδώ, μία νεαρή Ναπολεοντία (Κατερίνα Παυλάκη) η οποία έχει οδηγηθεί σε ανασφάλειες ως προς το εάν ο ρόλος της είναι χαρακτήρας ή τύπος. Το γεγονός αυτό ο θεατής το διαπιστώνει να συμβαίνει και με τους υπόλοιπους ερμηνευτές – Γιώργος Γιαννακάκος, Αντωνία Γιαννούλη, Ελενα Χατζηαυξενή. Το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι παρά το ότι ο ίδιος ο Ανδρέας Στάικος –ως σκηνοθέτης τουλάχιστον– δεν είχε ξεκαθαρίσει ούτε αυτός προς τα πού θα όδευε. Προς έναν μποσταντζογλισμό ή προς μία καθαρευουσιάνικη νικολαο-λασκαρεωτική ηθογραφία.

  • Ιρλανδέζικη ηθογραφία

Οι σύγχρονες ιρλανδέζικες ηθογραφίες συνηθίζουν να κονταροχτυπιούνται αναμεταξύ τους ως προς το ποια θα είναι η πιο αδυσώπητη σκληρή στη γλώσσα και στο περιεχόμενο. Σ’ αυτά τα χνάρια και η «Βασίλισσα της Ομορφιάς» του 39χρονου Μάρτιν ΜακΝτόνα. Σε ένα απομονωμένο αγροτόσπιτο στην δυτική Ιρλανδία ζούνε διαρκώς αλληλοκαταπιεζόμενες μάνα και κόρη.

Η εβδομηντάχρονη καταφέρνει να διώξει τον άνδρα που απειλεί να πάρει την κόρη μακριά της. Κι αυτή με τη σειρά της τη δολοφονεί. Υπάρχουν όμως και χειρότερες καταστάσεις – τα ψέματα τα οποία εξακοντίζονται για να πληγώσει η μία την άλλη. Γιατί η κόρη δεν είναι διόλου εξώλης και προώλης, όσο υποτίθεται πως είναι. Και όσο για το «όργιο» το οποίο διαδραματίζεται περίπου κάτω από τα μάτια της μάνας δεν ολοκληρώνεται καν. Ο επιβήτορας έχει πάθει σεξουαλική αφλογησία.

Ευτυχώς, η Νικαίτη Κοντούρη σκηνοθέτησε με φροντίδα στη λεπτομέρεια την ιρλανδέζικη ηθογραφία. Δίχως τις επίπλαστες μοντερνιές και τα ακροβατικά καμώματα όσων σκηνοθετών αγχώνονται να αποκαλύψουν το ταλέντο τους ακόμα και με έργα τύπου «Αυλές των Θαυμάτων». Χαρακτηριστικό της παράστασης ήταν πως ακόμα και ένας εικαστικός σαν τον Γιώργο Πάτσα, ο οποίος αρέσκεται να ξαφνιάζει πρωτοτυπώντας σκηνογραφικά, στην συγκεκριμένη περίπτωση έστησε ένα «στρωτό» σκηνικό.

Παρ’ όλη την περιγραφική υπερβολή της, η Ερση Μαλικένζου άντεξε δίπλα στους πιο συγκρατημένους Κωνσταντίνο Γαβαλά και Τάσο Γιαννόπουλο. Η Ναταλία Τσαλίκη ήταν η πλέον ζυγοσταθμισμένη της παράστασης. Η καλύτερη αν το θέλετε έτσι.

  • Η μεγάλη κρίση του ’30

Ανάμεσα στους αγαπημένους θεατρικούς συγγραφείς μου είναι και ο γερμανόγλωσσος –αλλά διόλου Γερμανός– Εντεν φον Χόρβατ («Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης). Κι από τα καλύτερα έργα του το «Πίστη, Αγάπη, Ελπίδα», έργο γραμμένο στη δεκαετία του ’30, την εποχή της μεγάλης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Μοιραία υπάρχουν συγκλονιστικές αναλογίες με την σημερινή εποχή, όπου το φάσμα της ανεργίας ξανα-προβάλλει τόσο εκφοβιστικά. Την περασμένη εβδομάδα είδα μία ξεχωριστή παράσταση του έργου αυτού σ’ ένα ασφυκτικά γεμάτο μικρό υπόγειο όπου φιγουράριζε ένας μεγάλος τίτλος «Κέντρο Θεατρικής Ερευνας Θεσσαλονίκης» (Κ.Θ.Ε.Θ.).

Σε μία έξοχη μετάφραση (της Σουζάνας Ιωαννίδου) και με μία διδασκαλία (Πέτρος Ζηβανός) η οποία κατόρθωσε να αφομοιώσει ακόμα και τις ερμηνευτικές υπερβολές ηθοποιών, όπως του Αχιλλέα Ψαλτόπουλου, δημιουργώντας ένα ομοιογενές σύνολο, το οποίο έδειχνε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη γενική αίσθηση –για το μήνυμα ας πούμε– του έργου παρά για τις μεμονωμένες υποκριτικές επιδόσεις, το «Πίστη, Αγάπη, Ελπίδα» ήταν ασφαλώς μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες παραστάσεις αυτού του χειμώνα.

Ερωτες ροκοκό, έρωτες ταπείνωσης

Ενας a cheval νέος – παλιός Μαριβώ κι ένας βίαιος έρωτας

Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Μαριβώ: Η Κληρονομιά, σκην.: Φώτης Μακρής. Θέατρο: Νέος λόγος (studio Μαυρομιχάλη)

Ανδρέας Μήτσου: Ο κύριος Επισκοπάκης, σκην.: Στέλιος Μάινας. Θέατρο: «Εύπλους» (στο «104»)

«Επινοώ τον εαυτό μου αλλά για τη συντήρησή του σε χρειάζομαι. Αγάπησέ με» Νατάσα Χατζιδάκι «Άδηλος αναπνοή», 2008

Με αδιάκοπη ευφορία παρακολούθησα τον νεωτερικό Μαριβώ («Η κληρονομιά»-1736) που σκηνοθέτησε φρέσκα και μοντέρνα ο Φώτης Μακρής. Κράτησε τη θέρμη της αμφίρροπης ως εκ του χρήματος ερωτικής πλοκής, σεβόμενος απόλυτα τον μετρ του είδους μεταφραστή Ανδρέα Στάικο και τις γλωσσικές του ταχυδακτυλουργίες, ενώ ουσιαστικά ένωνε διαρκώς την κλασική εποχή με τη σημερινή νευρώδη κινητικότητα και τη συμπεριφορά μας. Εξυπνα γκαγκ, γυμνή, μπρεχτίζουσα όψη (Γ. Λυντζέρης) κι ένας συνδυασμός παραδοσιακής υποκριτικής και νεανικής «τρελής» δροσιάς και αθωότητας μέσα σε περιβάλλον που θύμιζε «φτωχό θέατρο» του Γκροτόφσκι, ελάφρυναν το κλασικό marivaudage.

Στον Μαριβώ ο κίνδυνος σήμερα είναι να ακινητοποιήσεις τον θεατή σου στη θέση του ακροατή, κίνδυνο που με πολλά ανάλαφρα τεχνήματα (συμμετοχή του κοινού, ειρωνικό παίξιμο, τεχνικοί αιφνιδιασμοί, καταιγιστική ή διακεκομμένη δράση) απέφυγε ο Μακρής. Συνάμα, πλούτισε την παράσταση με Γάλλους τραγουδοποιούς (Adamo, Legrand, Gainsbourg), κατά τις οδηγίες ενός έκπαλαι λάτρη αυτής (και όλης) της μουσικής, του Ιάκωβου Δρόσου. Τις πρωταγωνιστικές εδώ χορογραφίες και την κίνηση επιμελήθηκε με επιθετική ζωντάνια η Στέλλα Κρούσκα, ιδεώδης κάτοχος και χειρίστρια, μαζί με τη δυναμική Μαρία Μαλταμπέ, του συγκεκριμένου μεικτού πλην νόμιμου ύφους που ζήτησε η σκηνοθεσία. Τις πλαισίωσαν, όχι στο ίδιο επίπεδο αλλά με διδαγμένη επάρκεια, ο Αλ. Αλπίδης, η Μαρ. Κορδώνη, ο Δημ. Πλειώνης και ο ίδιος ο Φ. Μακρής.

Ο θεατρικός οργανισμός «Νέος Λόγος» εργάζεται ποιοτικά αλλά ως πλάνης από το 1997. Στον δικό τους πια χώρο τα μέλη της ομάδας έλυσαν με απλότητα αλλά και πολλή προσοχή και φαντασία το αίνιγμα του εν ευφραδεία βαρύφορτου και περίπλοκου Μαριβώ ως ευχάριστου σημερινού θεατρικού επιχειρήματος. Δεν είναι καθόλου λίγο.

  • «Ο κύριος Επισκοπάκης»

Μια άλλου είδους επιτυχία κατήγαγε ο σημαντικός μας πεζογράφος Ανδρέας Μήτσου: μετέφερε χωρίς τραύματα ή μάλλον με πρόσθετες θεατρικές αρετές τη νουβέλα του «Ο κύριος Επιτροπάκης» στη σκηνή. Με ζωντανούς διαλόγους, βίαιες ανατροπές, ηθικές απογυμνώσεις ακραίων περιοχών της συνείδησης, «ταπείνωσε» το δειλό και συμβατικό άρρεν ως ανάξιο της μοιχείας, εφόσον επιστρέφει στον οικογενειακό κλωβό. Το θήλυ, ψηφίζοντας την ποίηση της ανδρείας, θα ακολουθήσει τον Βούλγαρο μόρτη, που από εκβιαστής οικογενειών μεταβάλλεται σε ερωτευμένο βιταλιστή εραστή.

Αν εξαιρέσει κανείς τη φιλολογική σκευή του Μήτσου, η οποία κατά σημεία τον οδηγεί στον εκφραζόμενο στοχασμό ή στο φιλοσοφικό τσιτάτο, το νεύρο της γραφής του, η λαϊκή του έως και λούμπεν γλώσσα και το πλούσιο μεταλλείο των ψυχογραφικών του παρατηρήσεων πλαισιώνουν το ερωτικό του τρίγωνο χαρίζοντάς του αλήθεια, οδύνη, αισθαντικότητα, πικρές γεύσεις και βαθύτερες καταγγελίες της ερωτικής αναπηρίας.

Νεοελληνικό θέατρο άρτιο παρέλαβε ο Στέλιος Μάινας (που έπαιξε με επιθετική «απόγνωση» έναν ουτιδανό και γελοίο Επισκοπάκη) και μας το παρέδωσε με όλους τους χυμούς, τη σφοδρότητα και τα απροσδόκητά του. Βοηθήθηκε πολύ και πολύ ουσιαστικά από τους αλλοδαπούς συσκηνοθέτες Κρίστοφερ Μπίτσινγκ και Ντάγκλας Φουτ, που κατηύθυναν με εμπνευσμένο και σίγουρο χέρι τους φωτισμούς, την εικόνα, τους ήχους. Ο Πάνος Βασιλονικολός, με εξαίρετα μουσικά κομμάτια, έντυσε αισθηματικά την παράσταση, ενώ, πέρα από τα αρμόδια κοστούμια, η Αγγελική Αθανασιάδου χρησιμοποίησε ως ιδιοφυές σκηνικό ένα μεγάλο «μεκανό» για πολλές μεταμορφώσεις και χρήσεις.

Ο νταής του Κώστα Καζανά ήταν νομίζω ό,τι καταλληλότερο, αβίαστο, φυσικό και λάμπον μέσα στο όλο εγχείρημα. Κολακεύομαι που τον είχα ξεχωρίσει από το 1982 στο «Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης» του Νίκου Ναουμίδη, στα «Γούστα του κυρίου Σλόαν» του Ορτον. Τέλος, η Κάτια Σπερελάκη (το γυναικείο διακύβευμα) χάρισε στον εαυτό της μια χρησιμότατη μαθητεία μέσα σ’ αυτό το εντυπωσιακό σύνολο.