Στρίντμπεργκ και «Οδυσσέας»

«Δεσποινίς Τζούλια» (σκηνοθεσία Δ. Λιγνάδης)
  • «Δεσποινίς Τζούλια» επί δύο

Με αφορμή τα 100 χρόνια από το θάνατο του Στρίντμπεργκ, το Φεστιβάλ Αθηνών περιέλαβε στο θεατρικό πρόγραμμά του (στην Πειραιώς 260) δύο παραστάσεις -η μία ελληνικού θιάσου και η άλλη του βερολινέζικου κρατικού θεάτρου «Σαουμπίνε»- του έργου του Στρίντμπεργκ «Δεσποινίς Τζούλια» (1888), σε διασκευές των σκηνοθετών των παραστάσεων. Αμέτρητες φορές ανεβασμένο (διεθνώς και στην Ελλάδα), όσο κι αν άλλαξαν(;) οι κοινωνικοταξικές αντιλήψεις και ερωτικο-σεξουαλικά ήθη στον 20ό αιώνα, η ίδια η ανθρωποφαγική αγριότητα του σύγχρονου καπιταλισμού καθιστά «σημερινό» αυτό «το πρώτο σουηδικό νατουραλιστικό δράμα», όπως το χαρακτήρισε ο συγγραφέας του. Αριστουργηματικής «οικονομίας» και ψυχογραφικής δύναμης, υπαρξιακό και ταυτόχρονα κοινωνικό δράμα, η «Δεσποινίς Τζούλια», συμπυκνώνει πλήθος πτυχών των ανθρωπίνων πραγμάτων αλλά και της αστικής κοινωνίας. Την ανάγκη κάθε ανθρώπου για αγάπη και ευτυχία. Το σαθρότητα του γάμου. Τη σύγκρουση των δύο φύλων. Την ανομολόγητη επιθυμία της σάρκας. Την πίστη, την απιστία και τη ζήλια. Το αίσθημα ανωτερότητας και έπαρσης της μεγαλοαστικής τάξης. Το αίσθημα μηδαμινότητας και οφειλόμενης υποταγής των «δούλων» – καλλιεργητών στα τσιφλίκια και υπηρετών στα μέγαρα της αστικής τάξης. Την ευμάρεια των «αφεντικών» και τις στερήσεις των «υπηρετών». Τον πόθο των τελευταίων για κοινωνική αναρρίχηση και τη διχασμένη -ανάμεσα στην υποταγή και το μίσος για τους ταξικά ισχυρούς- ψυχολογία τους. Σε μια ταξική κοινωνία -κάθε εποχής και τόπου- ενδέχεται μια γυναίκα της άρχουσας τάξης, από απερισκεψία, σεξουαλική παρόρμηση, ίσως και από αίσθηση ισχύος, να σμίξει με έναν «υπηρέτη» της, αλλά και να το «πληρώσει» αυτό, όχι μόνο με το αμετάκλητο αίσθημα της ταξικής και ηθικής «ταπείνωσης» αλλά και με την αυτοχειρία της. Ετσι «πληρώνει» η μεγαλοαστή Τζούλια τη σεξουαλική συνεύρεσή της με τον υπηρέτη του πατέρα της, Ζαν. Εκείνη αυτοκτονεί. Ο Ζαν, αποτυγχάνοντας να ανέλθει οικονομικοκοινωνικά, βάζοντας στο χέρι την Τζούλια και τα κλεμμένα λεφτά του πατέρα της, παραμένει υπηρέτης. Υπηρέτρια παραμένει κι η προδομένη από τον εραστή της Ζαν, Κριστίν. Κι αφέντης ο «αφέντης» του. Με ένα θάνατο -ακόμα και μέλους της- δεν αλλάζει η αστική τάξη, δεν κλονίζεται.

«Δεσποινίς Τζούλια» («Σαουμπίνε»)

Ο Δημήτρης Λιγνάδης με την «εκσυγχρονιστική» διασκευή του έργου (μετάφραση του πρωτοτύπου από την Μαργαρίτα Μέλμπεργκ) και την κατάφορτη με εντυπωσιοθηρικά ευρήματα σκηνοθεσία του, άλλαξε και μείωσε πολύ τα κοινωνικοταξικά στοιχεία του έργου, αλλά δεν τα εξαφάνισε τελείως, όπως συνέβη με την παράσταση της «Σαουμπίνε». Ο Στρίντμπεργκ σκοπίμως εμφανίζει τον Ζαν να «υπηρετεί» το σύμβολο του αφέντη του – να γυαλίζει και ξαναγυαλίζει τις μπότες του αφέντη. Ο Λιγνάδης αγνόησε αυτόν τον καίριο συμβολισμό. Ο Ζαν του πρωτοτύπου εθισμένος στην υποταγή και κατά βάθος φοβικός, κρύβει τη σκληρότητα και το μίσος του, μιμούμενος την «καλλιεργημένη» και «ευγενή» συμπεριφορά των αφεντικών. Ο Ζαν του Λιγνάδη -τον ερμηνεύει ο ίδιος με όλη τη δύναμη και εμβέλεια των υποκριτικών του μέσων- είναι ένας σύγχρονος, απροκάλυπτα αναιδής, προκλητικός, κυνικός υπηρέτης. Ενας αδυσώπητος, σχεδόν αλητήριος επιβήτορας. Η Τζούλια του πρωτοτύπου, μια ορφανεμένη από μάνα, στερημένη τον έρωτα, απογοητευμένη από τον αρραβωνιαστικό της, παρά την ισχύ της τάξης, είναι μια μοναχική, τραυματική, συνεσταλμένη κατά βάθος ύπαρξη, που από δίψα για ζωή και έρωτα, πετώντας σαν πεταλούδα γύρω από τη «φωτιά» καίγεται. Η Τζούλια της παράστασης -χάριν της ανάδειξης των κινησιολογικών ικανοτήτων και της υποκριτικής ιδιοσυγκρασίας που διαθέτει η Στεφανία Γουλιώτη- είναι ένα σημερινό, ασυγκράτητα «τρελούτσικο», σεξουαλικά προκλητικό, θηλυκό. Ομως, ένα τέτοιο θηλυκό ποτέ δε θα αυτοκτονούσε από ντροπή που κοιμήθηκε με τον υπηρέτη της. Μια τέτοια εκδοχή του ρόλου ακυρώνει το κοινωνικοταξικό «μήνυμα» του έργου. Ετσι μένει η λιτή, αδρή, εσωτερικής αλήθειας ερμηνεία της Μαρίας Πρωτόπαππα (Κριστίν), να σηματοδοτεί την ουσία του έργου.

«Η επιστροφή του Οδυσσέα»

Η παράσταση της «Σαουμπίνε», σε διασκευή της Κέιτι Μίτσελ και σκηνοθεσία δική της και του Λεό Γουόρνερ, χρησιμοποίησε ένα ελάχιστο μέρος του πρωτοτύπου, παρενέβαλε την -διά μικροφώνων- εκφώνηση αρκετών μικρών σπαραγμάτων από κείμενα άλλων δημιουργών (καθώς έμειναν αμετάφραστα δεν μπορεί να κριθεί κατά πόσο ταίριαζαν ή όχι στο πρωτότυπο) και ζωντανή κινηματογράφηση μικρών διαλόγων και κινήσεων των τριών προσώπων του έργου σε διάφορους υποτιθέμενους χώρους του παλιού αρχοντικού της Τζούλιας (κουζίνα, υπνοδωμάτια, τραπεζαρία, σαλόνι, κήπος), ενώ σκόπιμα, απολύτως συμβολικά, ο Στρίντμπεργκ περιορίζει τη δράση του έργου στην κουζίνα. Μόνο κέντρο του ενδιαφέροντος της σκηνοθεσίας έγινε η ανάδειξη των πληγωμένων αισθημάτων της Κριστίν, που σιωπηλά ανέχεται την ερωτική απιστία του Ζαν με την κυρία της. Ενδιαφέρουσα αυτή η ιδέα, αλλά τριτεύουσας σημασίας στο έργο, που χάθηκε και αυτό, και η πολυσημία του και το μήνυμά του. Εξαιρετικά καλαίσθητη και ατμοσφαιρική η παράσταση, μας θύμισε την περίφημη κινηματογραφική μεταφορά του έργου από τον Αλφ Σιέμπεργκ, αλλά και άφησε την εντύπωση μιας ηθελημένης επίδειξης των ικανοτήτων των σκηνοθετών να κάνουν σινεμά.

  • «Η επιστροφή του Οδυσσέα» από τη «Σαουμπίνε»

Η «Σαουμπίνε» παρουσίασε στο Φεστιβάλ Αθηνών μια ακόμα παράσταση, με τίτλο «Η επιστροφή του Οδυσσέα». Πρόκειται για εντελώς ελεύθερη, εκσυγχρονιστική διασκευή της ομώνυμης όπερας του Μοντεβέρντι, διανθισμένη με σπαράγματα από την ομηρική «Οδύσσεια» και του λιμπρέτου του Τζιάκομο Μπανταόρο και κειμένων του σύγχρονου Ούγγρου συγγραφέα Πέτερ Εσκενάζι. Η «πιστή» κατά το μύθο Πηνελόπη, σεξουαλικά στερημένη και ευάλωτη κατά τη διασκευή, οι λογής λογής μηχανορραφούντες μνηστήρες που την περιτριγυρίζουν ποθώντας την εξουσία, ο ακατάλληλος για την εξουσία γιος της, Τηλέμαχος κι ο Οδυσσέας που γυρνά μεν, γέρος δε. Ο Οδυσσέας γυρνά σε μια «Ιθάκη» που την λυμαίνονται, όπου τρώνε, πίνουν, έχουν λόγο, υποκρίνονται, συνεργάζονται και ανταγωνίζονται μνηστήρες – εκπρόσωποι διαφόρων συμφερόντων. Μια «παιγνιώδης» παράσταση, που σαρκαστικά παραπέμπει στη σημερινή παραλογισμένη και διαλυμένη κοινωνία. Μέσα σε ένα σκόπιμο σκηνογραφικό κομφούζιο, με ζωντανά εκτελεσμένα από τους ηθοποιούς (με σύγχρονα όργανα) μουσικά μέρη και άριες της όπερας του Μοντεβέρντι και σύγχρονους τζαζ και ποπ ήχους, με υπονοηματικούς διαλόγους, με θεατρινίστικες, ακαταλαβίστικες «αγορεύσεις» και ειρωνικότατο χιούμορ ο Ούγγρος σκηνοθέτης, μουσικός, μαέστρος Ντέιβιντ Μάρτον (συνυπογράφει και τη μουσική διεύθυνση) συνέθεσε τη συμβολική αλληγορία του, στηριζόμενος και στους άλλους καλλιτεχνικούς συντελεστές και προπάντων σε επτά εξαιρετικά ασκημένους και πειθαρχικούς ηθοποιούς της «Σαουμπίνε».

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 4 Ιούλη 2012