*«Η Βεγγέρα», Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας – Εθνικό Θέατρο

  • Με το ρούχο φορεμένο ανάποδα

  • *«Η Βεγγέρα», Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας – Εθνικό Θέατρο
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2009

Η παράσταση παρουσιάζεται στο πλαίσιο παραχώρησης από το Εθνικό της σκηνής του Σύγχρονου Θεάτρου σε ομάδες με ερευνητικό και πειραματικό χαρακτήρα.

Το τονίζω αυτό για να προλάβω κάθε πιθανή έκπληξη ή απογοήτευση από τη μεριά ενός κοινού που σπεύδει στο Εθνικό για να συναντηθεί μ’ ένα από τα θεμελιώδη κείμενα της δραματουργίας του. Εδώ, στην παράσταση της ομάδας «Κανιγκούντα», τα πράγματα βαδίζουν αντίστροφα: δεν είναι η «Βεγγέρα» που μεταφέρεται στα καθ’ ημάς, αλλά η εποχή μας με τις αντιφάσεις και τις απορίες της που τρέχει να συναντήσει το έργο του Ηλία Καπετανάκη. Που το αιφνιδιάζει με τις ερωτήσεις της.

Για να τοποθετήσουμε το εγχείρημα της ομάδας «Κανιγκούντα» σ’ ένα αναγνωρίσιμο πλαίσιο, ας συγκρίνουμε την παράσταση της «Βεγγέρας» με την παλιότερη παράσταση του «Βυσσινόκηπου» από την ομάδα Ασκηση. Και εκεί, όπως και εδώ, το έργο παρουσιάζεται με το ρούχο φορεμένο ανάποδα, με τη φόδρα στην εξωτερική όψη. Η σύγκριση μεταξύ των δύο παραστάσεων προχωρά βέβαια βαθύτερα. Οπως είχε διαπιστωθεί παλιότερα από τον Γιάννη Σιδέρη, υπάρχει στο έργο του Καπετανάκη μια υπόγεια παραπομπή στο κλίμα των τσεχοφικών μονόπρακτων, στο ελαφρύ μειδίαμα και τη σάτιρα των αστών της τσαρικής Ρωσίας στα τέλη του 19ου αιώνα. Αυτό το κλίμα μεταφέρει ή καλύτερα αγωνίζεται να μεταφέρει και ο Καπετανάκης στο δικό του έργο. Μπορεί οι προθέσεις του να μένουν ημιτελείς και η διάθεση για θεμελίωση μιας σοβαρής κωμωδίας του αστικού χώρου μόλις να ίπταται πάνω από την κωμωδία μετ’ ασμάτων της εποχής. Μένει όμως στην ιστορία κυρίως για την πρόθεσή του να προχωρήσει την κωμωδία του πέραν της διόγκωσης, της καρικατούρας και της διαπόμπευσης.

Τα πρόσωπα που εμφανίζονται στη «Βεγγέρα» είναι φιλήσυχα ανθρωπάκια της διπλανής πόρτας, αναγνωρίσιμοι όσο και γνώριμοι χαρακτήρες της αστικής ζωής που αναπνέουν μέσα από τη συναναστροφή με τους ομοίους τους. Σε μια τέτοια επί σκοπώ συνάντηση, ο Καπετανάκης επισημαίνει τον κύκλο της ασημαντότητας, την ανόητη επικοινωνία, την άσκοπη (αλλά απαράβατη) τήρηση του πρωτοκόλλου καλής συμπεριφοράς. Σε μια τυπική βεγγέρα εγγράφονται τα ιδανικά του έθνους και ο παραλογισμός του, η έπαρση και η κομπορρημοσύνη του, η αρμόζουσα συμπεριφορά και η φαυλότητά του. Χωρίς αμφιβολία ο Καπετανάκης ξεγυμνώνει ανελέητα την υποκρισία της αστικής τάξης: το κάνει όμως αυτό με το γάντι, για τα μέτρα της εποχής το κάνει σχεδόν διακριτικά: αφήνει τους αστούς να εκτεθούν από μόνοι τους.

Η απόφαση, αντίθετα, του Λεοντάρη να αναποδογυρίσει το έργο και να τοποθετήσει στο χώρο του κειμένου τις υποσημειώσεις του, καταλήγει σε μια παράσταση του γκροτέσκ και της γελοιογράφησης, σ’ ένα ερμηνευτικό στρέτσινγκ, όπου όλα εκτείνονται και φορτίζονται στο έπακρο. Ελπίζω να γνωρίζει ότι έτσι χάνεται το βασικό στοιχείο του θεάτρου του Καπετανάκη, που είναι η διάχυση των χαρακτήρων του στο ακροατήριο του θεάτρου του.

Αν υπάρχει ενδιαφέρον στην όλη προσπάθεια, αυτό δεν πρέπει να αναζητηθεί στο περιεχόμενο αλλά στη φόρμα της. Οπου γίνεται προσπάθεια μεταφοράς της βεγγέρας μέσα από σημάνσεις του σώματος, τον κώδικα του τσίρκου, την παράδοση του Μέγερχολντ. Βρίσκω γόνιμη την πρόταση, ιδιαίτερα όπως έχει δουλευτεί αναλυτικά από την ομάδα του Λεοντάρη. Κατορθώνουν να παρουσιάσουν έναν μηχανισμό συμπεριφοράς με ελατήρια, τροχούς, γρανάζια και έμβολα, ανώτερο και ισχυρότερο από τα ίδια τα άτομα που τον συγκροτούν: Δημήτρης Αγαρτζίδης, Θανάσης Δήμου, Ανθή Ευστρατιάδου, Σύρμω Κεκέ, Μαρία Κεχαγιόγλου, Μαρία Μαγκανάρη, Πέτρος Μάλαμας και Ρεβέκκα Τσιλιγκαρίδου.

Ο Καπετανάκης είναι πιθανόν μακριά, το παιχνίδι όμως θέσπισης ενός κοινωνικού συμβολαίου απλώνεται μπροστά μας. *

«Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία» στη Νέα Σκηνή – «Το τρίτο στεφάνι» στο Κοτοπούλη – «Η βεγγέρα» στο Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 9 Δεκέμβρη 2009
  • Παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου

«Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία» στη Νέα Σκηνή

«Το τρίτο στεφάνι»

Οποιος πηγαίνοντας στην παράσταση «Ζορμπάς, η αληθινή ιστορία», στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και νομίζει ότι πρόκειται για πιστή διασκευή του μυθιστορήματος του Ν. Καζαντζάκη «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», ή κάτι παρόμοιο με την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, ίσως απογοητευθεί. Πρόθεση του Λιθουανού συγγραφέα και σκηνοθέτη του έργου Τσέζαρις Γκραουζίνις, δεν ήταν μια πιστή διασκευή του μυθιστορήματος. Αντίθετα σκοπός του ήταν, βασιζόμενος βέβαια στο μυθιστόρημα, να γράψει ένα δικό έργο, «εξομολογούμενος» την απόλαυση που ένιωσε διαβάζοντας το καζαντζακικό πρωτότυπο, αλλά και με αφορμή αυτό να αλληγορήσει για τη σχέση ζωής και τέχνης. Βοηθούντος του εύγλωττα σημειολογικού σκηνικού (Βίταουτας Ναρμπούτας), το ενδιαφέρον ως σύλληψη αλλά και με αδυναμίες (συχνά πλατιάζει ή μοιάζει «χύμα») έργο του Γκραουζίνις, με παιγνιώδη πλοκή αναπαριστά την απόλαυση που του πρόσφερε η ανθρωπολογία και η Ελλάδα που αντανακλά το μυθιστόρημα: ο ήλιος, το γαλάζιο ουρανού και θάλασσας, τα λείψανα του αρχαίου πολιτισμού, τα λαϊκά ήθη και έθιμα, η φιλοξενία, η φλόγα, η θυμοσοφία, η καλοσύνη και η λεβεντιά της λαϊκής ψυχής, με θαυμαστά συμπυκνωμένο εκφραστή της τον Ζορμπά. Εμμέσως σχολιάζοντας την ταινία, ο Γκραουζίνις θεωρεί ότι το ανθρωπολογικό «μεγαλείο» του Ζορμπά είναι η πηγαία ψυχοδιάνοιά του και όχι η αρρενωπότητα και ερωτικότητά του. Ορμώμενος από το πρόσωπο του «Συγγραφέα» στο καζαντζακικό μυθιστόρημα, ο Γκραουζίνις εφευρίσκοντας ένα δίσημο εννοιολογικά πρόσωπο (σύμβολο του Χάρου αλλά και της Δημιουργίας), την «Κυρία 1», στήνει ένα «παιχνίδι» μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας αλληγορώντας για τη σχέση ζωής και τέχνης. Για την πραγματικότητα που εμπνέει ένα σπουδαίο καλλιτεχνικό δημιούργημα. Για τη θνητότητα της ζωής και τη δύναμη της δημιουργίας να καθιστά «αθάνατο» έναν υπαρκτό άνθρωπο, λ.χ. όπως ο Ζορμπάς. Πολύχυμη, πολύχρωμη, πικρόγευστα χιουμοριστική η παράσταση του Γκραουζίνις «πλουτίζεται» από την ερμηνεία του Μανώλη Μαυροματάκη, που με απλότητα, αμεσότητα, πηγαία λαϊκότητα και απομυθοποιητικό χιούμορ πλάθει στα μέτρα του λαϊκού ανθρώπου τον Ζορμπά. Αξιοσημείωτη είναι όμως και η ερμηνευτική συμβολή και των Εύας Κεχαγιά, Δημήτρη Πασσά, Απόστολου Πελεκάνου, Μάρως Παπαδοπούλου, Δημοσθένη Ελευθεριάδη, Δέσποινας Κούρτη, Δημήτρη Κουρούμπαλη, Πολυξένης Ακλίδη.

«Το τρίτο στεφάνι» στο «Κοτοπούλη»

«Ζορμπάς, η αληθινή ιστορία»

Το δύσκολο και ριψοκίνδυνο εγχείρημα των Σταμάτη Φασουλή – Θανάση Νιάρχου να διασκευάσουν το πολυδιαβασμένο (και διασκευασμένο τηλεοπτικά), το σπουδαίο, σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό, μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή «Το τρίτο στεφάνι» πέτυχε σε μέγιστο βαθμό. Σεβάστηκε το πρωτότυπο, συμπύκνωσε την πενηντάχρονης σχεδόν διάρκειας μυθοπλασία του. «Ζωντάνεψε» όχι μόνο τα πρωταγωνιστικά, αλλά όλα σχεδόν τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, τη ζωή τους, την Αθήνα, την κοινωνία και τα προβλήματα της εποχής τους. Πρόκειται για διασκευή που γλωσσικά, ανθρωπολογικά, κοινωνιολογικά, ιδεολογοαισθητικά «μυρίζει» Ελλάδα, καθώς μέσα από τη φιλία, τις μνήμες και τις αφηγήσεις δύο γυναικών, της Εκάβης και της Νίνας, ιστορεί και ηθογραφεί τη ζωή, την καθημερινότητα, τις συμπεριφορές, τα ήθη και τις αξίες, τα μικρά και μεγάλα βάσανα, τη φτώχεια και το βιοποριστικό αγώνα, τους πόθους και τα πάθη του λαού της, από τις αρχές ως τα μέσα του 20ού αιώνα. Το λαό που, αυτός και μόνο αυτός, υπέφερε και από τρομερά ιστορικο – πολιτικά γεγονότα: Μακεδονικοί Αγώνες, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή, Ιδιώνυμο του Βενιζέλου, μεταξική δικτατορία με συκοφάντηση, διώξεις και εξορία των κομμουνιστών, τριπλή φασιστική κατοχή και αντίσταση, εμφυλιακά και μετεμφυλιακά χρόνια. Το επιτυχές διασκευαστικό εγχείρημα επέτυχε όμως και όσον αφορά στη σκηνική υλοποίησή του. Πολύπειρος ο Σταμάτης Φασουλής, αξιοποιώντας τις τεχνικές δυνατότητες της μεγάλης σκηνής του «Κοτοπούλη» (κρίμα που αυτή η σκηνή με την προβληματική ηχητική της βλάπτει την ακουστική του λόγου και τις φωνές των ηθοποιών) απέδειξε την ικανότητά του να κινεί πολυπρόσωπες και χωρο-χρονικά πολυεπίπεδες παραστάσεις, πράγμα διόλου εύκολο. Η «κινηματογραφικής» αντίληψης και ροής σκηνοθεσία του με πρώτα, δεύτερα και τρίτα «πλάνα», με ταμπλό βιβάν, με ολιγόλεπτα στιγμιότυπα, με κινούμενες σκηνές εν είδει σκηνών δρόμου και με σκηνές των πρωταγωνιστικών και δευτεραγωνιστικών βασικών προσώπων στο προσκήνιο και στο κέντρο της σκηνής συνθέτει μια πολυπρόσωπη κοινωνική και ανθρώπινη «τοιχογραφία», ελκυστική και στην όψη, χάρη στο λιτό σκηνικό (Ελλη Παπαγεωργοπούλου), στα καλαίσθητα κοστούμια εποχής (Ντέννη Βαχλιώτη), τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Λευτέρης Παυλόπουλος), την εκφραστική κινησιολογία (Αποστολία Παπαδαμάκη). Η σκηνοθεσία, καθοδηγώντας μεθοδικά εικοσιτέσσερις ηθοποιούς (οι δεκαοκτώ υποδύονται πολλούς μικρούς ρόλους), βοήθησε ουσιαστικά στις μεταμορφωτικές προσπάθειες αρκετών. Λόγω των μεγαλύτερων ρόλων αλλά και των υποκριτικών δυνατοτήτων τους ξεχώρισαν οι Γιάννης Νταλιάνης, Ολγα Δαμάνη, Γιάννης Στάγκογλου, Τάνια Τρύπη, Ντόρα Σιμοπούλου, Δημήτρης Κουτρουβιδέας, Γιάννης Λόγγος. Υποκριτικά στέρεη, άμεση και λαμπερή η Φιλαρέτη Κομνηνού (Νίνα). Η Νένα Μεντή, έχοντας υπερακονίσει, σε αφάνταστο βαθμό, τα υποκριτικά μέσα της με την αξέχαστη ερμηνεία της ως «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου», καταθέτει μια νέα σπουδαία, «θηριώδους» ψυχοσωματικής δύναμης, αλήθειας και βαθύτατης λαϊκότητας ερμηνεία (Εκάβη).

«Η βεγγέρα» στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»

Γεννημένος το 1858 στο χωριό της Καλαμάτας, Τρικότσοβα, γιος αγωνιστή του ’21, με νομικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δημοσιογράφος από νέος, επικριτής του κωμειδυλλίου με κριτική στήλη που έγραφε, δημόσιος υπάλληλος για ένα χρόνο ως υπουργικός γραμματέας, ο Ηλίας Καπετανάκης ανήκει στους «θεμελιωτές» της νεοελληνικής κοινωνικής κωμωδίας. Της «σοβαρής κωμωδίας» ( όπως έλεγε ο ίδιος ο συγγραφέας της αριστουργηματικής κοινωνικής κωμωδίας «Ο Γενικός Γραμματέας»), δηλαδή της κωμωδίας που δεν αποσκοπούσε απλώς στη διασκέδαση των νεοελλήνων, αλλά στην αφύπνισή τους, καυτηριάζοντας τους αγύρτες πολιτικούς, τα βλαβερά κοινωνικά φαινόμενα, τα γελοία ήθη, τη βλακεία, την ξενομανία της μετεπαναστατικής «ψωροκώσταινας», την αμορφωσιά, τη χοντροκοπιά, τη βλακεία, τον μαϊμουδισμό των μικροαστών που μη αντιλαμβανόμενοι το μαύρο χάλι τους, μεγαλοπιάνονταν μιμούμενοι συνήθειες, συμπεριφορές και τον τρόπο ζωής των «αστών». Στο μονόπρακτό του «Η βεγγέρα» σαρκάζει δυο οικογένειες μικροαστών της Αθήνας. Μιας «πρωτεύουσας» χωρίς πολεοδομικό σχεδιασμό, χωρίς δρόμους, βυθισμένη στα σκοτάδια, στο σκουπιδαριό, στη λασπουριά. Το ζεύγος Στενού και ο αναζητών νύφη ανιψιός του, νυχτιάτικα επισκέπτονται το σπίτι του ζεύγους Νερουλού και των δύο – εις ηλικίαν γάμου – θυγατέρων τους που ως κόρες «καλής οικογενείας» σπουδάζουν μουσική και γαλλικά… και του νηπίου γιου τους, ελπίζοντας να αλληλογνωριστούν, να βεγγερίσουν (διασκεδάσουν) και να συμπεθερέψουν. Η βεγγέρα, στο σπίτι – τρελοκομείο των Νερουλών, με μια υπηρέτρια επίσης τρελοκομείο, με τα μυαλά – τρελοκομείο που έχουν και οι δύο οικογένειες, θα αποκαλύψει τα κουσούρια και των οικοδεσποτών και των επισκεπτών και θα τελειώσει κακήν κακώς, με την οικογένεια Στενού να φεύγει άρον άρον και τις μάταια ανταγωνιζόμενες για υποψήφιο «γαμπρό» κόρες Νερουλού, να μένουν «μπουκάλα», αφού αυτός γοητεύεται από την εξαδέλφη τους. Η παράσταση της ενταγμένης στο πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου, ομάδας «Κανιγκούνα», σε σκηνοθεσία του Γιάννη Λεοντάρη, αντιμετώπισε το έργο όχι ως μια ηθογραφική κωμωδία εποχής, αλλά με μια έντονα γκροτέσκα «ματιά», με αποχρώσεις «θέατρου του παραλόγου». Βάσιμη και ενδιαφέρουσα είναι η αισθητική «ανάγνωση» της σκηνοθεσίας. Υπερβάλλει, όμως, σε βάρος των κωμικών χυμών του λόγου και των φαρσικών καταστάσεων. Το κωμικό στοιχείο «πνίγει» η γκροτέσκα σχηματικότητα του λόγου, της κίνησης, της χειρονομίας, της έκφρασης της μάσκας- προσώπου των ηθοποιών, που σε συνδυασμό με τα ευφάνταστου σχεδιαστικά και έντονων χρωμάτων κοστούμια της Θάλειας Ιστικοπούλου και το επίσης έντονο μακιγιάζ θυμίζουν τη σατιρικά γκροτέσκα, ελληνική και διεθνή, σκιτσογραφική παράδοση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Τη σκηνοθετική «ανάγνωση» πειθαρχικά στηρίζουν οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών (αλφαβητικά): Δημήτρης Αγαρτζίδης, Θανάσης Δήμου, Ανθή Ευστρατιάδου, Σύρμω Κεκέ, Μαρία Κεχαγιόγλου, Μαρία Μαγκανάρη, Πέτρος Μάλαμας, Ρεββέκα Τσιλιγκαρίδου.