Σαμαράκης και μονόλογοι

  • «Γράμμα στην κόρη μου»
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 6 Γενάρη 2010
  • «Ζητείται ελπίς» στην «Ελεύθερη έκφραση»

Μια παλιά της επιθυμία, να ακουστεί από σκηνής ο πεζογραφικός λόγος του Αντώνη Σαμαράκη, ειδικότερα το «Ζητείται ελπίς», υλοποίησε η «Ελεύθερη έκφραση» της Μαίρης Ιγγλέση, στο ομώνυμο θέατρο. Τη διασκευή του διηγήματος ανέλαβε μια νέα κοπέλα με έφεση στη γραφή, η Ειρήνη Κουτσάφτη, επιτυγχάνοντας, παρότι «πρωτάρα», να συμπυκνώσει το θέμα και την πλοκή, να προβάλει το ουμανιστικό μήνυμα, να επικεντρωθεί στα κύρια πρόσωπα του διηγήματος και να καταστήσει σκηνικά ρέουσα και συναισθηματικά εύγλωττη, την απέριττα απλή και άμεση γλώσσα και τη με σύντομες, κοφτές, σαφέστατες φράσεις, γραφή του Σαμαράκη. Καθώς πρόθεση του σκηνικού εγχειρήματος δεν ήταν μόνο η θεατροποίηση του συγκεκριμένου κειμένου, το οποίο τιτλοδότησε την πρώτη συλλογή διηγημάτων με την οποία ο Σαμαράκης έκανε, το 1954, την επίσημη εμφάνισή του στα γράμματα, αλλά και να τιμήσει τη γενικότερη προσφορά του, σκηνοθετικά η Μ. Ιγγλέση πρόταξε μια συνοπτική κειμενική και οπτικοακουστική αναφορά στη ζωή, στον ΕΑΜικό αγώνα, στο συγγραφικό έργο και την κοινωνική προσφορά του συγγραφέα στα πλαίσια της «Γιούνισεφ», με τον ίδιο να διατυπώνει την οργή του για όσα βασανίζουν τον άνθρωπο, καταστρέφουν τη ζωή και τον πλανήτη, αλλά και την αισιοδοξία του ότι ακόμη υπάρχει ελπίς… για έναν κόσμο ειρηνικό, με ισότητα και δικαιοσύνη για όλους τους ανθρώπους. Αυτό ήταν πράγματι το όραμα του ανθρώπου Σαμαράκη και αυτό προσπάθησε να εκφράσει με τα πολυμεταφρασμένα έργα του, γραμμένα όμως σε καιρούς χαλεπούς, υπό τη σπάθη της λογοκρισίας, αλλά και την ιδιότητά του ως δημοσίου υπαλλήλου. Ιδιότητα που, προφανώς, τον φόβιζε και τον εμπόδιζε να πει ολόκληρη την αλήθεια για τα αίτια και τους υπαιτίους των εμφυλιακών και μετεμφυλιακών παθών του λαού μας. Το άδικα χυμένο αίμα των παιδιών του λαού ήταν ακόμα νωπό. Τα εκτελεστικά αποσπάσματα ηχούσαν μέχρι το 1954, χρονιά γραφής της συλλογής. Οι φυλακές γεμάτες με τους αγωνιστές κατά του γερμανικού και αγγλοαμερικανικού ιμπεριαλισμού. Ο Σαμαράκης δεν διακινδύνευσε να τα ονομάσει όλα αυτά. Τα άφησε δυσδιάκριτα. Μόνον οι ιστορικά και πολιτικά ξύπνιοι γνώριζαν τότε και γνωρίζουν σήμερα, ότι κάθε άλλο παρά ίδια ήταν η κατάσταση, ο αγώνας και τα πάθη των φαντάρων και των ανταρτών. Ο ουμανιστής Σαμαράκης έκφρασε – εξίσου – την οργή, τον πόνο και τη θλίψη του για το εκατέρωθεν χυμένο αίμα των παιδιών του λαού και για τις χαροκαμένες μανάδες τους, για τη μετεμφυλιακή φτώχεια, την ανεργία και εκμετάλλευση του εργαζόμενου λαού. Και αυτά τα συναισθήματα του συγγραφέα, αναδύονται, προπάντων από τη λαϊκή, φτωχή, χήρα μάνα, που χάνει τον – φαντάρο στον κρατικό στρατό στα χρόνια του εμφυλίου, και έπειτα εργάτη – μοναχογιό της σε πολύνεκρο εργατικό ατύχημα σε ανθρακωρυχείο της Καλογρέζας. Ενας «άμοιρος» εργάτης, που η ψυχή και η μνήμη του βασανίζονται από τον εφιάλτη και το εμφύλιο αίμα, και ιδιαίτερα η μάνα του είναι εξαιρετικά πλασμένα πρόσωπα. Τη μάνα υποδύεται με πηγαία αλήθεια, απλότητα, φυσικότητα και ανθρώπινη γλυκύτητα η Μαίρη Ιγγλέση, κυριαρχώντας υποκριτικά, στη λιτή σκηνογραφικά και ενδυματολογικά (Πένη Αμπλά), ρεαλιστικά θερμή σκηνοθεσία της ίδιας. Βασικό στήριγμα της παράστασης είναι η αισθαντική μουσική και τα τραγούδια του Νότη Μαυρουδή. Γόνιμοι υποκριτικά είναι και οι ηθοποιοί Γιάννης Τσώμος, Κοσμάς Χειράκης και Τζένη Οικονόμου.

«Μαράν Αθά»
  • «Γράμμα στην κόρη μου» στο «Θέατρο οδού Κεφαλληνίας»

Μεγάλη ελπίδα της ιδεολογικά και κοινωνικά προοδευτικής αγγλικής δραματουργίας στις δεκαετίες του 1950, 1960 και 1970, ο γνωστός στο ελληνικό θέατρο Αρνολντ Γουέσκερ, μεταξύ μιας σειράς έξι θεατρικών μονολόγων, με γενικό τίτλο «Εργα για μια ηθοποιό», έγραψε και το «Γράμμα στην κόρη μου», με ηρωίδα μια επιτυχημένη, περιοδεύουσα τραγουδοποιό, την Μέλανι. Μια ουσιαστικά μοναχική και μόνη, νέα ακόμη γυναίκα, μάνα μιας έφηβης κόρης από εξώγαμη σχέση με έναν καλλιτέχνη, επίσης, ανεύθυνο, φευγάτο και αδιάφορο για το παιδί που γέννησε. Μάστορας της θεατρικής γραφής ο Γουέσκερ, μέσω ενός γράμματος που προσπαθεί να γράψει η μάνα στην κόρη της, πίνοντας, γράφοντας νότες και παίζοντας στο πιάνο της, ψυχογραφεί μια ύπαρξη ελεύθερη, ανεξάρτητη, καλλιτεχνικά ανήσυχη, αλλά και πληγωμένη από τον άντρα που ερωτεύθηκε, γέννησε το παιδί του, αλλά από περηφάνια δεν εμπόδισε το φευγιό του. Μια φαινομενικά δυναμική αλλά συναισθηματικά ευάλωτη γυναίκα, που ακόμα προσπαθεί η ίδια να καταλάβει και να «μάθει» τι σημαίνει ζωή, τι αξίζει στη ζωή, πώς να ζήσει η ίδια και ποιες συμβουλές να δώσει στην κόρη της για τη ζωή.

Το κείμενο δεν είναι μεγαλόπνευστο, αλλά προσφέρεται για ένα υποκριτικό σόλο από μια ερμηνευτικά ταλαντούχα, καλλίφωνη και με μουσικές ικανότητες, ηθοποιό. Η Μάνια Παπαδημητρίου διαθέτει όλα όσα προϋποθέτει ο μονόλογος του Γουέσκερ. Πολύτροπο, εκφραστικότατο, πνευματώδες υποκριτικό ταλέντο, σκηνική ακτινοβολία, κινησιολογική χάρη, προσαρμόσιμη σε διάφορα είδη τραγουδιού φωνή, πιανιστική γνώση. Πικρόγλυκα, με αυτοσαρκαστικό χιούμορ, μελαγχολία, υποδόρια δραματικότητα, πλάθει την Μέλανι, που την «πλουτίζει» παίζοντας στο πιάνο και ερμηνεύοντας τα όμορφα, αισθαντικά τζαζ τραγούδια που συνέθεσε ο Πλάτων Ανδριτσάκης. Το απολαυστικό θεατρικό αποτέλεσμα, στη δεύτερη σκηνή του «Θεάτρου οδού Κεφαλληνίας» οφείλεται και στους άλλους συντελεστές της παράστασης. Στη γλωσσικά γλαφυρή μετάφραση της Χριστίνας Μπάμπου – Παγκουρέλη. Στη διακριτική σκηνοθεσία του Βασίλη Κυρίτση, με στόχο την ανάδειξη της ερμηνείας. Στο καλαίσθητα, ρεαλιστικά λιτό σκηνικό και τα κοστούμια της Λαλούλας Χρυσικοπούλου και τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου.

«Ζητείται ελπίς»
  • «Μαράν Αθά» στο «Μεταξουργείο»

Ο Δήμος Αβδελιώδης έχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία και σχέση με μορφές, πολιτιστικά και πολιτισμικά στοιχεία της λαϊκής παράδοσης και τέχνης. Γοητεύεται από αυτά και τα αναδεικνύει με σεβασμό και πίστη στην αξία τους. Αυτό έκανε διασκευάζοντας και σκηνοθετώντας το μυθιστόρημα του Θωμά Ψύρρα «Μαράν Αθά». Ενα μυθιστόρημα, που θυμίζει το αγνό θρησκευτικό αίσθημα και το γνήσια λαϊκό ήθος του Βιζυηνού και του Κόντογλου και λαλεί την πανέμορφη γλώσσα του λαού, γλώσσα που συνεχώς φτωχαίνει, αλλοιώνεται και χάνεται. Παρότι μοιάζει θρησκειολογικό το έργο του Ψύρρα, δεν είναι. Αντιθέτως ο μύθος του καταγγέλλει την «τυφλή» μοναστική αυστηρότητα και τη βαρβαρότητα απέναντι στην ψυχή, στη διάνοια, στο ορμέμφυτο κάθε ανθρώπινου πλάσματος. Ενα φτωχό, ανέστιο, πεντάρφανο αγόρι «σώζεται» από την πείνα, ίσως και το θάνατο, από έναν αρχιμοναχό. Αυτός ορίζει ως «μοίρα» του αγοριού τη μοναστική ζωή, θέλει δε θέλει. Ο καλόγερος στέλνει το έφηβο καλογεράκι να κατασκοπεύσει τα μακραίωνα παραδοσιακά έθιμα των γυναικών ενός χωριού, έθιμα που τελετουργικά «αφηγούνται» τη γέννηση, τη ζωή και το θάνατο του ανθρώπου, προκειμένου να τα κηρύξει και να τα απαγορεύσει ως «αμαρτωλά». Στη «διονυσιακή» γιορτή των γυναικών το καλογεράκι θα γνωρίσει τον έρωτα, το ξύπνημα της νιότης και της σάρκας. Θα αλληλοαγαπηθεί και θα σμίξει με ένα κορίτσι. Για το «αμάρτημά» του τιμωρηθεί από τον «προστάτη» του με βίαιο αποχωρισμό από την αγάπη του, με ευνουχισμό και φυλάκιση στο μοναστήρι. Το άλλοτε αγόρι, υπέργηρος πια, στο σκοτεινό κελί του, γράφει για την ορφάνια, τη χαμένη και πεθαμένη αγαπημένη του και τον καρπό του έρωτά τους, για την πικρή ζήση του και τον απάνθρωπο ευνουχισμό της ψυχής, του κορμιού και της ζωής του. Το πυκνό διασκευαστικό κείμενο, στημένο από τον Δ. Αβδελιώδη χωρίς σκηνοθετισμούς, με υποβλητική μουσική του Γιάννη Γιαννάκη, σκηνικό χώρο, κοστούμι και συμβολικές κούκλες της Μαρίας Πασσαλή, υπηρετείται πολύ σεμνά, αλλά και αποτελεσματικά με την ερμηνεία της Γιασεμί Κηλαηδόνη.

Advertisements