Η διαθήκη του Πλάτωνα

Πολενάκης Λ., Η ΑΥΓΗ: 22/04/2012

Το παγκόσμιο αυτό έργο του Κρητικού Θεάτρου είναι ίσως ο μόνος κρίκος μιας χαμένης πνευματικής κληρονομιάς που μας συνδέει με τη ματαιωμένη μας Αναγέννηση. Αν η Ιστορία δεν το είχε θελήσει αλλιώς, αν η Αναγέννησή μας αυτή δεν είχε βίαια ανακοπεί με την κατάκτηση της Κρήτης, που ήταν το σημείο της όσμωσης Ανατολής και Δύσης, από τους Τούρκους, θα είχαμε συναντηθεί με τη Δυτική Αναγέννηση χωρίς την τραυματική εμπειρία τεσσάρων αιώνων δουλείας, χωρίς τους ποικίλους καταναγκασμούς που γέννησε αυτή, και μας κρατούν ως σήμερα δέσμιους.

(«Ερωφίλη» στο Εθνικό, σε σκηνοθεσία Δήμου Αβδελιώδη)

Και η Δυτική Αναγέννηση, όμως θα είχε, ίσως διαφορετική πορεία και εξέλιξη, αν είχε λάβει εγκαίρως το μήνυμα της «αγάπης για τη ζωή» και της «δύναμης του έρωτα να μεταμορφώνει», που υμνούνται ανεπιφύλακτα στα χορικά της μοναδικής δικής μας «Ερωφίλης». Το ουμανιστικό όραμα της Δύσης δεν θα είχε μείνει κολοβό, θα μετασχηματιζόταν στο δίδυμο πλάσμα δικαιοσύνη και αρετή. Δεν θα χωριζόταν η ομορφιά από την ηθική και δεν θα είχε επικρατήσει στον κόσμο ο σιδερόφρακτος κατακτητής που «εκπολιτίζει» διά πυρός και σιδήρου τους «κατώτερους» λαούς, με την τυφλή τεχνολογία της απεριόριστης ισχύος του. Δεν θα ήταν η απληστία του χρήματος και η μεταλλαγμένη θρησκευτική μισαλλοδοξία των μεν και των δε, οι κυρίαρχες σήμερα δυνάμεις στον πλανήτη.

Θέλω να πω με τα πιο πάνω, ότι η «Ερωφίλη» δεν είναι ένα «ποιητικό θέατρο». Είναι ένα ποιητικό γεγονός που έγινε θέατρο με μια διαδικασία αφαιρετική σχεδόν «φυσική», αποβάλλοντας τα περιττά ποιητικά «στολίδια» του. Μάλιστα, ένα καθαρά πολιτικό θέατρο: βλέπει, βαθιά στο μέλλον, το αδιέξοδο της «αφιλοσόφητης», δηλαδή φονικής, πολιτικής των καιρών μας. Είναι μια «υποδειγματική» πολιτική Τραγωδία με ρόλους και χορικά, εμπνευσμένη, ίσως ανάμεσα σε άλλα, και από την πολιτική διαθήκη του Πλάτωνα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Ερωφίλη» σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα

Της Ολγας Μοσχοχωρίτου, Ημερησία, 02/10/2010

  • Από την «ΕΡΩΦΙΛΗ» του Γεωργίου Χορτάτση στον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου, σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα, στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου

Τέλος εποχής λοιπόν, αφενός μεν κυριολεκτικά, εφόσον ήδη αφήσαμε πίσω μας τις καλοκαιρινές παραστάσεις, ακόμα κι αυτές που έφτασαν μέχρι τον Σεπτέμβριο, αλλά και συμβολικά, μιας και διαισθάνομαι ότι η εποχή της κρίσης, όπως θα ονομάζεται στο μέλλον μια ολόκληρη ιστορική περίοδος που ήδη άρχισε χωρίς προσδιορισμένο το τέλος της, θα σημαδέψει την θεατρική παραγωγή τόσο στο περιεχόμενό της, όσο και στους τρόπους διαμεσολάβησης με το κοινό.

Χωρίς φοβερές εκπλήξεις μεν, αλλά με επάρκεια και μεγάλη συμμετοχή του κοινού, επιβεβαιώνοντας ότι πέραν των ειδικών χαρακτηριστικών της εγχώριας θεατρικής παραγωγής (υπερπληθωρισμός σκηνών κ.λπ.) ή και λόγω αυτών, έχει δημιουργηθεί μια στενή σχέση μεταξύ του κοινού και του θεατρικού γεγονότος.

Για το τέλος λοιπόν αφήσαμε μια τρυφερή παράσταση που μας επιφύλαξε η «Εταιρεία Θεάτρου Χώρος» και ο Σίμος Κακάλας με την σκηνική αφήγηση της «Ερωφίλης». Μας είχε εντυπωσιάσει αρχικά με το «Λιωμένο βούτυρο» του Σερέφα, αλλά και σε όλη του τη διαδρομή (Γκόλφω, Απόκοπo, ακόμα και στο αμφισβητήσιμο Recycle), μοιάζει να επιστρέφει στον ίδιο τον ηθοποιό και το σώμα του για την έκφραση της θεατρικότητας, ψάχνοντας τη σχέση της εκφοράς του λόγου, της κίνησης και του αυτοσχεδιασμού, με λιτά μέσα σε σχεδόν άδειους χώρους.

Τώρα συνεχίζει την έρευνά του στην Κρητική Αναγέννηση με αυτήν την αριστουργηματική ερωτική αλλά και αντιτυραννική τραγωδία του 16ου αιώνα, αναδεικνύοντας την θεατρικότητα του κειμένου, αναζητώντας στην ουσία ένα παλιό ίχνος, που αναφέρεται στην πολιτιστική μας ιθαγένεια. Παλιά ιστορία αυτή της αναζήτησης της «ελληνικότητας» από τους διανοούμενους κυρίως του 20ου αιώνα, αλλά είναι παρήγορο να βλέπεις νέα παιδιά, (Δήμητρα Κούζα, Ελενα Μαυρίδου, Γιάννος Περλέγκας, Χρήστος Σαμποτζής) χωρίς βιωματική σχέση με τον δεκαπεντασύλλαβο, να προσπαθούν να κάνουν ζωντανό θέατρο πατώντας πάνω σ’ αυτά τα παλιά ίχνη.

Με τους ήχους της εξαιρετικής ζωντανής μουσικής και ακολουθώντας το μεγάλο φεγγάρι της Μάρθας Φωκά που συνέδεε τον ουρανό με τη γη, εξήλθαμε του Μικρού Θεάτρου και πήραμε μέρος στο κρητικό γλέντι με την ορχήστρα να παίζει και τους τραγουδιστές και ηθοποιούς να μας τραγουδάνε τον Ερωτόκριτο και έτσι συγχωρήσαμε για λίγο την Ελλάδα που «πληγώνει».

***«Ερωφίλη – Ασκηση ΙΙ» – Μικρό Θέατρο Επιδαύρου

  • Η Ερωφίλη στον «άδειο χώρο» του σύγχρονου θεάτρου

  • ***«Ερωφίλη – Ασκηση ΙΙ» – Μικρό Θέατρο Επιδαύρου
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 21 Αυγούστου 2010

Μετά την «Γκόλφω» και τον «Απόκοπο», η νέα προσπάθεια του Σίμου Κακάλα και της ομάδας «Χώρος» αφορά την «Ερωφίλη», την αφετηρία και πρώτη μεγάλη κατάθεση του νεοελληνικού θεάτρου. Η γραμμή που ενώνει τα κείμενα που ανέβασε η ομάδα αναπτύσσεται, νομίζω, σε παραλληλία με τις εκφραστικές της επιδιώξεις.

Ο Σίμος Κακάλας με την ομάδα «Χώρος» κινείται τολμηρά πάνω σε ερωτήσεις περί ιθαγένειας και ελληνικότητας, που απασχόλησαν κάποτε τον Πολίτη, τον Κουν, τον Ευαγγελάτο

Ο Σίμος Κακάλας με την ομάδα «Χώρος» κινείται τολμηρά πάνω σε ερωτήσεις περί ιθαγένειας και ελληνικότητας, που απασχόλησαν κάποτε τον Πολίτη, τον Κουν, τον Ευαγγελάτο

Και τα τρία κείμενα είναι ταυτισμένα, χρονολογημένα, ενταγμένα στο περιβάλλον της γενικότερης πνευματικής κίνησης της εποχής τους, αποτελούν όμως ταυτόχρονα περιπτώσεις διασποράς μιας λόγιας πρώτης ύλης στη λαϊκή, δημώδη και προφορική παράδοση. Από αυτή την άποψη, είναι κείμενα που επιχειρηματολογούν με πειστικό τρόπο για τη διάχυση -μορφική, γλωσσική, ηθική- του νεοελληνικού πνεύματος σε έναν κόσμο πλατιά ελληνικό. Στην αντίληψη μιας ολόκληρης γενιάς καλλιτεχνών και λογίων τα κείμενα αυτά, ανάμεσα σε άλλα, εξέφρασαν, πέρα από τη μοναχική ή συντροφική εκδήλωση της λογοτεχνικότητάς τους, την ανάγκη του ελληνισμού να νιώσει συμπαγής κάτω από τη στέγη μιας κοινής παράδοσης και ενός εντελούς εκφραστικού οργάνου.

Νομίζω ότι ο Κακάλας και η ομάδα του πιάνουν τον μίτο αυτής της ανάγκης από την αρχή. Κινούνται περισσότερο τολμηρά από κάθε ελληνική ομάδα έρευνας και πειραματισμού, πάνω σε ερωτήσεις που απασχόλησαν κάποτε τον Πολίτη, τον Κουν, τον Ευαγγελάτο… Το ιδιαίτερο στην προσπάθειά τους είναι ότι οι ερωτήσεις αυτές (για το ζήτημα της ιθαγένειας, της πολιτισμικής ταυτότητας, της συνέχειας και του τρόπου έκφρασης) απελευθερώνονται από τους όρους του παραδοσιακού σκηνικού λεξιλογίου. Εκείνο που δείχνει να ενδιαφέρει πρωτίστως την ομάδα -τουλάχιστον όπως το αντιλαμβάνεται ο εξωτερικός παρατηρητής- είναι να απαγκιστρώσει το ζήτημα της σκηνικής παράδοσης από τις διαφόρων λογιών αισθητικές και ιδεολογικές προκαταλήψεις περί ελληνικού και αλλότριου, υψηλού και ταπεινού, μείζονος και ελάσσονος, λόγιου και δημώδους.

Ιδιότυπος «μεταμοντερνισμός»

Πάνω σε αυτό τον ίδιο δρόμο βαδίζει, πιστεύω, ο θίασος του Σίμου Κακάλα και έτσι πρέπει να εξετάσουμε τον ιδιότυπο «μεταμοντερνισμό» που ακολουθεί στην απόδοση παλιών κειμένων. Πίσω από την προσπάθεια υπάρχει η διάθεση επανεξέτασης μιας ρίζας, που από τη μια ενώνει υπόγεια διαφορετικά κείμενα, ενώ από την άλλη μεταφέρει στη σκηνή τούς χυμούς του ζωντανού θεάτρου, πέρα από αιτήματα αισθητικής ταυτότητας και ελληνικότητας.

Στην προσπάθειά του αυτή ο Κακάλας φαίνεται να οδηγείται ολοένα και περισσότερο στην αφαίρεση, τον άδειο χώρο του Μπρουκ, τον συντελεστή αφήγησης, προς τη συνεργασία και συμμετοχή του θεατή. Η «Ερωφίλη» στη δεύτερη Ασκησή της (η πρώτη απ’ ό,τι μαθαίνω ήταν αρκετά διαφορετική, πιο δημώδης, φτιαγμένη για περιοδεία στα χωριά της Κρήτης) ακολουθεί το παράδειγμα του Μπρουκ και τη μέθοδο του Βασίλιεφ για τον συντονισμό λόγου και κίνησης (η κινησιολογία του Δημήτρη Σωτηρίου).

Εδώ, ένα σκηνικός χώρος φτιαγμένος από κιλίμια ορίζει τον χώρο όπου θα κινηθούν, θα τραγουδήσουν και θα υποδυθούν ή, μάλλον, θα αφηγηθούν την τραγωδία του Χορτάτση οι περφόρμερ της ομάδας. Με ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα, με το κέντρο βάρους να πέφτει στην εκφορά του στίχου και την αφηγηματικότητά του, κάθε ηθοποιός εξέρχεται με τη σειρά του από τον «κύκλο της κοινότητας» για να διηγηθεί -ήρεμα, μεστά, ρυθμικά, με αυτοπεποίθηση και ελεγχόμενη ένταση- το έργο του Χορτάτση.

Δεν κρύβω ότι έχω κατά καιρούς παρακολουθήσει παραδοσιακότερες εκδοχές της «Ερωφίλης», που φάνταζαν «σπουδαιότερες» από την ερευνητική αυτή πρόταση της ομάδας. Ισως πάλι η απόπειρα του «Χώρου» να δείχνει πως επιχειρεί να παραβιάσει ανοικτές πόρτες. Γνωρίζουμε πως οι παραστάσεις της «Ερωφίλης» ούτως ή άλλως ούτε προσπάθησαν ούτε επρόκειτο ποτέ να ακολουθήσουν μια ιλουζιονιστική προοπτική ανεβάσματος. Εργο ποιητικού λόγου είναι η «Ερωφίλη», που ζητεί από τον ηθοποιό συναίσθηση της ρητορικής του στίχου και το οποίο εξ αρχής στηρίζεται στη δείξι και αφαίρεση, στη σύμβαση.

Η «Ερωφίλη» δεν θέλει παρεμβάσεις

Θα συμφωνούσα περισσότερο με τη σκηνική πρόταση του «Χώρου», αν είχαμε να κάνουμε με κάποιο άλλο κείμενο ή με ένα μη θεατρικό έργο, με πλατωνικούς διαλόγους, με την Ιλιάδα… Η «Ερωφίλη», όμως, δεν χρειάζεται τέτοιες παρεμβάσεις. Είναι ποιητικό δράμα θεατρικότατο, με άριστη σκηνική παράδοση στη χώρα μας. Αν κάτι τελικά λέει η ομάδα, δεν είναι το «πώς» ανεβαίνει η «Ερωφίλη», αλλά το ότι πράγματι μπορεί να ανεβεί με ελάχιστα μέσα και λαϊκά ερείσματα.

Αλλού βρίσκεται το ενδιαφέρον. Ας μη γελιόμαστε, οι περισσότεροι ηθοποιοί είναι παιδιά μιας γενιάς για την οποία ο δεκαπεντασύλλαβος δεν είναι το μέσον αλλά ο στόχος, και η οποία αναζητεί να κατανοήσει και να καταλάβει μέσω αυτών των έργων τη θέση και τον ρόλο της στην Ιστορία και την παράδοση. Σαν τέτοια προσπάθεια η «Ερωφίλη» του Κακάλα γίνεται εν τέλει ανοικτή πρόταση για μια νέα αίσθηση συλλογικότητας που θα περιλαμβάνει μια νέα προσέγγιση στα κείμενα της αυτογνωσίας μας. Και γίνεται ακόμα μια απόπειρα να «διαχυθεί» εκ νέου ο (λόγιος) καλλιτέχνης στον χώρο του λαϊκού θεάτρου, ακολουθώντας την πορεία των έργων που ανεβάζει.

Σε πολλαπλούς ρόλους οι Σίμος Κακάλας, Δήμητρα Κούζα, Ελενα Μαυρίδου, Γιάννος Περλέγκας και Χρήστος Σαπουντζής παίζουν (ή αφηγούνται) τους ρόλους τους με σεμνότητα και αίσθηση του εσωτερικού τους παλμού. Κορυφαία ίσως στιγμή της μελετημένης αφαιρετικότητας της σκηνοθεσίας, η φιγούρα του Σωτήρη Δημητρίου να «αφηγείται» με εξαιρετικό τρόπο το φάντασμα του δολοφονημένου Βασιλιά. Στη Μικρή Επίδαυρο το «φεγγάρι» της Μάρθας Φωκά ανεβαίνει σαν φανάρι στον ουρανό και γίνεται σημείο φυγής προς ένα θέατρο ανοικτού πεδίου. *