Ενα χαρμανιασμένο σώμα

  • ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΠΑΤΣΑΛΙΔΗ
  • Κυριακή, 3 Οκτωβρίου 2010 | ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

Μια ιστορία παρμένη από το περιθώριο πάντα ιντριγκάρει τους καθωσπρέπει αστούς. Γιατί ακριβώς λειτουργεί ακαριαία η λογική της κλειδαρότρυπας, μα πιο πολύ η λογική της απαγορευμένης ετερότητας. Να θυμίσω περιπτώσεις όπως το πολυδιαφημισμένο «Shopping and Fucking» (είχε σπάσει ταμεία στο «Αμόρε»), που -υποτίθεται- ξεβράκωνε την ηθική των αστών και των επιτυχημένων και οι μόνοι που το είδαν και το διασκέδασαν με την ψυχή τους ήταν οι ίδιοι οι αστοί και μάλιστα σε ένα πολύ καθωσπρέπει θέατρο του αγγλικού κατεστημένου, το Royal Court.

  • Νομιμοποιώντας το περιθώριο

Τελικά έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς πώς το εκτός κανόνος ή νόμου ή νόρμας φιλοξενείται εκεί ακριβώς όπου κυριαρχεί ο νόμος, η νόρμα και η τάξη. Εχει ενδιαφέρον να δει κανείς με τι άνεση νομιμοποιείται η αίρεση. Κάποτε, και εννοώ πριν από την κυριαρχία της τεχνολογίας και των ΜΜΕ, υπήρχε κάποιο, έστω υποτυπώδες, κοινωνικό περιθώριο, που όριζε τον εαυτό του σε αντιδιαστολή με το νόμιμο κέντρο. Υπήρχε ένας χώρος «εκτός», που όχι μόνο επέτρεπε, αλλά και καλλιεργούσε τις ενοχλητικές υπερβάσεις. Σήμερα, μεταμοντέρνες μέρες που είναι, όλα συγκλίνουν προς το «ανενόχλητο» κέντρο. Σίγουρα η πόρνη της Πάτρας δε θα φανταζόταν ποτέ ότι την «έκκεντρη» ιστορία της θα τη φιλοξενούσε το ίδιο το σύστημα σε ένα από τα θέατρά του. Πάντα όμως αυτό γίνεται. Κάθε σύστημα που σέβεται τον εαυτό του υιοθετεί την αίρεση, ώστε να της αφαιρέσει το κεντρί της. Το σύστημα τρέφεται από το περιθώριο. Να το πω διαφορετικά: το περιθώριο είναι το εργοτάξιο ιδεών του συστήματος.

Σε κάθε περίπτωση, και πέρα από τις όποιες γενικόλογες παρατηρήσεις, πιο πολύ κοινωνιολογικού περιεχομένου (κουβέντα να γίνεται), καλά έκανε η επιτροπή των «Δημητρίων» και ενέταξε την παράσταση του έργου «Η γυναίκα της Πάτρας» (κατά το «Η γυναίκα της Ζάκυνθος» του Σολωμού) στο φετινό του πρόγραμμα. Μπορεί να μην ικανοποίησε τις προσδοκίες όλων, είχε όμως μια δοσμένη πρωταγωνίστρια, που, κατά τη γνώμη μου, δικαιούται όλα τα εύσημα. Χωρίς αυτή θα μιλούσαμε για την παράσταση σε άλλους τόνους και με άλλη διάθεση.

  • Η ιστορία της Πανωραίας

Η ιστορία της πόρνης από την Πάτρα που «συναρμολόγησε» ο Γιώργος Χρονάς το 1989 (την είχε δημοσιεύσει σε συνέχειες στο περιοδικό του «Οδός Πανός») έχει λίγο απ’ όλα: βία, εκμετάλλευση, φτώχεια, καταχρήσεις, αμέτρητες ερωτικές συνευρέσεις, κλάμα, πόνο. Η Πανωραία (έτσι τη φώναζαν οι συγχωριανοί και οι πελάτες της, γιατί ήταν πολύ όμορφη), γέννησε πολλά παιδιά και έκανε τρεις γάμους. Μάλιστα στα 16 της είχε μείνει κιόλας χήρα. Ζούσε με τη μάνα της και μια παπαδιά σε ένα άθλιο υπόγειο στην Πάτρα, όπου διάβαζαν μανιωδώς την Αγία Επιστολή, ένα κείμενο που μιλούσε για φριχτές τιμωρίες στους αμαρτωλούς. Μετά την ανάγνωση η Πανωραία, «χαρμανιασμένη από φαΐ και ηδονή», έβαζε τα καλά της και τα αποκαλυπτικά της και έβγαινε στα στενά της Πάτρας να ψωνιστεί για να βγάλει τα προς το ζην.

Χωρίς ενοχές, κλάψες και μελοδραματισμούς, η Πανωραία πλάθει για μας καρέ καρέ το παζλ των προσωπείων της, όπως αυτά διαμορφώθηκαν τις δεκαετίες του 1950 και ’60 στην ελληνική επαρχία. Προσωπεία άπιαστα, διονυσιακά και βασανιστικά ελεύθερα, σε ένα περιβάλλον διόλου φιλελεύθερο και ανεχτικό.

Τώρα, το πώς δίνεται θεατρικά αυτή η ιστορία είναι άλλο θέμα. Κρίνοντας από αυτό που είδαμε στη σκηνή του «Ανετον», θεωρώ πως ήθελε κι άλλο παίδεμα και χτένισμα, για να αποκτήσει τη θερμοκρασία του σανιδιού. Το ότι κάποιος καταθέτει τα σώψυχά του δε σημαίνει αυτόματα και καλό υλικό για θεατρική εκμετάλλευση. Απόδειξη το γεγονός ότι οι περισσότερες σκηνικές αυτοβιογραφίες μέχρι σήμερα έχουν αποτύχει παταγωδώς. Εκείνο που κάποιος θεωρεί ενδιαφέρον σε προσωπικό επίπεδο, όταν γίνει δημόσιο θέαμα ίσως και να μην ενδιαφέρει κανέναν. Υπό αυτήν την έννοια, η ιστορία της Πανωραίας είχε ανάγκη από σουλούπωμα, ώστε να φύγουν οι κοινοτοπίες, οι αδιάφορες περιγραφές και να αποκτήσει μια πιο αιχμηρή και απρόβλεπτη αφηγηματική επιφάνεια. Οσο για τις ραφές που έχασκαν ανάμεσα στα επεισόδια, έδειχναν πιο πολύ σκηνοθετική αμηχανία παρά άποψη.

  • Αμήχανη σκηνοθεσία

Δεν μπορείτε, κα Κιτσοπούλου, να φορτώνετε από το πουθενά μια αρκετά συμβατική αφήγηση με μεταμοντέρνα υλικά και να περιμένετε να σας βγάλει κάπου. Ο μεταμοντερνισμός δε λειτουργεί με τη λογική της γαρνιτούρας. Πολύ ωραία η ιδέα του μεγεθυντικού καθρέφτη, όμως πέστε μου, δεν έπρεπε κάτι να είχε προηγηθεί και κάτι να είχε ακολουθήσει, ώστε αυτό το παιχνίδι της παραμόρφωσης (ή μεταμόρφωσης, πέστε το όπως θέλετε) του προσώπου να πάρει, και δομικά και αισθητικά, τη θέση που πρέπει; Οταν οι λέξεις και οι πράξεις ξεγυμνώνουν την ψυχή κάποιου, δεν πας άρον άρον να τις ντύσεις με «λιλιά». Προς τι; Δεν αντιλέγω ότι οι βαθύτερες προθέσεις της σκηνοθεσίας στόχευαν σε ένα είδος σχολιασμού των δρωμένων. Οι ενστάσεις μου εστιάζονται στο γεγονός ότι δεν είχαν ερείσματα μέσα στην ιστορία και την εξέλιξή της. Φάνταζαν ξένο σώμα. Εκτός κλίματος. Ο συγκεκριμένος μονόλογος απαιτούσε τον απόλυτο μινιμαλισμό. Το οποίο βέβαια και πάλι είναι δίκοπο μαχαίρι, γιατί εάν το ίδιο το επιλεγμένο υλικό δεν παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, το αποτέλεσμα γίνεται ακόμη χειρότερο. Κι αν η εξομολόγηση της Πανωραίας στη σκηνή του «Ανετον» ευτύχησε, οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην Ελένη Κοκκίδου.

  • Η Πανωραία της Κοκκίδου

Η Κοκκίδου φόρεσε τα «κουρέλια» της Πανωραίας και τα γέμισε χαρμάνια, ζωή και χυμούς. Μετέτρεψε το δράμα της σε κωμωδία, όπως περίπου θα όριζε ο Τσέχοφ την κωμωδία: ένα επικίνδυνο μπαλαντζάρισμα ανάμεσα στο τραγικό και το γελοίο, το λαμπερό και το σκοτεινό. Το παίξιμό της, με εξαίρεση ορισμένες στιγμές αμηχανίας που οφείλονταν κυρίως στις ίδιες τις αδυναμίες του κειμένου, διατήρησε την αμεσότητα της προφορικότητας του λόγου της ηρωίδας και την αλήθεια των βιωμάτων της. Επένδυσε τη συσσωρευμένη θεατρική της εμπειρία στο αναλώσιμο σώμα αυτής της γυναίκας και του έδωσε μια εξέχουσα σκηνική θερμοκρασία. Τίποτα δεν ψεύτισε επάνω της. Ψεύτιζε μόνο εκεί όπου, όπως είπα, η σκηνοθεσία επέμενε να «ντύνει» την αφήγηση με αλλότριες εικόνες.

Τα κοστούμια και σκηνικά υπογράφει η Τατιάνα Σουχορούκωφ. Τους φωτισμούς ο Σ. Μπιρμπίλλης.

Συμπέρασμα: Ισχνό κείμενο, αβέβαιη σκηνοθεσία, γεμάτη και σίγουρη ερμηνεία.

Πανωραίας μονόλογος

Μονόλογος ψυχής είναι αυτός του Γιώργου Χρονά που ακούει στον τίτλο «Η γυναίκα της Πάτρας» και που ευτυχεί αληθινά στο ανέβασμά του στο «Από Μηχανής Θέατρο». Ο τρόπος που τον έχει σκηνοθετήσει η Λένα Κιτσοπούλου «φωτίζει» όλες τις «ακριβές» πτυχές του και ο τρόπος που τον ερμηνεύει η Ελένη Κοκκίδου τον «απογειώνει».

Η Ελένη Κοκκίδου καθηλώνει το κοινό με την ερμηνεία της στη  «Γυναίκα της Πάτρας».

Η Ελένη Κοκκίδου καθηλώνει το κοινό με την ερμηνεία της στη «Γυναίκα της Πάτρας».

Η «Γυναίκα της Πάτρας» είναι ένας μονόλογος που προέκυψε από την αληθινή ιστορία της πολύπαθης πόρνης Πανωραίας, όπως την κατέγραψε ο ποιητής-συγγραφέας Γιώργος Χρονάς, μέσα από μια σειρά συνεντεύξεων που της πήρε. Και «ανεβάζει» στη σκηνή την ιδιαίτερη αυτή γυναίκα, η οποία πέρασε διά πυρός και σιδήρου, όπως εξομολογείται με ύφος αναρχικό από σκηνής με ένα τολμηρό, γυμνό λόγο που δίνει μπουνιά στο στομάχι και κόβει φορές φορές την ανάσα μας!

Η Πανωραία έζησε τραγικά, πόνεσε όσο λίγοι, έφαγε αμέτρητα χαστούκια στη ζωή της. Αποενοχοποιημένη, σκληρή σαν ατσάλι, μα με ρωγμές μικρές τρυφεράδας, δίνει από σκηνής μαθήματα ζωής και αλήθειας, σε μια εποχή που όλα είναι δήθεν, φτιαχτά και επιφανειακά.

Ο ίδιος ο μονόλογος αλλά και η παράσταση που έφτιαξε με οίστρο η Λένα Κιτσοπούλου «βουτά» στην ουσία της ζωής και πιάνει κόκαλο.

Η Ελένη Κοκκίδου ερμηνεύει την Πανωραία με τρόπο που καθηλώνει και που κόβει την ανάσα για μία ολόκληρη ώρα. Δεν «καμώνεται» την πόρνη του Χρονά. «Γίνεται» αυτή με αμεσότητα και ακρίβεια μοναδική. Φωνάζει, δακρύζει, κλαίει, ουρλιάζει, πονάει, δονείται, σπαρταράει, χορεύει, τραγουδάει, κραυγάζει και σιωπά με τόση αλήθεια που σου προσφέρει μια θεατρική μέθεξη που σπάνια έχεις ζήσει… Ενα ρεσιτάλ υποκριτικής που πρέπει οπωσδήποτε να δείτε!

* Η «Γυναίκα της Πάτρας» θα παίζεται μέχρι τέλη Μαΐου στο «Από Μηχανής Θέατρο» της οδού Ακαδήμου, στο Μεταξουργείο.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΠΟΥΖΙΩΤΗΣ, ΕΘΝΟΣ, 18/04/2010

***Γιώργος Χρονάς «Η γυναίκας της Πάτρας»

  • Ενα βιβλίο σχεδόν «αχειροποίητο» – Ενα θεατρικό έργο με «μηδέν λιπαρά»

  • Από τον Χάρη Μεγαλυνό
  • Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 26 Μαρτίου 2010

***Γιώργος Χρονάς, Η γυναίκα της Πάτρας, τρίτη έκδοση, έβδομη χιλιάδα, εξώφυλλο-σύλληψη: Kirios Kriton, εκδόσεις Οδός Πανός, σ. 256, 15 ευρώ

**Γιώργος Χρονάς, Η γυναίκα της Πάτρας, διασκευή – σκηνοθεσία: Λένα Κιτσοπούλου, σκηνικά – κοστούμια: Τατιάνα Σουχορούκωφ, ερμηνεία: Ελένη Κοκκίδου, «Από Μηχανής Θέατρο»

α. Η δεύτερη και η τρίτη εύρεσις της Πανωραίας

Θα ήταν σωστό αν λέγοντάς το το εννοούσαμε κιόλας ότι ο Γιώργος Χρονάς με τη Γυναίκα της Πάτρας έφερε μιαν επανάσταση στον χώρο της διηγούμενης βιογραφίας, αφού για πρώτη φορά, απ’ όσο ξέρω, έχει επιχειρηθεί στη χώρα μας κάτι παρόμοιο στον τομέα του βιβλίου.

Οσοι έσπευσαν τότε, με την πρώτη έκδοση του βιβλίου τον Μάρτιο του 1989,να υπογραμμίσουν τον ανορθόδοξο ή ακόμα και τον πειραματικό χαρακτήρα του,παρανόησαν έναν γνωστό τοις πάσι κανόνα της βιογραφίας, πολλού γε δή της αυτοβιογραφίας: ότι δηλ. η βιογραφία μόνο αν δεν είναι υστεροφημία και διαφημιστικό πλασάρισμα για να κρατηθεί στη ζωή και στο χάζεμα μια παραφουσκωμένη απ’ το botox ετερότητα,αξίζει την ιστορικότητα του προσώπου που μέσα απ’αυτήν διαγράφεται. Κι επειδή τίποτε δεν είναι ανιδιοτελές σ’ αυτό τον κόσμο, μήτε κι αυτής της βροχής εξαιρουμένης, η Γυναίκα της Πάτρας, ενώ φώναζε μ’ όλη τη δύναμη των πνευμόνων της ότι δεν είναι ακόμα μία καλτ προσποίηση, περιτυλιγμένη σαν φοντάν συνοικιακού γλυκού με την κόκκινη ζελατίνα της φτήνειας και της προστυχιάς, η επινόηση ακόμα μιας γυναικείας ύπαρξης μεθυσμένης από τη δυστυχία της έδωσε τέτοια φτερά αναγνωσιμότητας σ’ ένα βιβλίο που ούτως ή άλλως δεν θα περνούσε απαρατήρητο. Θυμηθείτε ανάλογα βιβλία που προηγήθηκαν της Γυναίκας της Πάτρας, της Αμαλίας Μεγαπάνου ας πούμε ή της Λιλής Ζωγράφου, για να καταλάβετε την ειδοποιό διαφορά ενός βιβλίου που δεν βγήκε από κανένα συρτάρι κοινωνικής μεγαλοψυχίας ή πολιτικής προοδευτικότητος, αλλά ξεπήδησε απ’ τη σχεδόν κλοουνίστικη μεγαλαυχία μιας γυναίκας, που στην άκρη μιας μεγάλης πόλης, μες στο φτωχό σπιτικό της, παίρνει φωτιά απ’ τα λεγόμενά της μπροστά στον κ. Γιώργο Χρονά, μπροστά δηλαδή στο μοναδικό της κίνητρο, όχι για ν’ αποδείξει ότι είναι κάποια και ότι αξίζει, αλλά για να αδειάσει μέχρις εξαφανίσεως το βάρος της ζωής της μπροστά μας. Το προσόν της εξαφανίσεως του προσώπου διά του έργου και μέσα απ’ το έργο συνιστά ήδη μια μεγάλη λογοτεχνική αρετή, δύσκολη και ακατόρθωτη ακόμα και για έμπειρους συγγραφείς.

Η Πανωραία με το να διηγείται, με το να ακούει δηλαδή τη φωνή της ενώ διηγείται, μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια μας από έναν προφορικώ τω τρόπω συζητητή, σ’ έναν σεμιναριακό καθηγητή που έχει προετοιμαστεί μέρες πριν, μπορεί και χρόνια, γι’ αυτό το μάθημα προγύμνασης και γνωριμίας με τον εαυτό της.

Λένε ότι ο ικανός συγγραφέας μεταποιεί τρόπον τινά τον αναγνώστη του και από κάτι γνωστό για τον εαυτό του, τον κάνει αγνώριστο, δηλ. αποκαλυπτόμενο στο φως της δικής του συνείδησης. Ετσι που αν αυτό το κολοβωμένο από κάθε δημιουργική ή συγγραφική πρόθεση έργο μάς φαίνεται ότι έρχεται προς το μέρος μας σχεδόν ανάπηρο, χωρίς πρόσωπο, μέλη ή χέρια, υποβασταζόμενο μόνο από μια γυναίκα, λιγάκι ανισόρροπη, λιγάκι επιρρεπή -από μοναξιά, από δυστυχία, από ανικανοποίητο;- στο παραμιλητό και στην ενδοσκόπηση, αυτό συμβαίνει γιατί εμείς αυτομάτως μεταμορφωνόμαστε σε ένα είδος δοχείου για να μεταγγιστεί ξανά και ξανά μέσα μας, όχι μόνο κάποιο είδος φρεσκάδας και πρωτογονισμού συγκεκριμένου, αλλά κάποια ζωτικά κύτταρα της δικής μας, εντόπιας φυλογένεσης.

Αν η διήγηση της Πανωραίας μάς φαίνεται σαν τη δεύτερη και τρίτη εύρεση της αποτμηθείσης κεφαλής του Προδρόμου και Βαπτιστή Ιωάννη, αυτό δεν έχει να κάνει με κάποιο είδος απαρτίωσης της παράδοσης των λαϊκών αναγνωσμάτων, όπως οι βίοι των αγίων ας πούμε, με την ακεραίωση ενός παλαιού λειψάνου μιας περασμένης εποχής, αλλά με την ίδια τη γεύση της πραγματικότητος. Η Πανωραία διψάει για δικαιοσύνη όπως άλλοι διψάνε για νερό. Τα φοβερά της λόγια, το στόμα της, που λες και βγαίνει μέσα απ’ τον πηλό της γης, πεινάει για την ημέρα που όλα θα αποδοθούν στους δίκαιους, δηλ. στους κατατρεγμένους.

Τα δύο στοιχεία που φέρει σταυροειδώς στους ώμους της και φαίνεται να έχει σταυρωθεί ανάμεσά τους, είναι η θηλύτητα του σώματος και της ειδής του, που την ισοφαρίζει η δωρικότητα του μυαλού. Γνωρίζουμε βέβαια ότι η Πανωραία υπήρξε πόρνη, αφού η δημοφιλία της, αυτή που την έκανε τόσο παράξενη για το φύλο της ανάμεσα στις όμοιές της, είναι αυτό το γεγονός: ότι δηλ.το φύλο της δεν έμεινε κρυμμένο όπως σε μια μάνα, σε μια σύζυγο, αλλά φανερώθηκε στους πολλούς, στο σύμπαν των αντρών. Το γεγονός ότι αυτή, η Πανωραία, πήγε με τόσους άντρες για βιοπορισμό ή απόλαυση, τη συγκλονίζει ακόμα και τώρα, στη δύση του βίου της. Αντί να πλέκει ή να κεντάει, δηλ., όπως μας λέει ο Φρόυντ, αντί να κλείνει και να ράβει τον κόλπο της στην εισβολή του ανδρικού οργάνου, η Πανωραία συγκλονίζεται με το φύλο της, που της γνώρισε κάτι που ώς τότε δεν γνώριζε: τον εαυτό της και τους άλλους.

Αυτή η γνώση η σχεδόν προφητική, την κάνει να μιλάει λιτά, επιγραμματικά, να δανείζεται σχήματα και μορφές από ολόκληρο το ρεπερτόριο που διαθέτει, ρεπερτόριο συχνά τυχοδιωκτικό, ξεπατικωμένο από εφημερίδες, από φωτογραφίες του σινεμά και σινερομάντζα.

Λεκτικά σχήματα που αποτυπώνουν μιαν ολόκληρη εποχή, που έζησε την ανέχειά της με κινηματογραφικό τρόπο, καπρίτσια κοπιαρισμένα για να τα μασάνε οι φαντάροι σαν τα νέα φρούτα της ηδονής, περιγραφές ταξιδιών, προσκυνήματα, πεζοπορίες, διδακτισμός, οικογενειακές περιπέτειες, όλα χρησιμοποιούνται για να είναι το πέρασμά της στο χώρο και στον χρόνο σημαντικό, σαν το πέρασμα μιας ντίβας, μιας αρτίστας.

Βλέπουμε επιτέλους το Αίγιο με τα μάτια της, όπως θα έπρεπε να είναι, ελληνικό και μοναδικό, σαν κανέναν άλλο τόπο, την Κακιά Σκάλα, τον Πύργο Ηλείας, την Ομόνοια, όχι σαν ονόματα ψιλά, επαρχιακά ή χωριάτικα, αλλά σαν τόπους που έζησε αυτή, τόπους γεμάτους έξαψη και πλησμονή, ζωντανούς κι ενδιαφέροντες. Οι αστυνομικοί, τα κουτσαβάκια, οι παπάδες, οι γέροι και οι γριές, η άτιμη πεθερά και ο Ζακυνθινός, οι αμερικανοί ναύτες είναι η ζαλιστική σειρά των ανθρώπινων όντων που δίχως αυτά η Πανωραία πιθανώς να μην υπήρχε: έτσι, η αναγκαιότητα, η φασαρία όλων των υπάρξεων, μαζί με τα πότε τέσσερα πότε πέντε παιδιά της, ο ιεχωβάς άντρας της, είναι όπως σε όλα τα παραμύθια, όχι ένα παραγέμισμα ή ένας αριθμός, αλλά ο ίδιος ο καμβάς της ζωής. Δίχως αυτά θα υπήρχε μόνο ψυχολογισμός, ατομικές υπάρξεις, ίσως με μια ιδέα ψυχαναλυτικής παρατήρησης, δηλ. η διύλιση σαν αυτοσκοπός του φανταστικού.

Ξεφυλλίζοντας την παρούσα έκδοση του βιβλίου, ο νέος αναγνώστης, όπως και ο παλαιός, καλύτερα θα ήταν να βυθιστεί στην απόλαυσή του και αντί ν’ αναρωτηθεί αν πρόκειται πράγματι για ένα παιχνίδι με καθρέφτες και προσωπεία, να μείνει όσο περισσότερο μπορεί στο απροσποίητο τού γεγονότος, αναβάλλοντας όσο περισσότερο μπορεί κάποιους εύλογους συμβολισμούς και ερωτήματα. Ο Γιώργος Χρονάς ανέθεσε στην Πανωραία έναν ρόλο κι αυτή, σαν καλογυμνασμένο άλογο του τσίρκου, σαν έτοιμη από καιρό, δεν άφησε την ευκαιρία να πάει στράφι. Επιασε το τρομερό είδωλο του καθρέφτη της από τα κέρατα,απλώνοντας μεθοδικά μια λεπτή στρώση απ’ το κοκκινάδι και την πούδρα της τέχνης πού και πού, πάνω στα χείλη, κάτω απ’ τα μάγουλα, αφήνοντας το υπόλοιπο αχειραγώγητο και κοινωνήσιμο. Ακριβώς όπως τη γέννησε η μάνα της και τη δημιούργησε ο Θεός.

β. Μια θεατρική μεταγραφή

Οταν μια τόσο αδρή πρόζα σαν τη Γυναίκα της Πάτρας μεταφέρεται πάνω στη σκηνή, μπορεί να συμβούν δύο τινά: ή το έργο που θα προκύψει από τη συνάντηση δύο διαφορετικών ειδών να είναι μια απλή εικονοποίηση του κειμένου, άρα το δεύτερο χέρι και η μεταχείρισή του να εξυπηρετούν την ανάγνωση του μητρικού κειμένου, ή η θεατρική μεταστοιχείωσή του -που αναγκαστικά θα πέσει στους ώμους ενός μόνου υποκριτή- να ζωντανέψει και να κάνει περισσότερο δημόσιο ένα κείμενο που το απολαμβάνει κανείς ακόπως και ιδιωτικώς. Κι επειδή η Γυναίκα της Πάτρας είναι ένα εύκολο, ρέον κείμενο όσον αφορά τη μυθοποιητική και συμβολική του διάσταση, το ωριαίο ή και κάτι παραπάνω χρονικό του «στρίμωγμα» πάνω στη σκηνή μπορεί ν’ αποδειχθεί δίκοπο μαχαίρι ή σταυρόλεξο για δυνατούς παίκτες.

Οι ειδικοί λένε ότι ο θεατρικός μονόλογος είναι το πιο δύσκολο είδος θεάτρου,αφού στην ουσία μονόλογος και θέατρο αλληλοαναιρούνται. Αφού το θέατρο είναι η ένδυση και η παράσταση ρόλων μπροστά στο κοινό, ο θεατρικός μονόλογος είναι από μόνος του μια έκτακτη περίσταση, ένα μιμόδραμα του άδειου από υποκριτές θεατρικού χώρου, όπου ο ένας υποκριτής πρέπει να περιέχει και τον αντίπαλό του υποκριτή στη θεατρική δράση.

Κι επειδή το θέατρο, κάθε θέατρο, είναι μια πάλη εν εξελίξει, ο θεατρικός μονόλογος -όταν πετυχαίνει στον σκοπό του- είναι δύο θέατρα σε ένα, ένα πρωτεύον κι ένα συμπληρωματικό.

Εύκολα μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι το πρωτεύον είναι το έργο, δηλ. το κείμενο, ο ποιητής: ουδέν αναληθέστερο. Το πρωτεύον είναι η εμπειρία και η απήχηση του κειμένου πάνω στον υποκριτή και συνεκδοχικά πάνω στον θεατή. Σ’ ένα κείμενο οικονομημένο εξαρχής πάνω σε μια ταυτότητα, όπως αυτή της Πανωραίας, περισσότερο υποθέτουμε τη βούληση παρά το πρόσωπό του. Δεν βλέπουμε και δεν ακούμε τίποτε παραπάνω απ’ όσο το κείμενο επιτρέπει να δούμε. Στο θέατρο, η κουρτίνα της σκηνής, ένα ριντό που μισανοίγεται, μια κουκέτα ή ένα κρεβάτι που στρώνεται στο σκοτάδι σιωπηλά, τα βήματα της προετοιμασίας των σκηνικών, μια πόρτα που κλείνει, το τσαφ ενός προβολέα, μια μυρωδιά είναι οι λέξεις μιας μυθοπλασίας που πρέπει να συντελεσθεί τεχνητά, δηλ. μη οραματικά, μπροστά στα μάτια μας. Ολοι μας έχουμε διαβάσει ένα βιβλίο περισσότερες από μία φορές. Ολοι μας ή κάποιοι από εμάς έχουμε δει μια παράσταση περισσότερες από μία φορές. Το πιάσιμο της μέσης μας και ο πόνος των διπλωμένων μας ποδιών είναι ακριβώς ο χρόνος του θεάτρου, όχι επειδή ο χρόνος του θεάτρου κάποτε τελειώνει, ενώ του βιβλίου όχι, αλλά γιατί το θέατρο, όντας μια κατάσταση του χώρου του παρόντος, πρέπει να γίνει και να ολοκληρωθεί στον παρόντα χώρο.

Η παράσταση που ανέβηκε στο «Από Μηχανής Θέατρο», με αφορμή και σε αντιστοιχία με την εντύπωση την αναγνωστική της Γυναίκας της Πάτρας, είναι μια μεταφορά της συγκινησιακής δύναμης του έργου περισσότερο, παρά μια εικονογράφηση ψυχολογικών καταστάσεων υπογείως καμουφλαρισμένων. Η υποκριτική δεινότητα της κ. Ελένης Κοκκίδου είναι η αποκάλυψη και το μυστικό αυτής της επιτυχημένης μεταστοιχείωσης: ένδυση, υπόδηση, βάδιση και φωνή, ενώ φυσιολογικά στην καλύτερη των περιπτώσεων θα αποτελούσαν τα συστατικά μιας περσόνας, ενός προσωπείου, εδώ προσπερνούν μες στη ροή της ηθοποίας την αρχετυπική Πανωραία και τη διυλίζουν, όχι σε μια νταρντάνα όπως θα τη φανταζόμασταν στις σελίδες του βιβλίου, αλλά σε κάτι πραγματικά κοριτσίστικο, γυναικείο. Η δροσιά και το λεπτοφυές της φωνής της κ. Κοκκίδου κάνουν τ’ ανήκουστα λόγια της κειμενικής Πανωραίας ν’ ακούγονται περισσότερο «άτοπα» και ανοικονόμητα απ’ ό,τι θα τ’ ακούγαμε από μια βαριά κοντράλτα φωνή, με χοντρά σκουλαρίκια και μαύρους κύκλους γύρω απ’ τα μάτια. Ετσι που η κ. Ελένη Κοκκίδου με το γούνινο γιλέκο της, με τη ματιά της, που εξερευνούσε πάνω απ’ τα κεφάλια των θεατών και δίπλα στους παρευρισκομένους, το ματεριαλιστικό φάντασμα μιας διαφεύγουσας Πανωραίας,πρόσθεσε το δικό της βεστιάριο πάνω στη σκοτεινόχρωμη ρόμπα του σπιτιού της άλλης, κάνοντας ό,τι κάνει ένας πραγματικός δημιουργός: δημιουργώντας όχι ένα ρουφηγμένο υποκατάστατο, αλλά σκύβοντας πάνω απ’ την παλιά σόμπα με τα μπουριά, στο φτωχό σπιτικό της, το ντυμένο με τις αποχρώσεις του χειμώνα, απόθεσε πάνω στην ποδιά εκείνης της τεταραγμένης ύπαρξης το φωτοστέφανο της δικής της τέχνης.

«Η πέτρα της υπομονής», «Είσαι η μητέρα μου», Δύο μονόλογοι στο «Από μηχανής θέατρο»

  • Ενδιαφέρουσες σκηνικές δημιουργίες
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 3 Μάρτη 2010
  • «Η πέτρα της υπομονής» στο «Χώρα»
  • Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα η γυναίκα είναι ο πιο «αδύναμος κρίκος» σε κάθε ταξική κοινωνία, που – θεσμικά, ηθικά, πολιτισμικά, θρησκειολογικά – δομείται πάνω στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, στο «δίκιο» του ισχυρότερου και της ιδιοκτησίας. Η στερούμενη κάθε κοινωνικό και ανθρώπινο δικαίωμα, ακόμα και στην οικογένεια, θέση της γυναίκας στην πατρίδα του, ενέπνευσε στον Αφγανό, αυτεξόριστο στο Παρίσι, Ατίκ Ραχίμι το συνταρακτικό μυθιστόρημα «Η πέτρα της υπομονής». Αξιοποιώντας έναν περσικό μύθο για μια «μαγική πέτρα», που αν της εξομολογείσαι τα βάσανά σου σ’ ακούει μέχρι που σπάει, σηματοδοτώντας τη «λύτρωσή» σου για πάντα, ο συγγραφέας καταγγέλλει την απάνθρωπη μεταχείριση της Αφγανής γυναίκας, ακόμα και από γονείς και συζύγους. Αμέτρητες Αφγανές έχουν ανάλογη «μοίρα» με της ηρωίδας του μυθιστορήματος. Ανήλικη, οι γονείς της, με μια γαμήλια αγοραπωλησία, της όρισαν για σύζυγο έναν, επίσης φτωχό, άγνωστο άντρα, ο οποίος έλειπε στον πόλεμο και γύρισε τρία χρόνια. Ζώντας σαν «φυλακισμένη» μέσα στο σπίτι η γυναίκα όφειλε να υπηρετεί – έως θανάτου – το σύζυγο – «αφέντη». Εκείνος όριζε κάθε τι στη ζωή της. Κάποτε, βαριά άρρωστος, πέφτει σε κώμα. Εκείνη, μερόνυχτα στο προσκεφάλι του να τον φροντίζει, από αγωνία για τη ζωή του κι απελπισία για το τι θα επέφερε ο θάνατός του, παραληρεί αναλογιζόμενη τα βάσανα της ζωής της. Τις «πληγές» του γάμου, τις ψυχικές οδύνες και την αναγκαστική, εκούσια «αμαρτία» της. Μοίχευσε, προκειμένου να τεκνοποιήσει, αφού κι όταν ο σύζυγος αποδείχνεται στείρος, δικαιούται να αποδιώξει τη γυναίκα, όπως δικαιούται και να τη σκοτώσει αν μοιχεύσει. Το μυθιστόρημα (μετάφραση Ασπασίας Σιγάλα), συμπυκνωτικά θεατροποιημένο (ως μονόλογος της γυναίκας) και σκηνοθετημένο με περίσσια ευαισθησία, ρεαλιστική απλότητα και ποιητική ατμόσφαιρα από τον νέο σκηνοθέτη Γιώργο Νανούρη, υπηρετείται απόλυτα από την αισθαντικής αλήθειας και δραματικού μέτρου ερμηνεία της Νεκταρίας Γιαννουδάκη. Αρμόζουσα η βουβή ερμηνεία του Δρόσου Σκώτη.
  • «Πάκμαν» στο «Χώρα»
  • Αποτέλεσμα συλλογικής «γραφής», ενός σκηνοθέτη και τεσσάρων ηθοποιών, κατά τη διαδικασία των δοκιμών, είναι το έργο «Πάκμαν» που παρουσιάζεται στη μικρή σκηνή του «Χώρα». Ανάλογα εγχειρήματα, «μόδα» εσχάτως, συνήθως αποτυγχάνουν, καθώς προϋπόθεση είναι η απόλυτη σύμπλευση – απόψεων, ιδεών, θεματολογικών ενδιαφερόντων και αισθητικών γούστων – όλων των συντελεστών τους. Κάποια, ακριβώς για τους ίδιους λόγους, επιτυγχάνουν. Αυτό συνέβη με τους συνδημιουργούς του «Πάκμαν». Ασκημένος – θεματολογικά και αισθητικά – στο σύγχρονο κοινωνιολογικό και ανθρωπολογικό νατουραλισμό, ο σκηνοθέτης Γιώργος Παλουμπής, βάσει μιας αρχικής θεματολογικής ιδέας του, ζήτησε από τους τέσσερις ηθοποιούς – συνεργάτες του, να καταθέσουν την κειμενική, παραστασιακή και υποκριτική τους συμβολή, σκέψεις, αντιλήψεις, εικόνες, βιώματα, εμπειρίες – δικές τους, φίλων, του οικογενειακού, εργασιακού και κοινωνικού περιβάλλοντος – για τον τρόπο ζωής, τα ήθη, τα εργασιακά, οικονομικά, συναισθηματικά προβλήματα, τις δυσκολίες στις σχέσεις (ερωτικές, αδελφικές, φιλικές, εργασιακές), στην επικοινωνία και τη συμβίωση των νέων ανθρώπων, στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Τέσσερις νέοι, τέσσερις διαφορετικοί – καλογραμμένοι χαρακτήρες (τα πρόσωπα φέρουν τα ονόματα των ηθοποιών), στην Αθήνα του σήμερα. Μέσα σε διαμερίσματα – «κλουβιά» πολυκατοικίας στην πολύβουη και πολυάνθρωπη συνάφεια και ερημία της μεγαλούπολης. Ενα ζευγάρι, ανύπαντρο κάμποσα χρόνια. Η κοπέλα κοκέτα, καταχρεωμένη με καταναλωτικά δάνεια, δουλεύει σε τηλεοπτικό κανάλι, με τρελούς ρυθμούς. Ο φίλος της άνεργος, αραχτός, ψευταράκος, τεμπελχανάς, παρασιτεί με τον ωχαδερφισμό του. Και επιπλέον εξανίσταται όταν μαθαίνει ότι η φίλη του, δανείζεται συνεχώς από την αδελφή της, μια κοπέλα συνετή, συνεσταλμένη, σκληρά εργαζόμενη, μοναχική, χωρίς ερωτική σχέση. Το ζευγάρι, από λύπη για την ερωτική μοναξιά της αδελφής, σχεδιάζει εν αγνοία της, αλλά εν γνώσει ενός φίλου του άντρα, ευγενικού, επίσης πολύ ντροπαλού ερωτικά, το ερωτικό σμίξιμό τους. Το νέο ζευγάρι ευδοκιμεί και αποφασίζει να παντρευτεί. Κι όταν η κοπέλα ζητά τα δανεικά από την αδελφή της για το γάμο, τα δύο ζευγάρια θα βρεθούν αντιμέτωπα με την αλληλοαποκάλυψη της αλήθειας τους. Η σχέση του πρώτου ζευγαριού κλονίζεται, αλλά ίσως να τη «σώσει» η δύναμη της συνήθειας. Στη σχέση του δεύτερου ζευγαριού θα δώσει τέλος η κοπέλα, αρνούμενη, από υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια, μια σχέση που σχεδιάστηκε ερήμην της, από συμπόνια. Το επιτυχές κειμενικό αποτέλεσμα στηρίζεται και στην απολύτως εναρμονισμένη με αυτό, λεπτομερειακά νατουραλιστική σκηνοθεσία του Γ. Παλουμπή και με τις αξιέπαινες, «βιωματικής» αμεσότητας και αλήθειας, αναλογούσες σε κάθε χαρακτήρα, ερμηνείες και των τεσσάρων ηθοποιών. Τους αναφέρουμε βάσει του προγράμματος, με αλφαβητική σειρά: Θάνος Αλεξίου, Μάνος Κανναβός, Ειρήνη Μαργαρίτη, Εκάβη Ντούμα. Θετική η σκηνογραφική και ενδυματολογική συμβολή της Λουκίας Μινέτου και οι φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα.
  • Δύο μονόλογοι στο «Από μηχανής θέατρο»
  • Ο θίασος «συν – επί», συνεχίζοντας το παραστασιακό του πρόγραμμα με μονολόγους ανέβασε σε ενιαία παράσταση τα μονόπρακτα του Γιομπ Αντμιραλ «Είσαι η μητέρα μου» και του Γιώργου Χρονά «Η γυναίκα της Πάτρας». Το μονόπρακτο του ηθοποιού, σκηνοθέτη και συγγραφέα Γιομπ Αντμιράλ «Είσαι η μητέρα μου» αποτελεί μια αυτοβιογραφική, αυτοενδοσκοπική, απολογιστική και μνημόσυνη αναδρομή στη ζωή και στη σχέση του με τη μητέρα του, μετά το θάνατό της, σε γηροκομείο. Με πικρόγευστο χιούμορ ο συγγραφέας έγραψε το μονόλογο για να τον παίξει ο ίδιος, αναπαριστώντας και τον εαυτό και τη μητέρα του, κατά τις επισκέψεις του στο γηροκομείο, αναπαριστώντας ακόμα και το θάνατό της. Το κείμενο (μετάφραση Μάγια Wessely), σκηνοθετημένο λιτά από την Ασπασία Κράλλη, με λιτό σκηνικό και κοστούμια Κυριακής Τσίτσα, υπηρετείται από την έμφυτη κωμικότητα, το λεπτά ειρωνικό χιούμορ, αλλά και το μέτρο του Χρήστου Βαλαβανίδη.
  • Το πολύ ενδιαφέρον, απόλυτα βασισμένο σε πραγματικό πρόσωπο, πεζογράφημα του Γιώργου Χρονά «Η γυναίκα της Πάτρας», θεατροποιημένο με εξαιρετική πυκνότητα και σκηνοθετημένο ευφάνταστα από την Λένα Κιτσοπούλου, με σκηνικό και ταιριαστό στο πρόσωπο του έργου κοστούμι της Τατιάνας Σουχορούκωφ, ευτυχεί – κυριολεκτικά – με την εκπληκτική ερμηνεία της Ελένης Κοκκίδου. Μια ερμηνεία εκρηκτικής πληθωρικότητας, αμεσότητας και ψυχογραφικής αλήθειας, πηγαίας λαϊκότητας, συνταρακτικής δραματικότητας, που μισοκρύβεται με κωμικές εξάρσεις. Μια αξέχαστη, για την υπογράφουσα, ερμηνεία της ταλαντούχου ηθοποιού. Ερμηνεία, αφειδώλευτης ψυχοσωματικής κατάθεσης, στο λόγο, στην κίνηση, στην έκφραση και το τραγούδι, που προκαλεί ευφρόσυνο γέλιο και παράλληλα θλίψη και δάκρυα στα μάτια, για κάθε «άμοιρο», από τα γεννοφάσκια του, πλάσμα, που έζησε στο πετσί του τη φτώχεια, την ορφάνια, τον πρόωρο ξεριζωμό από τη γενέτειρα και την οικογένεια, τη βία και μύριες όσες μορφές εκμετάλλευσης και ταπείνωσής της, όπως η δύστυχη Πανωραία, μια γυναίκα από την Πάτρα, που ενώ την πήρε σβάρνα η χαμοζωή και το χειρότερο η πορνεία προς βιοπορισμό, εκείνη κατάφερε να αντέξει τα βάσανα κα τη φρίκη του βίου της και να επιζήσει, χάρη στο αίσθημα της αυτοσυντήρησης, στη λειψή επίγνωση της κατάστασής της, στα παιδιά που γέννησε, αλλά προπάντων χάρη σε μια έμφυτη χαρά της ζωής.
  • Σημείωση: Στη στήλη της κριτικής θεάτρου, στις 17/2/2010, λόγω πίεσης χρόνου, στην κριτική για την παράσταση του έργου «Φύλλα από γυαλί» στο «Απλό Θέατρο», έγινε μια πρωτοφανής για τη στήλη παράλειψη. Δεν αναφέρθηκαν οι αξιόλογες ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών της διανομής. Της Θέμιδας Μπαζάκα (ήταν η σημαντικότερη) και των νεότερων συναδέλφων της Θανάση Δόβρη, Γιωργή Τσαμπουράκη και Μαρίας Παρούση.

Θέατρο που διασώζει το φευγαλέο άγγιγμα του ανθρώπου

  • * «Είσαι η μητέρα μου» του Γιόοπ Αντμιρααλ και «Η γυναίκα της Πάτρας» του Γιώργου Χρονά, στο «Από Μηχανής» Θέατρο
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Το «Από Μηχανής» παρουσιάζει σε ένα πολύ ενδιαφέρον κολάζ τη συνύπαρξη δύο μονολόγων. Κεντρικό θέμα και των δύο είναι η μορφή, και κυρίως η «μνήμη» μιας γυναίκας, όπου φυσικά με τον όρο εννοούμε κάτι περισσότερο από τις αναμνήσεις.

Η Ελένη Κοκκίδου, πόρνη Πανωραία στη «Γυναίκα της Πάτρας», μια ερμηνεία-κατάθεση

Η Ελένη Κοκκίδου, πόρνη Πανωραία στη «Γυναίκα της Πάτρας», μια ερμηνεία-κατάθεση

Εννοούμε την εγχάραξη του ανθρώπου και το ίχνος του, που λειτουργεί -μετά την έξοδό του από τη ζωή- σαν φωτεινός παλμός. Παρά τις διαφορές τους, οι δύο θεατρικές απόπειρες αυτό προσπαθούν να κάνουν: να προλάβουν, προτού χαθεί ολότελα, να διασώσουν το φευγαλέο άγγιγμα του ανθρώπου και τον παλμό του, την ηχώ της φωνής του, την απόρρητη παρουσία του μέσα μας.

Ο κάθε μονόλογος με τον τρόπο του: Ο πρώτος -με τη σειρά παρουσίασης στο «Από Μηχανής»-, το «Είσαι η μητέρα μου» του Γιόοπ Αντμιρααλ, επιλέγει την αφηγηματική διαμεσολάβηση και το εφεύρημα της θεατρικότητας. Ο μονόλογος του Αντμιρααλ αποτελεί πριν από όλα ζήτημα θεάτρου. Είναι κείμενο γραμμένο από θεατράνθρωπο, που στηρίζεται και προκρίνει το θαύμα της μεταμόρφωσης: την επί σκηνής μεταμόρφωση του ηθοποιού σε δύο ρόλους, μέχρι τη μεταμόρφωση της ίδιας της ζωής σε θέατρο.

  • Η τρομερή παρουσία της μάνας

Ο Αντμιρααλ αποτυπώνει τη μορφή της μητέρας του κατά τις τελευταίες στιγμές της σε κάποιο άσυλο για πάσχοντες από γεροντική άνοια. Η μητέρα του φαίνεται πως υπήρξε στη ζωή του Ολλανδού ηθοποιού και συγγραφέα καθοριστική όσο και τρομερή παρουσία. Και συνεχίζει ακόμα και τώρα, κάθε Κυριακή στο νοσοκομείο που την επισκέπτεται, να ασκεί πάνω του την παλιά επίδραση, τον έλεγχο και την κριτική, που τον εκνευρίζουν όσο τον συγκινούν.

Αυτό είναι το παράξενο με το κείμενο του Αντμιρααλ: παρά τη θολούρα και την ανημπόρια της, η μητέρα του εμφανίζεται μπροστά μας σε όλη της τη μητριαρχική δύναμη και δόξα. Κι αυτό γιατί ο συγγραφέας εγκαλεί τη σχέση του μαζί της σαν σχέση με τον εαυτό του και σαν μέρος της προσωπογραφίας του. Μια τυραννική σχέση, που θα μπορούσε να είναι σχέση καταπίεσης, αποκτά απρόσμενη τρυφερότητα και συμπάθεια. Θα συμφωνούσε άλλωστε σε αυτό και ο Αλμοδόβαρ: η τυπική κυριακάτικη επίσκεψη του συγγραφέα στη μάνα του αποτελεί αφορμή αυτοανάλυσης. Είναι πριν από όλα ένα μάθημα αγάπης που χρωστά ο ίδιος στον εαυτό του.

Ο Χρήστος Βαλαβανίδης είναι ο ιδανικός παίκτης του ειρωνικού διαλόγου ανάμεσα σε ρόλους και πρόσωπα, ανάμεσα στο ένα εγώ και το άλλο. Στη μετρημένη και ουσιαστική σκηνοθετική πρόταση της Ασπασίας Κράλλη, το γυμνό πρόσωπο του ηθοποιού ενδύεται τη φωνή, τους τρόπους, την παρουσία τού αφηγητή και της μητέρας του. Ετσι γίνεται ο φορέας της σχάσης ενός εαυτού σε δύο και της τήξης δύο προσώπων σε ένα. Η επιτυχία του Βαλαβανίδη, όμως, δεν οφείλεται μόνο στον «αβανταδόρικο» διπλό ρόλο του: Βρίσκεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αφήνει έξω από την ερμηνεία του τον όποιο σχολιασμό και κριτική. Η παρουσία του αποκτά έτσι τη σημασία ενός νεύματος συγκατάβασης προς τη ζωή, το νόημα της συμφιλίωσης με τη μοιραία φθορά μας.

  • Θηλυκός Ζορμπάς

Ακολουθεί ένα πολύ διαφορετικό γυναικείο πρόσωπο, που βρίσκεται πάνω στη σκηνή εξαιτίας του βιβλίου του Γιώργου Χρονά «Η γυναίκα της Πάτρας». Πρόκειται για την καταγραφή της απροσδόκητης συνάντησης ενός διανοούμενου με την περίπτωση της κινούμενης και ομιλούσας ποίησης, με το θάμβος της ζωικής ενέργειας και το καθαρό ναι. Ο Χρονάς, ίσως, βρήκε στην πόρνη της Πάτρας με το όνομα Πανωραία έναν δικό του θηλυκό Ζορμπά. Διάλεξε όμως να μνημειώσει τις συνομιλίες μαζί της χωρίς λογοτεχνική παρέμβαση, αφήνοντας να κυλήσει ο πληθωρικός και αναρχικός λόγος, που στενεύεται από τα γράμματα και τα σημεία στίξης και παραξενεύεται από το συντακτικό της φράσης.

Τέτοιες παρουσίες έχουν το καλό ότι θυμίζουν πόσο πλούσια μπορούν να είναι τα ελληνικά, όταν μιλιούνται ελεύθερα. Επειτα θυμίζουν σε όλους πως ο ηθικός σχολιασμός μιας ζωής δεν εμπεριέχεται στον ανορθόγραφο βίο του ανθρώπου. Και θυμίζουν, τέλος, την κατάρα του διανοούμενου, που τον καταδικάζει να μετατρέπει το λαϊκό σε «έντεχνο», σε «παραδοσιακό», σε «γραφικό».

Γιατί ανάμεσα στ’ άλλα αυτό που κατά βάθος λέει το βιβλίο του Χρονά είναι ότι την αληθινή Πανωραία δεν πρόκειται να τη ζήσουμε ποτέ. Ο Χρονάς είχε την ευαισθησία να κατανοήσει τον ασυμβίβαστο και ασύμβατο κόσμο της, τον τρομακτικό και απροσμέτρητο βυθό της. Εμείς τώρα, δεύτεροι θεατές και πελάτες της, καλούμαστε να χειροκροτήσουμε το λησμονημένο κύτταρο της ράτσας της πίσω από το πατερναλιστικό μας χαμόγελο. Στην περίπτωση της «Γυναίκας από την Πάτρα» το θέατρο μπορεί να γίνει από πεδίο έκρηξης, χώρος απενεργοποίησης μιας τέτοιας βόμβας.

  • Αλησμόνητη Κοκκίδου

Αυτό πιστεύω κατάλαβε η σκηνοθέτιδα Λένα Κιτσοπούλου και έβαλε την Πανωραία να κινείται ανατρεπτικά στα παρασκήνια του θεάτρου, όμοια όπως η ίδια έζησε στα πέριξ της πολιτείας. Τη διάλεξε να δρα καταλυτικά και απρόσμενα, να ακούει την παρόρμηση και το ένστικτο του θεάτρου. Αυτό ονομάζεται με δυο λόγια «βαριετέ». Να γιατί η παράσταση θυμίζει στα καλύτερα σημεία της -όταν η νόσος του σκηνοθετικού διανοουμενισμού δεν διακόπτει την αυθορμησία- τη λαϊκή έκρηξη που ένωνε κάποτε το σανίδι του θεάτρου με το πάλκο.

Ετσι μπουκάρει στη σκηνή η Ελένη Κοκκίδου για να δώσει μια αλησμόνητη ερμηνεία εκτός των συνόρων του αστικού θεάτρου. Είχα την τύχη να δω την πρεμιέρα της παράστασης ανάμεσα σε επαγγελματίες του θεάτρου. Συμμερίστηκα το κέφι ενός κόσμου που βλέπει στη σκηνή ένα μέρος από το δικό του παιχνίδι. Ετσι νομίζω πρέπει να σταθούμε όλοι απέναντι στην Κοκκίδου και την Πανωραία της. Σαν πλάσμα μυθικό της πόλης, που φορά τη στολή της λαϊκής ντίβας και βγαίνει νύχτα στο πάλκο. Η Κοκκίδου δεν παίζει, είναι το φωτεινό και σκοτεινό πρόσωπο μιας βασανισμένης και μακάριας ύπαρξης, που βρίσκεται πέραν του καλού και του κακού κι έχει για δύναμή της την επιθυμία της να ζήσει. Είναι δύσκολο να γίνουν όλα αυτά κατανοητά χωρίς να έχει κανείς μπροστά του την ίδια την Πανωραία, να γελά στα πιο τρομερά σημεία του μονολόγου, να τσαντίζεται στα ίσια με την ψευτιά και την μπαμπεσιά, να τραγουδά α καπέλα ρουμελιώτικα για όσο γουστάρει. Κατάθεση που δεν πρέπει να χαθεί. *