ΜΑΡΤΙΝ ΜΑΚΝΤΟΝΑ «Η βασίλισσα της ομορφιάς», Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ «Μαύρη γαλήνη»,

  • Βία του οίκου, βία της πολιτείας
  • KPITIKH
  • ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/03/2009

Αυτοδικία μητέρας και κόρης, αυθαιρεσία της πολιτείας προς τον πολίτη

  • ΜΑΡΤΙΝ ΜΑΚΝΤΟΝΑ Η βασίλισσα της ομορφιάς, σκην.: Νικαίτη Κοντούρη, Θέατρο: Βικτώρια

  • Δ. Ν. ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ Μαύρη γαλήνη, σκην.: Γιάννης Τσορτέκης, Θέατρο: Νέου Κόσμου (Δώμα)

  • Να λοιπόν πώς δυο κυρίες που έχουν «αναγκαστεί» να εκφέρουν του κόσμου τις ανοησίες στην τηλεόραση, κατορθώνουν να βρουν και πάλι τον θεατρικό εαυτό τους και, υπό τις ρεαλιστικές και ψυχολογημένες οδηγίες της Νικαίτης Κοντούρη, να μας παραδώσουν μια σκληρή, ενδιαφέρουσα παράσταση θεατρικής ορθοδοξίας σε καιρούς σύγχυσης και μηδενικού δηθενισμού.
  • Ο σύγχρονος Ιρλανδός Μάρτιν Μακντόνα (γενν.1970) ήδη συνιστά με τις παρουσιασμένες τριλογίες του έναν μακρινό απόγονο του Σινγκ κι έναν κοντινό του Πίντερ. Ο αγροτικός κώδικας της ηθογραφίας του πρώτου, μπολιασμένος με τη βιαιότητα και τις εφιαλτικές σχέσεις του δεύτερου, παράγουν στη φετινή «Βασίλισσα της ομορφιάς» μια ιστορία ενδοοικογενειακού θύτη – θύματος. Ατού της όλης υπόθεσης αποτελεί το γεγονός ότι η ταρασσόμενη συνείδησή μας δεν μπορεί να αποφασίσει ποιος φταίει: η βιτριολική γερόντισσα μάνα που απαιτεί, εκβιάζει και αποκρύπτει το μοναδικό ερωτικό παράθυρο στη στερημένη κόρη της ή η διανοητικά ελαφρώς ανισόρροπη κόρη που συμπεριφέρεται έως θανάτου σκαιά προς τη μητέρα της, εγκλωβισμένη κι η ίδια στη συμβατική της υποχρέωση να την υπηρετεί. Ο συγγραφέας τελικά τιμωρεί και τις δύο, προβάλλοντας την οικόσιτη αυτοδικία ως αιτία και συνέπεια ολέθρου των ανθρωποφαγικών σχέσεων. Το έργο αποκτά δυναμικότερη του συνήθους διάσταση, καθώς τα σπαρασσόμενα μέρη είναι μάνα και κόρη, ζεύγος που σχετικά σπανίζει στο σύγχρονο θέατρο.

Ερμηνείες

  • Αν και το έργο βαθύτερα παρουσιάζει μια σχετική στατικότητα κι ένα περίπου αναμενόμενο τέλος, όμως η ένταση που του έδωσε η Κοντούρη και οι αδυσώπητες λεκτικές ξιφομαχίες του Ερρίκου Μπελιέ, το κράτησαν σ’ ένα διαρκές κρεσέντο. Κρεσέντο, που βέβαια οφείλεται κατά πολύ στον καλοστημένο πόλεμο ανάμεσα στην Ερση Μαλικένζου – μάνα και στη Ναταλία Τσαλίκη – κόρη. Η πρώτη, κορυφαία για μένα ηθοποιός, έπλασε με χίλιους τρόπους ένα άθλιο, υποκριτικό γραΐδιο λυσσασμένης επιβίωσης και η δεύτερη ένα προκλητικό, απελπισμένο θηλυκό–θηρίο, κλεισμένο στο κλουβί και ταγμένο στην απόγνωση. Περιττό να πω ότι η συνεννόηση και ο συντονισμός των δύο κυριών υπήρξε υποδειγματικός. Στο ρόλο του άσφαιρου εραστή της κόρης, απλώς σωστός Ιρλανδός ο Τάσος Γιαννόπουλος, που άλλοτε είχα διακρίνει, ιδιαίτερα στους «Ρομαντικούς» του Ροστάν. Ο νέος Κωνσταντίνος Γαβαλάς, σ’ έναν μικρό αλλά χαρακτηριστικό ρόλο είχε και καλές στιγμές μέσα στη βιασύνη της νεανικής σκηνικής του ανωριμότητας. Βεβαίως και ο Γιώργος Πάτσας αποτύπωσε τον εσωτερικό χώρο της ιρλανδικής επαρχιακής ιθαγένειας. Νομίζω όμως ότι, θέλοντας να εξασφαλίσει ένα κλίμα μιζέριας, έστησε ένα σκηνικό χρονικά παλαιότερο απ’ όσο σύγχρονο το καταδεικνύουν οι συμφράσεις του κειμένου. Συχνά σιωπώ περί το σημαντικό θέμα της υποκλίσεως. Τώρα θα πω ότι για λόγους αβρότητας και άλλους, οι δύο κυρίες έπρεπε τουλάχιστον να χαιρετίσουν μαζί.

«Μαύρη γαλήνη»

  • «Γαλήνιο» είναι το συνειρμικό κείμενο του καθηγητή Δ.Ν. Μαρωνίτη, χωρίς συναισθηματισμούς, εξωτερικές εξάρσεις, δηλωτικούς τόπους και χρόνους, όσο κι αν διαφαίνεται η μαρτυρική ειρκτή του ανθιστάμενου διανοητή στη μέγγενη των Απριλιανών. Και «μαύρο» είναι το κείμενο –παρά την εξόδια καταφατική χαρμολύπη του– επειδή μπορεί, έτσι απλό, έγκλειστο και, θα ’λεγα, υφολογικά αθώο, να αντιπροσωπεύσει οντολογικά κάθε ανάλογη περίπτωση, έξω από χρόνο και συνθήκη. Είναι όμως και ευθέως δραματικό το κείμενο, καθώς εξαρτά τις υπόγειες δονήσεις του από την υποκριτική επεξεργασία του ηθοποιού, εν προκειμένω του ταλαντούχου Γιάννη Τσορτέκη. Το μίλησε στους όρους ενός μόλις αυτοσυγκρατούμενου πυρετού, μιας υποτρέμουσας οργής κι ενός σωματικού άγχους, που όμως δεν ευτελίζουν ούτε για μια στιγμή την καταστατική αντικειμενικότητα της υπόρρητα παλλόμενης αφήγησης. Με πλήρη πυκνότητα εκφοράς, εν μέσω αδιόρατα εξαρθρωνόμενων αντικειμένων (π.χ. μικροφώνου), ο Τσορτέκης ενεδύθη την εξομολόγηση για να την απεκδυθεί σταδιακά μπροστά στον θεατή. Ανάσα αυτού του τελευταίου εν είδει διαλείμματος το φρενήρες κάπνισμα του κρατουμένου, στον πραγματικό χρόνο της καιόμενης ζωής ενός τσιγάρου μέχρι τη γόπα. Ενα δέκατο ένατο μετά τα «18 κείμενα», το οποίο ευτύχησε μ’ έναν ηθοποιό που δεν υπέκυψε σε «θεατρικές» ευκολίες.
Advertisements

«Η βασίλισσα της ομορφιάς» στο «Βικτώρια», «Ο βροχοποιός» στο «Διάνα», «Εξι μαθήματα χορού σε έξι εβδομάδες» στο «Στούντιο Ιλίσια»

«Η βασίλισσα της ομορφιάς»
  • «Η βασίλισσα της ομορφιάς» στο «Βικτώρια»

Χώρα αιώνες καταπιεσμένη η Ιρλανδία γέννησε και γεννά σπουδαίους συγγραφείς, το έργο των οποίων γίνεται «καθρέφτης» της εποχής τους. Οι κατά καιρούς απελευθερωτικοί αγώνες, όπως και οι μαζικοί ξεριζωμοί του ιρλανδικού λαού, «καθρεφτίστηκαν» σε έργα αρκετών δημιουργών. Ποικίλα σύγχρονα δράματα του ιρλανδικού λαού «καθρεφτίζουν» έργα νεότερων σημαντικών συγγραφέων, μεταξύ των οποίων και «Η βασίλισσα της ομορφιάς» του Μάρτον Μακ Ντόνα (το πρωτοπαρουσίασε ο Θύμιος Καρακατσάνης). Μπορεί να είναι «βασίλισσα της ομορφιάς» μια ανύπαντρη σαραντάρα, βασανισμένη από τη μιζέρια, τον καθημερινό μόχθο για τον επιούσιο, στερημένη τον έρωτα και την αγάπη, κάθε χαρά και διασκέδαση, που της πέφτει ο «κλήρος» να γηροκομήσει μια ατομίστρια, καταπιεστική, ζηλόφθονη, αχάριστη, άπονη για το παιδί της, κακόψυχη, χήρα μάνα; Μια μάνα, που ίσως σε «τέρας» την κατάντησε η στερημένη, μίζερη ζωή που έζησε. Οχι, δεν μπορεί, υπονοεί με τον παραπλανητικό τίτλο του έργου του ο Μακ Ντόνα. Ο συγγραφέας έπλασε ένα ρεαλιστικότατα σκληρό δραματικό μύθο, μια πτυχή της πολύμορφης δυστυχίας του ιρλανδικού λαού, πανέξυπνα ψιμυθιωμένο με επιφανειακό «μαύρο χιούμορ», κάτω από το οποίο σφαδάζει η δραματική αλήθεια των τριών κύριων προσώπων. Της μάνας που με «νύχια και δόντια» αρπάζεται από τη ζωή της κόρης της. Της κόρης που εκδικητικά δολοφονεί τη μάνα που της ρήμαξε – και αυτή – τη ζωή και που, μετά το φονικό, παντέρημη καταντά σαν τη μάνα της. Του φτωχού, οικονομικού μετανάστη στην Αγγλία κι έπειτα στις ΗΠΑ, άντρα που της στέρησε και η ζηλόφθονη μάνα της και προπάντων η ρημάδα η ζωή, η βιοποριστική ανάγκη. Το έργο, σε έξοχη, άμεση, «κοφτερή» νοηματικά και γλωσσικά μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ, με αξιοθαύμαστης ρεαλιστικής ακρίβειας σκηνικό και σύγχρονα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα, με «φυσικούς» φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου, με αρμόζοντες ήχους και μουσική που επέλεξε ο Δημήτρης Ιατρόπουλος, με βίντεο του Γιώργου Μιχελή, υπηρετείται τα μέγιστα από τη ρεαλιστική, δουλεμένη και στην παραμικρή λεπτομέρειά της, αισθαντική, δραματικά και χιουμοριστικά ισόρροπη, με καλοδιδαγμένες ερμηνείες, σκηνοθεσία της Νικαίτης Κουντούρη. Η καλύτερη μέχρι τώρα σκηνοθετική δουλειά της, χάρη και στις συνολικά πολύ καλές ερμηνείες. Η Ερση Μαλικένζου, κυριολεκτικά, ενσαρκώνει τη μάνα, ένα πλάσμα «δηλητηριασμένο» από τη ζωή αλλά και «δηλητηριώδες», θύτης και θύμα, που το σιχαίνεσαι και ταυτόχρονα το λυπάσαι. Η Ναταλία Τσαλίκη κάνει ένα σημαντικό ερμηνευτικό «άλμα». Απαρνούμενη την παγιωμένη χρόνια ερμηνευτική εικόνα της σε ρόλους ωραίων, φίνων, κοκετών, ερωτεύσιμων γυναικών, προσπάθησε και κατάφερε να «βυθίσει» το λόγο, την έκφραση, την κίνηση, προπαντός το συναίσθημά της στη στέρηση κορμιού και ψυχής, στην ψυχοσωματική κούραση, στον πόθο για χαρά και αγάπη, στη δυστυχία, στην απελπισία και τη δολοφονική παράκρουση της κόρης. Αυτή η ερμηνεία της φανερώνει σημαντικές, αλλά «θαμμένες» επί χρόνια ερμηνευτικές δυνατότητες της ηθοποιού. Αμεση, αληθινή, με σκηνικό νεύρο και αίσθηση του χιούμορ η ερμηνεία του νέου ηθοποιού Κωνσταντίνου Γαβαλά. Καλή, πικρά χιουμοριστική είναι και η ερμηνεία του Τάσου Γιαννόπουλου.

«Εξι μαθήματα χορού σε έξι εβδομάδες»
  • «Ο βροχοποιός» στο «Διάνα»

Διψασμένη γη. Διψασμένες ψυχές. Φύση και άνθρωποι στερημένοι απ’ ό,τι δίνει ομορφιά, ελπίδα, ζωή. Η γη διψά για βροχή. Οι άνθρωποι για αγάπη. Πραγματικότητα και όνειρα στην αμερικανική δύση, εκεί όπου οι θηρευτές του «μαύρου χρυσού» στις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα σχεδίασαν και στις επόμενες επέφεραν την ερημοποίηση της άλλοτε εύφορης γης και του φυσικού περιβάλλοντος. Εκεί, που τότε το κακό ήταν ακόμη αναστρέψιμο και δεν είχαν γίνει όλοι όσοι βρήκαν στη γη τους πετρέλαιο αμείλικτα «κοράκια», τοποθέτησε ο Ρίτσαρντ Νας τη δράση του έργου του «Ο βροχοποιός». Εργο προειδοποιητικό, βαθιά ουμανιστικό, δραματουργικά τέλειο ως προς τη μυθοπλοκή και τους χαρακτήρες, με σοφές, γλυκόπικρες δόσεις δραματικότητας και χιούμορ και με σκόπιμο, έμμεσα διδακτικό, αίσιο τέλος. Ο Νας, με αυτό το έργο, «κήρυξε» στη φτωχή αμερικανική αγροτιά την ελπίδα και την αγάπη για τη ζωή και τη φύση, με «όχημα» το κεντρικό πρόσωπο του έργου. Εναν ανέστιο, έρημο, πλάνητα, ακίνδυνο «φτωχοδιάβολο», έναν παραμυθατζή που με τα «μάγια» του έρχεται η βροχή για να δροσιστεί η γη, το ερωτικό σμίξιμο και η αγάπη για να δροσίσει δύο μοναχικές ψυχές. Το έργο, σε άμεση γλωσσικά απόδοση της Ελένης Ράντου, με ρεαλιστικό σκηνικό (Μανόλης Παντελιδάκης) και ρεαλιστικά κοστούμια (Μανώλης Γαλετάκης), με αρμόζουσα μουσική επένδυση (Ιάκωβος Δρόσος), σκηνοθετήθηκε με εκσυγχρονιστικό ρεαλιστικό μέτρο από τον Γιάννη Κακλέα. Η ρεαλιστική κατεύθυνση της σκηνοθεσίας ευεργετήθηκε από τρεις ερμηνείες. Από τη λεπτοδουλεμένη απλότητα, αλήθεια και εσωτερικότητα της πραγματικά ταλαντούχας Αγγελικής Παπαθεμελή, την αισθαντικότητα και την εξισορρόπηση δραματικού και χιουμοριστικού στοιχείου από τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο και την ερμηνευτική φυσικότητα του Ερρίκου Λύτση. Θετικοί ερμηνευτικά είναι οι Αλέξανδρος Παρίσης και Μιχάλης Ιατρόπουλος. Ερήμην (ή με ευθύνη της σκηνοθεσίας;) κινούνται οι δήθεν «υπερεκφραστικές» ερμηνείες του Ορφέα Αυγουστίδη και ιδιαιτέρως του ανυπόφορα υπερβολικού, με εξυπναδίστικους και επιδεικτικούς μορφασμούς και πόζες Νεκτάριου Λουκιανού.

«Ο βροχοποιός»
  • «Εξι μαθήματα χορού σε έξι εβδομάδες», στο «Στούντιο Ιλίσια»

Δεν πρόκειται για έργο μεγάλων -θεματολογικά και μορφολογικά – απαιτήσεων. Δεν είναι ούτε δράμα, ούτε κωμωδία. Είναι, όμως, μαστορικά γραμμένο, με έγνοια, αγάπη, τρυφερότητα για κάθε άνθρωπο βασανισμένο από κάποιο πρόβλημα, ιδίως τον βασανισμένο από τη μοναξιά, ιδιαίτερα τον έρημο στη δύση του βίου του άνθρωπο, που αποζητά την επικοινωνία, την αφιλόκερδη φιλία, συμπαράσταση και αγάπη. Εμμεσος, σεμνός, δραματουργικά ανεπιτήδευτος, χυμώδης, υπόκρυφης δραματικότητας και πληθωρικού χιούμορ, «ύμνος» στη ζωή και την ανθρωπιά είναι το έργο του Αμερικανού πολύτροπου καλλιτεχνικά (ηθοποιός, σκηνοθέτης, δάσκαλος ηθοποιών και σκηνοθετών, σεναριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και παραγωγός) Ρίτσαρντ Αλφιέρι «Εξι μαθήματα χορού», το οποίο σε μετάφραση Αντώνη Γαλέου, απόδοση Πέτρου Ζούλια και Ρένης Πιττακή, σκηνοθέτησε ο πρώτος, αναδείχνοντας τη δραματουργική μαστοριά του (στην πλοκή και στο πλάσιμο των δύο προσώπων), την ανθρωπιστική τρυφερότητα και το χιούμορ του, με δημιουργικότατους συνεργάτες τους Μάρω Μαρμαρινού (εξαιρετική χορογραφία-διδασκαλία), Ελεάνα Βραχάλη (μουσική επιμέλεια, σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη), Αναστασία Αρσένη (απέριττο σκηνικό και όμορφα κοστούμια), Ανδρέα Μπέλλη (φωτισμοί). Μια έμφυτα ευγενική και αξιοπρεπής, μεσήλικη γυναίκα, ανύπαντρη – «χήρα» δηλώνει – παντέρημη, με ελάχιστο χρονικό ορίζοντα ζωής – πάσχει από λευχαιμία – που έχει μια και μόνη, επίσης ηλικιωμένη και έρημη φίλη-συγκάτοικο στην πολυκατοικία όπου ζει, ποθώντας την επαφή, την επικοινωνία με ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα και αντιπαλεύοντας με αξιοπρέπεια τον επερχόμενο θάνατο, ζητά από ένα γραφείο εκμάθησης χορών έναν δάσκαλο για να της διδάσκει μια φορά τη βδομάδα, επί έξι βδομάδες – τόσος περίπου χρόνος ζωής της απομένει – παλιότερους και σύγχρονους χορούς. Το γραφείο της στέλνει έναν νεαρής ηλικίας δάσκαλο του χορού. Εναν άνεργο, χωρίς ελπιδοφόρα επαγγελματική προοπτική, μοναχικό, πληγωμένο ερωτικά και διψασμένο επίσης για επικοινωνία και αγάπη. Ο νέος, επί πληρωμή δάσκαλος, παρορμητικός, αυτοεξομολογητικός, διαπιστώνει ότι η γυναίκα κάθε άλλο παρά χρεία μαθημάτων χορού είχε. Χρεία της είναι η ανθρώπινη επαφή, η λύτρωση διά του χορού από τον τρόμο της αρρώστιας και του θανάτου, μια τελευταία γεύση ζωής. Δυο ξένοι, διαφορετικής ηλικίας και ζωής άνθρωποι, που αλληλογνωρίζονται και ενώνονται με βαθιά ανθρώπινη φιλία. Ο νεαρός δάσκαλος του χορού, μάθημα το μάθημα γίνεται ο φίλος-άγγελός της, ένας αληθινός σύντροφος της καρδιάς της, τρυφερότατος «συνοδός» της στο δρόμο του αξιοπρεπούς τέλους της. Η παράσταση κοσμείται με την τεράστια, την ασκημένη σε μεγάλων απαιτήσεων ρόλους και σπουδαία έργα, πείρα και το ταλέντο της Ρένης Πιττακή, που γοητεύει με τη γεμάτη απλότητα, εσωτερική αλήθεια, αλλά και τη σκηνική και χορευτική χάρη της, σε ένα ρόλο ολότελα διαφορετικό από όσους έχει παίξει. Εξαιρετική, με πάθος, νεύρο, ρυθμό, αλλά και μέτρο και η ερμηνεία του Κωνσταντίνου Κάππα. [ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 4 Μάρτη 2009]