«Γάμος άνευ νύμφης» στο Θέατρο «Δόρα Στράτου» – σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου

  • Γάμος άνευ νύμφης
  • Πολενάκης Λ., Η Αυγή: 13/09/2009

Στο νεοελληνικό κράτος που αναδύθηκε το 1830 με κατεστραμμένες όλες τις υποδομές του μετά από οκτώ χρόνια αιματηρού ολοκληρωτικού πολέμου, όπου όλα έπρεπε ν’ αρχίσουν πάλι απ’ το μηδέν, μέσα στην προσπάθεια γενικής ανασυγκρότησης παρουσιάστηκαν και οι πρώτες απόπειρες μιας εγχώριας θεατρικής γραφής. Είτε από ντόπιες λαϊκές πένες, όπως του Μ. Χουρμούζη ή του αγνοημένου ως τώρα Δ.Κ. Στεφανίδη (ψευδώνυμο του στρατιωτικού Δούκα Κ. Δούκα, συγγενή και «μαθητή» του προηγούμενου), είτε από φαναριώτικες λόγιες γραφίδες, όπως του Ρίζου – Νερουλού, των αδερφών Σούτσου, του Αλέξανδρου Ραγκαβή κ.ά.

Οι διαφορετικές ως ύφος διάνοιας γλώσσα κ.λπ. δοκιμές των μεν και των δε συγκλίνουν όμως σε κάποια κοινά σημεία: στο «ξεμπρόστιασμα» του επαρχιωτισμού της νεοελληνικής κοινωνίας που υιοθετεί άκριτα οτιδήποτε ξένο. Στη σκληρή σάτιρα της μέσης τάξης, η οποία επιδιώκει με κάθε μέσο την προαγωγή της σε μια ιδιότυπη δυναστική αριστοκρατία. Στην καταγγελία μιας κάστας διεφθαρμένων γραφειοκρατών που κατέλαβαν με «γιούργια» τον κρατικό μηχανισμό, τον οικειοποιήθηκαν και απομυζούν από τότε αδίστακτα τον πλούτο και την ικμάδα του έθνους. Οι «εξευρωπαϊσμένες» γυναίκες του λεγόμενου «καλού κόσμου» επίσης αποτελούν έναν στόχο ιδιαίτερα αγαπητό λόγω της έκδηλης φιλαρέσκειας και των εξεζητημένων τους τρόπων.

Ο Αλέξανδρος Ρίζος – Ραγκαβής (Κωνσταντινούπολη 1809- Αθήνα 1892) είναι μια ολωσδιόλου ιδιαίτερη περίπτωση. Πολυπράγμων, διπλωμάτης καριέρας, ικανός αρχαιολογόλος, μανιώδης αριστοφανιστής, μαχητικός δημοσιογράφος, ποιητής αλλά και θεατρικός συγγραφέας, ιστορικών δραμάτων επηρεασμένων από τον Δουμά, κωμωδιών επηρεασμένων από τον Μολιέρο, δεν άφησε είδος χωρίς να το δοκιμάσει, μπολιάζοντάς το στη νεοελληνική πραγματικότητα. Γράφει σε μια απλοποιημένη καθαρεύουσα, το ύφος του όμως, τελείως προσωπικό, διακρίνεται για την καθαρή, σαφή του διατύπωση. Τα δράματά του δεν επέζησαν, αλλά οι κωμωδίες του έχουν αποκτήσει ξανά σήμερα μια απρόσμενη λάμψη επικαιρότητας.

Ο «Γάμος άνευ νύμφης» διαβάζεται άνετα, σύμφωνα με τα πιο πάνω, σαν ένα σχόλιο διαχρονικό πάνω στα «κουσούρια» ενός μεσαίου και πάντοτε μοιραίου κοινωνικού στρώματος: «γέννημα της τύχης και της ανάγκης», αφημένο στην τύχη του χωρίς παιδεία, με μόνο μπούσουλα την απληστία, τη βλακεία, την ξιπασιά, την επιπολαιότητα, την αλαζονεία, την ιστορική τύφλωση και τον πολιτικό παλιμπαιδισμό, τα οποία διαπότισαν και δηλητηρίασαν σταδιακά όλο το κοινωνικό σώμα… για να μας οδηγήσουν σήμερα στο μέγα καγχαστικό, πνευματικό, κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και ατομικό του καθενός που έχει συναίσθηση κενό. Γλιστρήσαμε ανεπαισθήτως, χωρίς να το καταλάβουμε, απ’ την κωμωδία του Ραγκαβή… στο ξεκαρδιστικό κωμωδιόδραμα του σύγχρονου δημόσιου (και ιδιωτικού λόγω της απόσβεσης των ορίων) βίου μας!

Έκανε άρα πολύ καλά ο Σπύρος Ευαγγελάτος να ανεβάσει αυτό το έργο του Ραγκαβή στο Θέατρο «Δόρα Στράτου» του φιλόξενου Δήμου Αθηναίων. Αναρωτιέμαι γιατί δεν συμπεριλήφθηκε η πρόταση αυτή του Ευαγγελάτου στο Φεστιβάλ Αθηνών.

Η σκηνοθεσία του Σπύρου Ευαγγελάτου «διάβασε» πράγματι το έργο σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν και το απέδωσε ως μια λαμπερή διαχρονική σάτιρα κι ένα καυστικό, σαρκαστικό σχόλιο πάνω στα πεπραγμένα εκατόν ογδόντα χρόνων «ελεύθερου» νεοελληνικού βίου. Μια παράσταση πολιτικά ενεργή που δούλευε υπόγεια δραστικά, κάτω από ένα ψευδεπίγραφο ύφος «ελαφράς» καλοκαιρινής μουσικής κωμωδίας. Με σεβασμό στη λόγια προέλευση του έργου, χωρίς να λαϊκίζει. «Γράφοντας» τους ρόλους με μια τυπολογία πρωτογενώς «αφελή», συγκεντρωμένη όμως και οξεία, που έβρισκε στόχο. Η σκηνοθετική ανατροπή του τέλους δεν ήταν έξω από το πνεύμα του έργου.

Με ωραία πρωτότυπη μουσική «ρετρό» του Γιάννη Αναστασόπουλου, ζωντανά παιγμένη από ένα ντουέτο καλών εκτελεστών (Άκης Στρατουδάκης βιολί, πιάνο ο συνθέτης). Με το θελκτικό τραγούδι της προικισμένης και υποκριτικά Μαριάνθης Κυρίου («διαχέει» τον ρόλο της «Αρχοντούλας» στον χορό και στο τραγούδι της, η τελική είσοδός της έξοχη), σε στίχους ευρηματικούς του Σπύρου Ευαγγελάτου. Με πάντοτε λειτουργικά «φραγκοχιώτικα» κοστούμια – σκηνικά του Πάτσα και της Τότας Πρίτσα, που θα τα προτιμούσα όμως ίσως λιγότερο περιγραφικά.

Οι καλοί ηθοποιοί αξιοποίηθηκαν και αξιοποίησαν. Ο Μιχάλης Μητρούσης (Αγροικογιάννης) δίνει με πειθαρχία και μουσικό κυλιόμενο ρυθμό, χωρίς έμφαση, με κινήσεις εσωτερικές, το αδηφάγο ήθος και το ψευτοταπεινό ύφος του μωροφιλόδοξου, αδίστακτου ανερχόμενου «βλαχοδήμαρχου».

Ο Σωτήρης Τσακομίδης («Ανδρέας Καλλορύτης») άλλη μια φορά με ακρίβεια διατύπωσης «ωρολογιακή»: ένας ηθοποιός – χρονομέτρης που διεμβολίζει τους ρόλους ακαριαία χωρίς να χάνει το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του.

Ο Νικόλας Παπαγιάννης («Υπουλίδης») εξαιρετικά συγκεκριμένος και ο Λευτέρης Πολυχρόνης («Πηδηκτούλης») με σωστό τέμπο. Για τη Μαριάνθη Κυρίου είπα πιο πάνω. Μια παράσταση που ελπίζω να συνεχιστεί βελτιωμένη και επαυξημένη τον χειμώνα στο «Αμφι-θέατρο» που είναι ο φυσικός της χώρος.

Τένεσι Ουίλιαμς: Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι

Μια θεατρική αφήγηση που επιζητεί την ποιητική αναπνοή της
Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Τένεσι Ουίλιαμς: Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι, σκην.: Σπύρος Α. Ευαγγελάτος. Θέατρο: Αμφι-Θέατρο

Στην αγέραστη μετάφραση άσφαλτου θεατρικού κριτηρίου του Μάριου Πλωρίτη (στον οποίο αφιερώνεται και η παράσταση), ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος ανέβασε ως άγριο ρέκβιεμ το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» (1958) του Τένεσι Ουίλιαμς. Ο σκηνοθέτης διάβασε εδώ και μας μετέδωσε μια ποιητική παραφορά, βασισμένη στους δύο άξονες – παραπληρωματικούς μονολόγους του μακρού αυτού μονόπρακτου. Είδα τελευταία φορά το έργο το 1999 με την έξοχη Νέλλη Αγγελίδου σε μια σκληρή, ρεαλιστική παράσταση του Κοραή Δαμάτη, στο Εθνικό. Τώρα, ο Ευαγγελάτος ανύψωσε το έργο στην περιωπή της τραγωδίας, δημιουργώντας μια διαρκή ατμόσφαιρα απειλής αλλά και δισσών λόγων ανάμεσα στις δύο «λογικές» που κονταροχτυπιούνται, εκείνην της ηγεμονικής μάνας που κάλυπτε με χίλια τεχνάσματα την ομοφυλοφιλία του ήδη νεκρού γιου της Σεμπάστιαν και στην άλλη, την πραγματική, της εξαδέλφης του, που προσπάθησε μάταια να τον «σώσει» σ’ ένα κοινό ταξίδι τους, το οποίο κατέληξε στον σπαραγμό και στον διασυρμό του από αόριστες, εξωτικές ανδρικές μορφές. Ενώ το έργο, μέσα στην ακραία ποιητικότητά του, φιλοξενεί και αρκετά περί ζωής, χρόνου, αγάπης και μίσους αποφθέγματα, ο Ευαγγελάτος τα ενέταξε πλήρως στη δραματική υφή του όλου ως απαραίτητα στοιχεία του, δίπλα και μέσα στον λυρικό ιστό του. Παρά την αντιρεαλιστική επιλογή, η ενότητα της παράστασης αφομοίωσε ως ποιητική την απουσία δράσης, οι δε κεντρικοί ηθοποιοί διδάχτηκαν μιαν ανελέητη εμπόλεμη μουσική.

Θεωρώ τη σκηνογραφική εργασία του Γιώργου Πάτσα υποδειγματική. Αντί για τον τροπικό κήπο του νεκρού Σεμπάστιαν, ιχνογράφησε μια ψυχεδελική χλωρίδα που παρέπεμπε τόσο στον προβληματικό ψυχισμό εκείνου όσο και στην αμφισβητούμενη ισορροπία της εξαδέλφης του. Ενδιαμέσως, ύψωσε υπέροχες ανθοστήλες, ως μια ασφυκτικά πένθιμη συνοδεία–νοσηρό τοπίο στο οποίο κινήθηκαν οι ηθοποιοί, αβίαστα ντυμένοι σύμφωνα με το ήθος των ρόλων. Η μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου, κάπως προσδοκώμενη υπογράμμιση των πιο έντονων στιγμών.

Η επάνοδος της Κατερίνας Χέλμη (μητέρα κυρία Βέναμπλ) στο θέατρο, μιας ηθοποιού που τόσο εκτιμούσε ο Μίνως Βολανάκης, χώρισε την υπόκρισή της στα δυο: Στην αρχή βεβαίωσε μια ρομαντική, θλιμμένη, νοσταλγική μάνα και στη συνέχεια, σύμφωνα και με τη σκληροτράχηλη υποκριτική της φυσιογνωμία, πέρασε σ’ ένα ιοβόλο τέρας εκβιασμών, γεμάτο πείσμα, εκδίκηση, οδύνη, χωρίς να της λείψουν τραγικές κορυφώσεις. Θεωρώ την επιλογή της για τον ρόλο μια ηλεκτρική καρέκλα, πάνω στην οποία το κοινό «δοκιμάζεται» ασταμάτητα.

Μικρή το δέμας αλλά μεγάλη την ικανότητα απεδείχθη η Μαρίνα Ασλάνογλου. Κράτησε σε πολύ υψηλούς τόνους τον δεύτερο μονόλογο της εξαδέλφης Κάθρην, δεν λύγισε ούτε μια στιγμή μπροστά στην εξουθενωτική διάρκειά του, γέμισε τη σκηνή με πάθος και ειλικρίνεια, κρατώντας τον θεατή «δέσμιό» της. Αλλοτε εύθραυστη, άλλοτε «άρρωστη» κι άλλοτε εκρηκτική, μας δίνει πολλές υποσχέσεις για το θεατρικό της μέλλον.

Ο γιατρός Κούκροβιτς του Θανάση Κουρλαμπά έστησε μια πλήρη προσωπικότητα. Ηξερε όχι μόνο να ακούει αλλά και να ενωτίζεται, όχι μόνο να είναι νηφάλιος αλλά και αποφασιστικός, όταν έπρεπε. Σταθερός τόσο ως ακροατής όσο και ως συμμέτοχος, έχει νομίζω κερδίσει μια ζηλευτή σκηνική πείρα υπό τις πολυετείς οδηγίες του Ευαγγελάτου αλλά και με την ευαισθησία και τον μόχθο του.

Η ολοσχερής επιτυχία μιας παράστασης εξαρτάται, βέβαια, και από τους δεύτερους ρόλους, συμβατικά παιγμένους εδώ από τους Π. Λυμπεροπούλου, Ζ. Ρηγοπούλου, Μ. Κυρίου, Λ. Πολυχρόνη.

Πινακοθήκη κολασμένων

Το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», παρότι μονόπρακτο, περιέχει μια ολόκληρη πινακοθήκη κολασμένων ανθρώπων και εφιαλτικών συμπεριφορών, που ισχύουν και σήμερα. Συνοψίζει πλήθος ερωτημάτων περί τις ευνουχιστικές σχέσεις μάνας και γιου, περί την ιατρική δεοντολογία (επαπειλούμενη λοβοτομή της Κάθρην), περί τη φύση των ζώων, των φυτών, την ομοφυλοφιλία και μάλιστα στην αιμοβόρα, διονυσιακή έκφανσή της, καθώς και την καταστατική απόγνωση του Ουίλιαμς για τη σκοτεινή ανθρώπινη μοίρα, την ανθρωποφαγία μας, τον ακατάβλη το κοινωνικό μας κανιβαλισμό.

Συνοψίζει μοίρα απόγνωσης, τολμώ να πω σχεδόν θεωρία απόγνωσης, που τυχαίνει εν προκειμένω να είναι, όπως λέει ο Πωλ Βαλερύ, «κάποιο φροντισμένο απόσπασμα αυτοβιογραφίας». Βέβαια, με το (κινηματογραφικής καταγωγής) φινάλε της ερωτικής εξόδου του γιατρού και της εξαδέλφης, το έργο επιβαρύνεται με μια δόση «ορθόδοξου» μελό, αλλά ουσιαστικά διαθέτει τόσες άλλες αρετές και αναφορές…