* «Ροτβάιλερ» Ομάδα Νάμα – «Επί Κολωνώ»

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία / 2 – 17/01/2009

«Ροτβάιλερ» σε σκηνοθεσία της Ελένης Σκότη

Το «Επί Κολωνώ» στο στοιχείο του. Ακόμα ένα ανδροκρατούμενο έργο -είδος στο οποίο ειδικεύεται για κάποιο λόγο-, έμφαση στους νέους, κοντά στον πυρήνα του φλέγοντας κοινωνικού ρεαλισμού. Το νυστέρι της Ελένης Σκότη, ακονισμένο στο εργαστήρι της «Ομάδας Νάμα», επιχειρεί κι αυτή τη φορά να κόψει βαθιά.

«Ροτβάιλερ» φωνάζουν τον νεοναζιστή σκίνχεντ Αντόνιο Βερμούδες οι ομοϊδεάτες του, παρατσούκλι μάλλον κολακευτικό για τον ίδιο και υποτιμητικό για τα τετράποδα της εν λόγω ράτσας. Πρόθεση του Ισπανού συγγραφέα Γκιγέρμο Ερας είναι να αναδείξει το φαινόμενο του νεοφασισμού, μαζί με μια κρίσιμη ερώτηση: αποτελεί πραγματική πληγή του κοινωνικού συστήματος ή πρόκειται για διογκωμένο εφιάλτη της αστικής μας ανισορροπίας; Ο αριβίστας δημοσιογράφος Χάιμε, που καταφτάνει στο υπόγειο των νεοναζί για να πάρει συνέντευξη από τον αρχηγό τους, πιστεύει το δεύτερο. Αυτό όμως που τον ενδιαφέρει δεν είναι η ερμηνεία του φαινομένου. Είναι η πρόσφορη σε τηλεθέαση όψη του κοινωνικού σκότους.

Εκείνο που δεν αντιλαμβάνεται ο Χάιμε είναι ότι ο Αντόνιο Βερμούδες ή Ροτβάιλερ, εκτός από επικίνδυνος, είναι στην πραγματικότητα και ένας εξαιρετικά δυσερμήνευτος άνθρωπος, κάποιος που δεν τηρεί τα προσχήματα, το άτυπο συμβόλαιο μιας τηλεοπτικής συνέντευξης. Εχει εξελιχθεί σε μια ανεξέλεγκτη μηχανή βίας, που χρησιμοποιεί τη ναζιστική ιδεολογία σαν πρόσχημα για να σπείρει τον φόβο και τον θάνατο. Ο Χάιμε βρίσκεται κλεισμένος μ’ αυτόν το λυσσασμένο σκύλο στο κλουβί, και όμως επιμένει να πειράζει τη μουσούδα του…

Με ένα τέτοιο υλικό τίποτα δεν εμποδίζει την Ομάδα του «Επί Κολωνώ» να ανεβάσει μια ακόμη ρεαλιστική βιρτουοζιτέ. Η ωμή φέτα πραγματικότητας στην οποία καταλήγει έχει βέβαια αρκετή δόση υπερβολής, και η αλήθεια είναι πως παρά τις όποιες κοινωνικο-πολιτικές καταγγελίες, δύσκολα προχωρά κάποιος σε γενικότερες και πρωτότυπες διαπιστώσεις για το φαινόμενο των σκίνχεντ ή της τηλεοπτικής αδηφαγίας. Η παράσταση όμως διαθέτει ρυθμό, ένταση και ενέργεια και -όπως πάντα- στηρίζεται σε μια ενδιαφέρουσα μέθοδο υποκριτικής.

Το κύριο ενδιαφέρον βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η Σκότη κτίζει τον αναλυτικό ρεαλισμό της από έξω προς τα μέσα, αυτή τη φορά προσθέτοντας και κινηματογραφικά μέσα. Πόσοι θα οδηγούσαν τον Δημήτρη Καπετανάκο να αποδώσει με τόση πειθώ, εξωτερικά και εσωτερικά, το πρωτοπαλίκαρο της αγέλης, τον Ράφα; Η ερμηνεία του τον επιβάλλει σαν κεντρική απόδοση της νεοφασιστικής αφασίας.

Ο Δημήτρης Λάλος είναι πια ένας καταξιωμένος καρατερίστας. Ο Αντόνιό του κουβαλά κάτω από την ατσάλινη επιφάνεια ένα συμπαγές, αδιαπέραστο σκότος.

Ο Χάιμε, αντίθετα, αναπτύσσεται από τον Γιάννη Ράμο κάτω από μια κρούστα γελοιότητας. Δεν είναι αρκετό. Ο Χάιμε δεν θα διστάσει να προκαλέσει, έστω και από έπαρση, το αγριόσκυλο στο κλουβί του. Η μορφή του επομένως έχει εκτόπισμα, μια διάσταση που δεν υποστηρίζεται επαρκώς από τον ηθοποιό.

Ο Χουάν του Γιάννη Τρίμμη είναι ο κοινός νους, εγκλωβισμένος ανάμεσα στον ένα παραλογισμό και τον άλλο. Μικρός ρόλος, σαν το δραματουργικό ίσο του έργου.

Δεν βρίσκω επιτυχημένες τις μαγνητοσκοπημένες παρεμβάσεις της παράστασης. Η ερμηνεία του παλιού δασκάλου του Αντόνιο από τον Δημήτρη Καταλειφό αντιβαίνει στο γενικό ύφος της. Και η Ιωάννα Τζώρα, σαν παλιά κοπέλα του Ροτβάιλερ, δεν πείθει σαν πρόσωπο: θα μιλούσε ποτέ αυτή η κοπέλα τόσο ανοικτά στην τηλεόραση; Η πιο ενδιαφέρουσα στιγμή του έργου: η φωνή της Μητέρας (Δάφνη Λαρούνη) που αρνείται να μιλήσει για τον γιο της. Δεν μαθαίνουμε ποτέ το γιατί. *