«Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία» στη Νέα Σκηνή – «Το τρίτο στεφάνι» στο Κοτοπούλη – «Η βεγγέρα» στο Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 9 Δεκέμβρη 2009
  • Παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου

«Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία» στη Νέα Σκηνή

«Το τρίτο στεφάνι»

Οποιος πηγαίνοντας στην παράσταση «Ζορμπάς, η αληθινή ιστορία», στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και νομίζει ότι πρόκειται για πιστή διασκευή του μυθιστορήματος του Ν. Καζαντζάκη «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», ή κάτι παρόμοιο με την ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, ίσως απογοητευθεί. Πρόθεση του Λιθουανού συγγραφέα και σκηνοθέτη του έργου Τσέζαρις Γκραουζίνις, δεν ήταν μια πιστή διασκευή του μυθιστορήματος. Αντίθετα σκοπός του ήταν, βασιζόμενος βέβαια στο μυθιστόρημα, να γράψει ένα δικό έργο, «εξομολογούμενος» την απόλαυση που ένιωσε διαβάζοντας το καζαντζακικό πρωτότυπο, αλλά και με αφορμή αυτό να αλληγορήσει για τη σχέση ζωής και τέχνης. Βοηθούντος του εύγλωττα σημειολογικού σκηνικού (Βίταουτας Ναρμπούτας), το ενδιαφέρον ως σύλληψη αλλά και με αδυναμίες (συχνά πλατιάζει ή μοιάζει «χύμα») έργο του Γκραουζίνις, με παιγνιώδη πλοκή αναπαριστά την απόλαυση που του πρόσφερε η ανθρωπολογία και η Ελλάδα που αντανακλά το μυθιστόρημα: ο ήλιος, το γαλάζιο ουρανού και θάλασσας, τα λείψανα του αρχαίου πολιτισμού, τα λαϊκά ήθη και έθιμα, η φιλοξενία, η φλόγα, η θυμοσοφία, η καλοσύνη και η λεβεντιά της λαϊκής ψυχής, με θαυμαστά συμπυκνωμένο εκφραστή της τον Ζορμπά. Εμμέσως σχολιάζοντας την ταινία, ο Γκραουζίνις θεωρεί ότι το ανθρωπολογικό «μεγαλείο» του Ζορμπά είναι η πηγαία ψυχοδιάνοιά του και όχι η αρρενωπότητα και ερωτικότητά του. Ορμώμενος από το πρόσωπο του «Συγγραφέα» στο καζαντζακικό μυθιστόρημα, ο Γκραουζίνις εφευρίσκοντας ένα δίσημο εννοιολογικά πρόσωπο (σύμβολο του Χάρου αλλά και της Δημιουργίας), την «Κυρία 1», στήνει ένα «παιχνίδι» μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας αλληγορώντας για τη σχέση ζωής και τέχνης. Για την πραγματικότητα που εμπνέει ένα σπουδαίο καλλιτεχνικό δημιούργημα. Για τη θνητότητα της ζωής και τη δύναμη της δημιουργίας να καθιστά «αθάνατο» έναν υπαρκτό άνθρωπο, λ.χ. όπως ο Ζορμπάς. Πολύχυμη, πολύχρωμη, πικρόγευστα χιουμοριστική η παράσταση του Γκραουζίνις «πλουτίζεται» από την ερμηνεία του Μανώλη Μαυροματάκη, που με απλότητα, αμεσότητα, πηγαία λαϊκότητα και απομυθοποιητικό χιούμορ πλάθει στα μέτρα του λαϊκού ανθρώπου τον Ζορμπά. Αξιοσημείωτη είναι όμως και η ερμηνευτική συμβολή και των Εύας Κεχαγιά, Δημήτρη Πασσά, Απόστολου Πελεκάνου, Μάρως Παπαδοπούλου, Δημοσθένη Ελευθεριάδη, Δέσποινας Κούρτη, Δημήτρη Κουρούμπαλη, Πολυξένης Ακλίδη.

«Το τρίτο στεφάνι» στο «Κοτοπούλη»

«Ζορμπάς, η αληθινή ιστορία»

Το δύσκολο και ριψοκίνδυνο εγχείρημα των Σταμάτη Φασουλή – Θανάση Νιάρχου να διασκευάσουν το πολυδιαβασμένο (και διασκευασμένο τηλεοπτικά), το σπουδαίο, σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό, μυθιστόρημα του Κώστα Ταχτσή «Το τρίτο στεφάνι» πέτυχε σε μέγιστο βαθμό. Σεβάστηκε το πρωτότυπο, συμπύκνωσε την πενηντάχρονης σχεδόν διάρκειας μυθοπλασία του. «Ζωντάνεψε» όχι μόνο τα πρωταγωνιστικά, αλλά όλα σχεδόν τα πρόσωπα του μυθιστορήματος, τη ζωή τους, την Αθήνα, την κοινωνία και τα προβλήματα της εποχής τους. Πρόκειται για διασκευή που γλωσσικά, ανθρωπολογικά, κοινωνιολογικά, ιδεολογοαισθητικά «μυρίζει» Ελλάδα, καθώς μέσα από τη φιλία, τις μνήμες και τις αφηγήσεις δύο γυναικών, της Εκάβης και της Νίνας, ιστορεί και ηθογραφεί τη ζωή, την καθημερινότητα, τις συμπεριφορές, τα ήθη και τις αξίες, τα μικρά και μεγάλα βάσανα, τη φτώχεια και το βιοποριστικό αγώνα, τους πόθους και τα πάθη του λαού της, από τις αρχές ως τα μέσα του 20ού αιώνα. Το λαό που, αυτός και μόνο αυτός, υπέφερε και από τρομερά ιστορικο – πολιτικά γεγονότα: Μακεδονικοί Αγώνες, Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, Μικρασιατική Εκστρατεία και Καταστροφή, Ιδιώνυμο του Βενιζέλου, μεταξική δικτατορία με συκοφάντηση, διώξεις και εξορία των κομμουνιστών, τριπλή φασιστική κατοχή και αντίσταση, εμφυλιακά και μετεμφυλιακά χρόνια. Το επιτυχές διασκευαστικό εγχείρημα επέτυχε όμως και όσον αφορά στη σκηνική υλοποίησή του. Πολύπειρος ο Σταμάτης Φασουλής, αξιοποιώντας τις τεχνικές δυνατότητες της μεγάλης σκηνής του «Κοτοπούλη» (κρίμα που αυτή η σκηνή με την προβληματική ηχητική της βλάπτει την ακουστική του λόγου και τις φωνές των ηθοποιών) απέδειξε την ικανότητά του να κινεί πολυπρόσωπες και χωρο-χρονικά πολυεπίπεδες παραστάσεις, πράγμα διόλου εύκολο. Η «κινηματογραφικής» αντίληψης και ροής σκηνοθεσία του με πρώτα, δεύτερα και τρίτα «πλάνα», με ταμπλό βιβάν, με ολιγόλεπτα στιγμιότυπα, με κινούμενες σκηνές εν είδει σκηνών δρόμου και με σκηνές των πρωταγωνιστικών και δευτεραγωνιστικών βασικών προσώπων στο προσκήνιο και στο κέντρο της σκηνής συνθέτει μια πολυπρόσωπη κοινωνική και ανθρώπινη «τοιχογραφία», ελκυστική και στην όψη, χάρη στο λιτό σκηνικό (Ελλη Παπαγεωργοπούλου), στα καλαίσθητα κοστούμια εποχής (Ντέννη Βαχλιώτη), τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς (Λευτέρης Παυλόπουλος), την εκφραστική κινησιολογία (Αποστολία Παπαδαμάκη). Η σκηνοθεσία, καθοδηγώντας μεθοδικά εικοσιτέσσερις ηθοποιούς (οι δεκαοκτώ υποδύονται πολλούς μικρούς ρόλους), βοήθησε ουσιαστικά στις μεταμορφωτικές προσπάθειες αρκετών. Λόγω των μεγαλύτερων ρόλων αλλά και των υποκριτικών δυνατοτήτων τους ξεχώρισαν οι Γιάννης Νταλιάνης, Ολγα Δαμάνη, Γιάννης Στάγκογλου, Τάνια Τρύπη, Ντόρα Σιμοπούλου, Δημήτρης Κουτρουβιδέας, Γιάννης Λόγγος. Υποκριτικά στέρεη, άμεση και λαμπερή η Φιλαρέτη Κομνηνού (Νίνα). Η Νένα Μεντή, έχοντας υπερακονίσει, σε αφάνταστο βαθμό, τα υποκριτικά μέσα της με την αξέχαστη ερμηνεία της ως «Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου», καταθέτει μια νέα σπουδαία, «θηριώδους» ψυχοσωματικής δύναμης, αλήθειας και βαθύτατης λαϊκότητας ερμηνεία (Εκάβη).

«Η βεγγέρα» στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»

Γεννημένος το 1858 στο χωριό της Καλαμάτας, Τρικότσοβα, γιος αγωνιστή του ’21, με νομικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δημοσιογράφος από νέος, επικριτής του κωμειδυλλίου με κριτική στήλη που έγραφε, δημόσιος υπάλληλος για ένα χρόνο ως υπουργικός γραμματέας, ο Ηλίας Καπετανάκης ανήκει στους «θεμελιωτές» της νεοελληνικής κοινωνικής κωμωδίας. Της «σοβαρής κωμωδίας» ( όπως έλεγε ο ίδιος ο συγγραφέας της αριστουργηματικής κοινωνικής κωμωδίας «Ο Γενικός Γραμματέας»), δηλαδή της κωμωδίας που δεν αποσκοπούσε απλώς στη διασκέδαση των νεοελλήνων, αλλά στην αφύπνισή τους, καυτηριάζοντας τους αγύρτες πολιτικούς, τα βλαβερά κοινωνικά φαινόμενα, τα γελοία ήθη, τη βλακεία, την ξενομανία της μετεπαναστατικής «ψωροκώσταινας», την αμορφωσιά, τη χοντροκοπιά, τη βλακεία, τον μαϊμουδισμό των μικροαστών που μη αντιλαμβανόμενοι το μαύρο χάλι τους, μεγαλοπιάνονταν μιμούμενοι συνήθειες, συμπεριφορές και τον τρόπο ζωής των «αστών». Στο μονόπρακτό του «Η βεγγέρα» σαρκάζει δυο οικογένειες μικροαστών της Αθήνας. Μιας «πρωτεύουσας» χωρίς πολεοδομικό σχεδιασμό, χωρίς δρόμους, βυθισμένη στα σκοτάδια, στο σκουπιδαριό, στη λασπουριά. Το ζεύγος Στενού και ο αναζητών νύφη ανιψιός του, νυχτιάτικα επισκέπτονται το σπίτι του ζεύγους Νερουλού και των δύο – εις ηλικίαν γάμου – θυγατέρων τους που ως κόρες «καλής οικογενείας» σπουδάζουν μουσική και γαλλικά… και του νηπίου γιου τους, ελπίζοντας να αλληλογνωριστούν, να βεγγερίσουν (διασκεδάσουν) και να συμπεθερέψουν. Η βεγγέρα, στο σπίτι – τρελοκομείο των Νερουλών, με μια υπηρέτρια επίσης τρελοκομείο, με τα μυαλά – τρελοκομείο που έχουν και οι δύο οικογένειες, θα αποκαλύψει τα κουσούρια και των οικοδεσποτών και των επισκεπτών και θα τελειώσει κακήν κακώς, με την οικογένεια Στενού να φεύγει άρον άρον και τις μάταια ανταγωνιζόμενες για υποψήφιο «γαμπρό» κόρες Νερουλού, να μένουν «μπουκάλα», αφού αυτός γοητεύεται από την εξαδέλφη τους. Η παράσταση της ενταγμένης στο πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου, ομάδας «Κανιγκούνα», σε σκηνοθεσία του Γιάννη Λεοντάρη, αντιμετώπισε το έργο όχι ως μια ηθογραφική κωμωδία εποχής, αλλά με μια έντονα γκροτέσκα «ματιά», με αποχρώσεις «θέατρου του παραλόγου». Βάσιμη και ενδιαφέρουσα είναι η αισθητική «ανάγνωση» της σκηνοθεσίας. Υπερβάλλει, όμως, σε βάρος των κωμικών χυμών του λόγου και των φαρσικών καταστάσεων. Το κωμικό στοιχείο «πνίγει» η γκροτέσκα σχηματικότητα του λόγου, της κίνησης, της χειρονομίας, της έκφρασης της μάσκας- προσώπου των ηθοποιών, που σε συνδυασμό με τα ευφάνταστου σχεδιαστικά και έντονων χρωμάτων κοστούμια της Θάλειας Ιστικοπούλου και το επίσης έντονο μακιγιάζ θυμίζουν τη σατιρικά γκροτέσκα, ελληνική και διεθνή, σκιτσογραφική παράδοση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Τη σκηνοθετική «ανάγνωση» πειθαρχικά στηρίζουν οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών (αλφαβητικά): Δημήτρης Αγαρτζίδης, Θανάσης Δήμου, Ανθή Ευστρατιάδου, Σύρμω Κεκέ, Μαρία Κεχαγιόγλου, Μαρία Μαγκανάρη, Πέτρος Μάλαμας, Ρεββέκα Τσιλιγκαρίδου.

Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία. Στο Εθνικό Θέατρο

  • Διακτινισμός καζαντζακικών ιδεών
  • Η μεταμοντέρνα φιγούρα του Αλέξη Ζορμπά από το παγερό Βίλνιους της Λιθουανίας
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/11/2009
  • Τσεζαρις Γκραουζινις: Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία. Θέατρο: Εθνικό (Νέα Σκηνή)

Μόλις διάβασα ένα σημαντικό βιβλίο-μανιφέστο («Πάρε το μηδέν…» Εκδ. Ωκεανίδα) το οποίο πραγματεύεται αυτό που ο συγγραφέας -ο Κωνσταντίνος Καμάρας γεννημένος το 1965- ονομάζει η «Γενιά της Εκτροπής». Αναφέρεται δηλαδή στη γενιά της Μεταπολίτευσης ή καλύτερα σ’ αυτή που ακολούθησε τη γενιά του Πολυτεχνείου. Μια γενιά η οποία έβλεπε μεν την «αλλαγή» ως καλό, αλλά κι από την άλλη δεν κατέβηκε ποτέ στους δρόμους για να διεκδικήσει διάφορα σε «αγώνες» πράγμα που κάνει η μετέπειτα, η σημερινή, γενιά των 700 ευρώ και των νέων ανέργων.

Με ένα τόσο καλογραμμένο -και γεμάτο χιούμορ- σύγγραμμα στα χέρια συγκεκριμενοποίησα για μια ακόμα φορά το πόσο -μερικές φορές- ορισμένες φόρμες, και στη συγκεκριμένη περίπτωση θεατρικές φόρμες, είναι το πόσο σφιχτά δεμένες με συγκεκριμένες νοοτροπίες, γενιές και εποχές. Για παράδειγμα όσο μεγαλειώδεις κι αν υπήρξαν ο σουρεαλισμός του Φ. Φελίνι και η ποιητική υπερβατικότητα του Ζαν Λικ Γκοντάρ είναι πάντα δεμένες με τέσσερις-πέντε δεκαετίες πίσω. Πράγμα που σημαίνει πως δύσκολα επαναλαμβάνονται.

  • Παγκόσμια γνωστή

Βλέποντας τώρα τον «Ζορμπά» (υπότιτλος «η πραγματική ιστορία») του Λιθουανού Τσέζαρις Γκραουζίνις στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, δεν μου ήρθαν στο μυαλό μόνο οι πολύ προσωπικές «ονειροπαρμένες» εξιστορήσεις των ξεχωριστών δημιουργών του ’60 και ’70, αλλά και οι -τότε- θλιβερές απομιμήσεις τους από δευτερότριτους δημιουργούς. (Κλασικό παράδειγμα «Τα ψάρια βγήκαν στη Στεριά», 1967, του Μιχάλη Κακογιάννη). Η φιγούρα του Αλέξη Ζορμπά είναι πλέον παγκόσμια γνωστή, εκπροσωπώντας έναν ξέγνοιαστο τύπο που χορεύει και γλεντάει. Ηταν «ένας άνθρωπος πρακτικός και προσγειωμένος, δίχως υπερβατικές σκέψεις και ψυχικές ανησυχίες», όπως αναφέρει ο μελετητής -και διαχειριστής του έργου του Καζαντζάκη- δρ Πάτροκλος Σταύρου, ο οποίος πάντως συμπληρώνει πως: «Στην ουσία όμως είναι εμποτισμένος με φιλοσοφικές ιδέες και θεωρίες. Μπορεί ο ίδιος να μην τις συνειδητοποιούσε, όμως τις εζούσε και τις εξέπεμπε».

Ο διακτινισμός παρόμοιων καζαντζακικών ιδεών έφθασε όντως πολύ μακριά. Από την Ινδία («Ο Βούδας βρίσκεται κοιμισμένος μέσα στον Ζορμπά» θυμάμαι ν’ ακούω τον Οσσο να λέει όταν βρέθηκα κι εγώ στα ανήσυχα νιάτα μου για κάποιες εβδομάδες στο «Ασραμ» του Μπαγκουάν στην Πούνα) μέχρι το παγερό Βίλνιους της Λιθουανίας, απ’ όπου προήλθε και ο μεταμοντέρνος Τσέζαρις Γκραουζίνις, ο οποίος δανείστηκε… αλήθεια τι από τον Καζαντζάκη; Στον «Ζορμπά» του Γκραουζίνις μια ομάδα η οποία θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και ως μια θεραπευτική ομάδα (ακριβώς όπως και στο «Ολα ή τίποτα») μιλάει «εκ των έσω» περί εμπειριών και εσώψυχων μέχρι που ένας ένας τους ν’ απομακρυνθεί από μια dominatrice φιγούρα επάνω σ’ ένα τροχήλατο φορείο. Απαράλλαχτα όπως και στο «Ολα ή τίποτα» ούτε κι εδώ υπάρχει πλοκή ή αρχή, μέση και τέλος.

Αυτό όμως που υπάρχει -σε αντίθεση από το προαναφερθέν έργο- είναι ένας χαρακτήρας ονόματι «Ζορμπάς» (ο γενειοφόρος Μανώλης Μαυροματάκης). Ολοι οι υπόλοιποι ηθοποιοί (Εύα Κεχαγιά, Δημήτρης Πασσάς, Απόστολος Πελεκάνος, Μάρω Παπαδοπούλου, Δημοσθένης Κουρούμπαλης, Πολυξένη Ακλίδη) αναφέρονται μεθοδικότατα ως Κυρία ή Κύριος αριθμημένοι από το 1 μέχρι το 9. Εμφανίζονται δε και δρουν ως περίεργοι χαρτονένιοι τύποι δίχως κουκούτσι χαρακτήρα.

  • «Ολα ή τίποτα»

Οπως και στο «Ολα ή τίποτα» η μουσική είναι κι εδώ του Βίταουτας Μπιαλομπζέσκις. Συγγνώμη αλλά παρέλειψα να αναφερθώ στο «Ολα ή τίποτα». Οχι, δεν είδα την ομώνυμη παράσταση που έγραψε και σκηνοθέτησε ο Τσέζαρις Γκραουζίνις με την ομάδα του Cezario πριν από δύο μήνες στην πατρίδα του, αλλά από όσα, τουλάχιστον, διαβάζω η γενική ιδέα και η φόρμα ήταν ακριβώς ή ίδια – δίχως τον Καζαντζάκη. Ο ίδιος ο συγγραφέας λέει πως ο χορευταράς Ζορμπάς «έδινε παρθενιά στα αιώνια καθημερινά στοιχεία, αγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωμί». Ομως τι άραγε μένει απ’ αυτόν τον Λιθουανό Ζορμπά; Εξαρτάται βέβαια από τον θεατή. Για μένα προσωπικά μένει μια «ντεμέκ μοντέρνα» φόρμα, ένα «αδειανό πουκάμισο» περασμένης τεχνοτροπίας. Γι’ άλλους πάλι μένουν το ακριβώς αντίθετα. Πριν μια εβδομάδα διάβαζα -στο vouvokinima. blogspot- έναν μπλόγκερ που έλεγε πως:

«Ο Τσέζαρις Γκραουζίνις, κατέκτησε και μάγεψε εξ ολοκλήρου την ψυχή, το μυαλό και την καρδιά μου, με έκανε να αισθανθώ αδαής και τιποτένιος μπροστά στο νόημα της παράστασης αυτής, αποκαθήλωσε κάθε ιδιαίτερο, όπως νόμιζα, στοιχείο του χαρακτήρα μου, εξάγνισε ακόμη και το πιο μικρό πάθος μου, καθάρισε τη συνείδησή μου, γαλήνεψε την επί σειρά ετών ταραγμένη ψυχή μου, καθαίρεσε την όποια δική μου ανθρώπινη τραγωδία, μεγάλωσε την ύπαρξή μου αποδίδοντάς της, ξεχασμένα τα τελευταία χρόνια, στοιχεία μεγαλοψυχίας μα και αθωότητας». Γούστα είναι αυτά.

* «Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία» Εθνικό Θέατρο – Νέα Σκηνή

  • Παίζοντας με το θέατρο

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Θα πρέπει πράγματι να στάθηκε καθοριστική για τη ζωή και την πνευματική πορεία του Καζαντζάκη η γνωριμία του με τον Αλέξη (κατά κόσμον Γιώργη) Ζορμπά. Δίπλα στη μορφή του Ομήρου, στον καθηγητή του και πρώιμο υπαρξιστή Μπερξόν, στον πνευματικό του δάσκαλο Νίτσε, ο Ελληνας λογοτέχνης βρήκε κάποτε χώρο για να συμπεριλάβει τον Μακεδόνα μεταλλωρύχο στην προθήκη των δασκάλων του.

Το «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», το απόλυτο ευπώλητο του Καζαντζάκη και της ελληνικής λογοτεχνίας στο εξωτερικό, μπόρεσε να καθορίσει τον τρόπο και το ύφος του Ελληνα, να γίνει δοξαστικό μιας γήινης, φιλότιμης και επιπόλαιας ράτσας που θεωρεί την ελευθερία σαν φυσική κατάσταση του γένους. Στην πιο εμπορική εκδοχή, η μορφή του Ζορμπά κατέληξε σε ένα εθνικό τρέιντμαρκ, στο εκμαγείο ενός θεότρελου, ερωτύλου, καραμπουζουκλή Βαλκάνιου, με μεγάλη και όξω καρδιά, που επιβιώνει ξυπόλυτος στις παραλίες.

Λησμονούμε με αυτά ότι, παρά τη ζωική δύναμη που ρέει στο έργο, ο «Βίος» είναι έργο βουτηγμένο στην υπαρξιστική αγωνία. Αν είναι ειλικρινής, αφορά την αγωνία ενός φιλοσόφου που αναγνωρίζει έναν γνήσιο τρόπο ζωής, εκτός λόγου και τέχνης, και αρνείται να τον ακολουθήσει. Την αγωνία ενός αριστερού λόγιου που ζητά να ενωθεί με τον κόσμο της γης και του μόχθου σαν μέρος και δουλευτής του. Την αγωνία ενός λογοτέχνη που καταλαβαίνει ότι, στο τέλος, ο κόσμος κι αν μνημονεύει τον Ζορμπά, θα δοξάζει και θα ακολουθεί τον Καζαντζάκη.

Το «Ζορμπάς, η πραγματική ιστορία» του Τσέζαρις Γκραουζίνις κατορθώνει κάτω από αυτή τη βαριά σκιά του καζαντζακικού έργου και την ακόμα βαρύτερη του εθνικού φολκλόρ να χαράξει μια μεταδραματική απόπειρα εξέτασης του κλασικού, και μάλιστα να παρουσιάσει ένα είδος θεάτρου που το ελληνικό θέατρο έχει σχεδόν λησμονήσει: το υπαρξιστικό θέατρο. Σε ένα μη χώρο (σκηνικά του Βίταουτας Ναρμπούτας) μεταξύ ζωής και θανάτου, στον ασαφή οντολογικά τόπο του θεατρικού φαίνεσθαι, στο άσυλο ή καθαρτήριο πλασμάτων της φαντασίας, ο κόσμος υπάρχει ως παίγνιο. Εκεί τα πλάσματα μετουσιώνουν τον εγκλεισμό σε χαρά της ζωής, την απελπισία τους σε «άξιον εστί» του μικρού και μεγάλου. Αρχηγός στο κίνημα της επανάστασης ενάντια στο θάνατο τίθεται βέβαια ο Ζορμπάς, αυτός που μπορεί να κλείσει τον κόσμο στη χούφτα του και να τον ρίξει έπειτα σαν το ζάρι. Η δύναμή του και η ενστικτώδης ευτυχία του μεταδίδεται στα ανώνυμα πρόσωπα της σάλας. Τα αριθμημένα πρόσωπα αποκτούν σταδιακά λάμψη από την κατάφαση της ζωής, από την αίσθηση ότι δεν καταλήγουν αλλά εξέρχονται από το τίποτα.

Το ίδιο έργο ωστόσο θα μπορούσε να διαβαστεί με το χαμόγελο ανεστραμμένο. Γιατί το ίδιο σύμπαν, η ίδια κοσμολογική και υπαρξιακή κατάσταση μπορεί να γίνει εμβατήριο ζωής, όσο και φρικώδης θρίαμβος του παραλόγου. Μέσα στη φυλακή, με την αίσθηση ότι το μεγάλο παιχνίδι δεν ανήκει παρά στον μεγάλο δεσμοφύλακα, η παιδικότητα μοιάζει επίπλαστη, η χαρά προσωρινή, η ουτοπία μάταιη, αν όχι γελοία.

Για μια ακόμη φορά ο Λιθουανός σκηνοθέτης διδάσκει μια ομάδα Ελλήνων ηθοποιών όχι να παίζει θέατρο, αλλά να παίζει με το θέατρο. Βασικό του στοιχείο είναι το παιχνίδι της παιδικής συναισθησίας, της ποιητικής αποκάλυψης των πραγμάτων. Το πιο σημαντικό για εμάς είναι ότι το κάνει αυτό με Ελληνες ηθοποιούς, βάζοντας τελεία στις αμφιβολίες για το αν μπορούν να παίξουν σε ένα μεταδραματικό πεδίο, αν μπορούν να ασκηθούν σε ελεύθερα σκηνικά δεδομένα. Με πρωτεργάτη τον Μανώλη Μαυροματάκη, που σημειώνει μια μεγάλη στιγμή για την ελληνική υποκριτική, υποδυόμενος έναν ρόλο που υποδύεται τον Ζορμπά (!), και οι εννιά (Εύα Κεχαγιά, Δημήτρης Πασσάς, Απόστολος Πελεκάνος, Μάρω Παπαδοπούλου, Δημοσθένης Ελευθεριάδης, Δέσποινα Κούρτη, Δημήτρης Κουρούμπαλης και Πολυξένη Ακλίδη) κατακτούν ένα θέατρο που διαχέεται σαν ζωική δύναμη στον κόσμο και ενώνει τα κομμάτια του σε ένα.*