«ΘΕΑΤΡΟ ΝΟΤΙΟΥ ΑΙΓΑΙΟΥ» Οι ακροβολιστές

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010
  • Είδα µια απολαυστική επιθεώρηση σε κείµενα Ναπολέοντα Ελευθερίου µε τον τίτλο «Με φασόλια και φακές πάµε για δηµοτικές»

Μεγάλωσα στην εµφυλιακή και µετεµφυλιακή ελληνική επαρχία και έµαθα θέατρο από το κρατικό ραδιόφωνο και τους περιοδεύοντες θιάσους. Δύο ειδών ήταν οι περιοδεύοντες τότε θίασοι, τα µπουλούκια και οι αθηναϊκοί, που µετά το τέλος της χειµερινής σεζόν και πριν από το θέρος µετέφεραν το ρεπερτόριό τους στις κινηµατογραφικές χειµερινές αίθουσες της επαρχίας που πρόχειρα διαµορφώνονταν σε σκηνή θεάτρου. Ετσι είδα τον Κατράκη, τον Καρούσο, την Παπαθανασίου, τον Βασίλη Διαµαντόπουλο, τη Βαλάκου και το θέατρο Κοτοπούλη (µε τη Μαρίκα, τον Ηλιόπουλο, τη Συνοδινού). Τα µπουλούκια στη δεκαετία του ‘50 δεν είχαν το ύφος και το ήθος των παλιών µπουλουκιών που έπαιζαν στις τέντες και στα καφενεία. Ηταν επαγγελµατίες ταµένοι στην αποκέντρωση και απευθύνονταν κυρίως στο µικροαστικό και µεσοαστικό κοινό. Εξοχοι ηθοποιοί, συχνά µε µεγάλη καριέρα στο παρελθόν και στην αθηναϊκή σκηνή: η Νίτσα Γαϊτανάκη, ο Λάµπρου, ο Λουκάς Μυλωνάς, ο Χρέλιας, ο Πλατής, ο Χριστοφορίδης. Σπάνια µας επισκέπτονταν επιθεωρησιακοί θίασοι, γιατί το κόστος, υποθέτω, ήταν µεγάλο, αφού η τότε δοµή απαιτούσε µπαλέτο και µικρή έστω ορχήστρα, τραγουδίστρια και ικανό θίασο για τα νούµερα. Παρ’ όλα αυτά και τον νάνο Αποστολάκη είδα, και τον Τζιφό, και τον Μεσολογγίτη, και τον Ζανίνο, και τον Ζαζά!

Οι επισηµότεροι θεσµικά έπαιζαν το χειµερινό τους ρεπερτόριο (είδα τον Κατράκη και την Παπαθανασίου «Ευγενία Γκραντέ», τον Καρούσο «Σάυλωκ», τη Γαϊτανάκη «Βιολάντη», τον Διαµαντόπουλο «Φιόρο του Λεβάντε», την Κοτοπούλη «Μις Μέιµπλ», τον Ηλιόπουλο και τη Συνοδινού σε Σακελλάριο, Γιαννακόπουλο, τη Βαλάκου «Κληρονόµο» κ.λπ.).

Τα σεµνά µπουλούκια έπαιζαν συνήθως κωµωδίες που είχαν επιτυχία στην Αθήνα, του Αργυρόπουλου, του Λογοθετίδη, γι’ αυτό και όταν ο λαϊκός κινηµατογράφος αποτύπωνε αυτές τις κωµωδίες (που διαρκούν έως σήµερα) στην οθόνη, αυτοί οι περιοδεύοντες θίασοι αραίωσαν και σιγά σιγά εξαφανίστηκαν.

Με την ίδρυση των ΔΗΠΕΘΕ άλλαξε τελείως το τοπίο και µόνο οι λεγόµενες αρπαχτές δηµοφιλών και τηλεοπτικών συχνά λυµαίνονται την επαρχία. Κι όµως, δίπλα στα ΔΗΠΕΘΕ και κάτω από το χαλί των αρπαχτών υπάρχουν ακόµη κάποια σπάνια αλλά πολύτιµα κατάλοιπα της παλιάς περιοδεύουσας θεατρικής πρακτικής.

Χειµώνα – καλοκαίρι άκρως επαγγελµατικών προδιαγραφών θίασοι, µε άψογη παραγωγή, σκηνικά και κοστούµια, µελετηµένα κείµενα και σύνθεση από έµπειρους του είδους αλλά και ταµένα φιντανάκια, περιοδεύουν σ’ αυτό που θα ονόµαζα θεατρική άγονη γραµµή. Σε αποµακρυσµένα νησιά, σε επαρχιακές µικρές κωµοπόλεις, σε θέρετρα. Κόβουν τον οµφάλιο λώρο του σύγχρονου µικροαστού µε το αφιόνι της τηλεόρασης, µε θεατές κατασκηνωτές ή συµπαθή ΚΑΠΗ, αποµονωµένες γειτονιές αλλά και συνοικίες της µείζονος Αθήνας ανάµεσα σε τσίκνες κοκορετσιών και φαστφουντάδικα, αυτοί οι ακροβολιστές, οι τελευταίοι κονκισταδόροι µιας συντεχνίας µίµων που διασχίζουν τα βουνά, τις θάλασσες και τους κάµπους, αφιερωµένοι σ’ ένα τριήµερο αλλά πάντα γοητευτικό για το κοινό θέαµα και ακρόαµα. Εχω κι άλλες φορές παρακολουθήσει σε αποµακρυσµένες γειτονιές της Αθήνας, του Πειραιά αλλά και της νησιωτικής Ελλάδας (Ρόδος, Σάµος κ.λπ.) τον θίασο µε την επωνυµία «Θέατρο Νοτίου Αιγαίου»… Δεν κατοικοεδρεύει µόνο στα νησιά. Γυρίζει στην Πελοπόννησο, στην Αττική, στα θέρετρα και στις λουτροπόλεις το καλοκαίρι. Και παλιότερα έπαιζε αστικό δράµα, Αριστοφάνη για τους ξένους τουρίστες, τραγωδία και κωµωδία ηθών. Τα τελευταία χρόνια παίζει επιθεώρηση ΠΟΙΟΤΗΤΑΣ – το τονίζω. Με βολικά, κοµψά και επαρκή σκηνικά, µε κοστούµια (µέτρησα στις νεαρές κοπέλες του θιάσου την αλλαγή σε µια παράσταση δέκα κοστουµιών η κάθε µία!!).

Η ποιότητα εν πρώτοις των κειµένων οφείλεται σε έναν µάστορα του είδους που έφυγε ήδη από τη ζωή! τον Ναπολέοντα Ελευθερίου. Τα νούµερα που έγραψε πριν από 10 και πάνω χρόνια (µερικά ειδικά γι’ αυτόν τον θίασο, είχα µάλιστα την τιµή να µιλήσω σε µια τιµητική για εκείνον παράσταση πριν από χρόνια) αντέχουν ακόµα. Και αντέχουν διότι δεν απασχολούνται µε την τρέχουσα επικαιρότητα, η σάτιρά τους είναι ανθεκτική διότι ξεµπροστιάζει τα ήθη, τις συµπεριφορές, την κοινωνική παθογένεια, την κρατική και ιδιωτική ανοµία, τη µόδα, τη στρεβλή εκπαίδευση, τον µαϊµουδισµό, αλλά και την ξενοφοβία.

Είδα στο Χαϊδάρι, σε µια θαυµάσια αίθουσα του Πολιτιστικού Κέντρου, µια απολαυστική επιθεώρηση σε κείµενα Ελευθερίου µε τον τίτλο «Με φασόλια και φακές πάµε για δηµοτικές». Τα νούµερα του αείµνηστου φίλου Ναπολέοντα, λίγο µόνο τροποποιηµένα, κάνουν θραύση σ’’  ένα κοινό απόµαχων συµπολιτών µας αλλά και νέων έως εφήβων.

Η έξοχη µουσική, µε τέλεια ενορχήστρωση µεγάλης ορχήστρας, οφείλεται στον µέγιστο συνθέτη και µαέστρο του είδους, τον τελευταίο των Μοϊκανών Ζακ Ιακωβίδη. Και µόνο την έναρξη να ακούσετε, µια µοντέρνα ποπ και τζαζ εκδοχή, θα αντιληφθείτε πόσα από τα ιερά θηρία της παλιάς επιθεώρησης ήταν βαθιά µορφωµένα και ενήµερα µουσικά.

Η σκηνοθεσία ανήκει στον θιασάρχη Ζαχαρία Αγγελάκο, µια παλιά καραβάνα του είδους, και η χορογραφία στον πράγµατι πρωτότυπο και εµπνευσµένο, άλλον αυτόν παλαιό ταξιδιώτη του είδους, Γιάννη Χριστόπουλο.

  • Εφάµιλλο των παλαιών επιθεωρήσεων

Βασικοί νουµερίστες του θιάσου ο Αγγελάκος (σ’ ’ ένα νούµερο, «Κάτσε κάτω από την µπάρα», έδωσε δείγµατα σπάνιας µιµικής και σάτιρας ενός αγέλαστου Μπάστερ Κίτον), ο Σταµάτης Τζελέπης (σπάνιας επικοινωνιακής µορφής µε το κοινό και αυτοσχεδιασµών), ο Σταύρος Καλλιγάς, ο δαιµόνιος ερασιτέχνης Τάσος Τσάκωνας. Η έµπειρη και κεφάτη Κατερίνα Αναστασίου, η σπάνια ακρίβεια και ο ρυθµός της Μαρίας Δρακοπούλου, το κέφι της Στέλλας Γρίβα και η χάρη της Κατερίνας Ροδίτη χαρίζουν ένα επιθεωρησιακό απάνθισµα εφάµιλλο των παλαιών κεντρικών επιθεωρησιακών προγραµµάτων. Η σάτιρα του Ελευθερίου και η εύστοχη εκτέλεσή της αποδεικνύουν άλλη µια φορά ότι η επιθεώρηση είναι και λαϊκό και πολιτικό θέατρο. Και µε παντελή έλλειψη βωµολοχιών και οικογενειακό θέαµα και ακρόαµα. Τα σκηνικά και τα κοστούµια ήταν της Ελένης Λύρα.

Μια θεώρηση δύο επιθεωρήσεων

  • Εκφυλιστική εκδοχή η πρώτη και γόνιμη αναπαλαίωση του θρυλικού είδους η δεύτερη
  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η Καθημερινή, 19/09/2010

Ντ. Σπυρόπουλος – Γ. Γαλίτης
Πού πας βρε Γιωργάκη με τέτοιον καιρό
σκην.: Γ. Κωνσταντίνου
Θέατρο: Αθήναιον

Ομάδα συγγραφέων
Οι αγαπητικοί της βοσκοπούλας
σκην.: Κ. Τσιάνος
Θέατρο: ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας (στο Αττικό Αλσος)

Μέσα στην εκφυλιστική παράδοση που χειμάζει το είδος κινήθηκε περίπου η φετινή επιθεώρηση του θεάτρου Αθήναιον. Αναμενόμενα νούμερα, πολλά (όχι όλα) αστεία της πυρκαγιάς κι ένας θίασος που κάνει λιγότερα απ’ όσα μπορεί: ο επειγόμενος να τα πει και να φύγει Γ. Κωνσταντίνου, ο εκπληκτικός Στ. Ψάλτης, πριν κολυμπήσει στη χυδαιότητα, η Μ. Καραγιάννη, με σιγουριά, ταμπεραμέντο και αφοπλιστική αμεσότητα. Ο Κ. Ευριπιώτης ανήκει ώς τα μπούνια στο είδος, ο κειμενογράφος Ντ. Σπυρόπουλος με τον αυτοσαρκαζόμενο ως χαριτόβρυτο Β. Ζωνόρο σε μικρά εξελικτικά βήματα. Η Σ. Ζαννίνου λάμπει σε τραγούδι και χορό. Αρκούν αυτά εν όψει και των ισχνών κειμένων. Μόνον ως πρόχειρες αναμνήσεις των παλιών μαστόρων.

Το Θεσσαλικό

Εντελώς διαφορετική, ευφρόσυνη εικόνα παρουσιάζει η παράσταση του εμπειρότατου και πολυμήχανου σ’ αυτά σκηνοθέτη Κ. Τσιάνου, ο οποίος με εργασιακό πείσμα και επετειακή συγκίνηση της 35ετίας του Θεσσαλικού που συνίδρυσε το 1975, κατόρθωσε να θυμίσει τις επιθεωρήσεις του ’50 και του ’60 αποτίοντας φόρο τιμής στην Ντορ, στον Λειβαδίτη, στον Ρίζο, στη Βρανά, στον Αυλωνίτη, στη Βλαχοπούλου, στον Σταυρίδη. Ο Τσιάνος παίζει τους ρυθμούς στα δάχτυλα, δεν αφήνει κενά, κρύβει στοργικά όσο μπορεί τις τυχόν ηθοποιικές ατέλειες, γνωρίζει άριστα και διδάσκει την κίνηση, έχει απομνημονεύσει νούμερα – σταθμούς και τα προσαρμόζει στα καθ’ ημάς, επιτάσσει στους ηθοποιούς σβελτάδα καταιγιστική, αναγνωρίζει και οργανώνει τα κρεσέντι, τεχνολογεί σε κώδικες τα νούμερα και μέσω των ηθοποιών πλασάρει υπογραμμισμένα τα δυνατά σημεία. Το σκηνικό που διέθετε ήταν μικρό και συμβατικό, ευέλικτο σκηνικό περιοδείας, το οποίο υπογράφει ο Αγγ. Μέντης, που όμως διαπρέπει στα πολυάριθμα και ετερογενή κοστούμια. Οι ενορχηστρώσεις και οι πρωτότυπες μουσικές του Διον. Τσακνή, πονηρούτσικες, υπαινικτικές, ή έξω καρδιά, δείχνουν τον μουσικό που υπηρετεί την παράσταση και όχι τον Τσακνή (το σπαρταριστό νούμερο του «Ρέκβιεμ» είχε τη μουσική, ενδυματολογική και κινησιολογική μιμική συμπεριφορά που θύμιζε την τελειότητα και ακρίβεια του πάλαι ποτέ θρυλικού γαλλικού συγκροτήματος Φρερ Ζακ). Πανάλαφρες, ως έδει, οι χορογραφίες του Φ. Ευαγγελινού.

Το βασικό όμως ατού της επιθεώρησης αυτής ήταν τα (παλαιά και νέα) κείμενα που συνέλεξε ο Τσιάνος: δικά του και των Λ. Νικολακοπούλου, Λ. Λαζόπουλου, Α. Χατζησοφιά, Μ. Ρέππα, Θ. Παπαθανασίου. Και μόνα τα ονόματα σας ειδοποιούν για το εξελιγμένο χιούμορ, την καλογουστιά, την ευθυβολία και την πρωτοτυπία τους. Στο β΄ μέρος, ο Τσιάνος «δανείζεται» έως… επικαρπίας αλλά έξυπνα την παρωδία του βουκολικού δράματος που δίδαξε ο Μουστάκας μέσα απ’ τον μπόστειο γλωσσικό υπερρεαλισμό. Αφ’ ετέρου, όλα περίπου τα ζέοντα θέματα της πικρής μας επικαιρότητας σατιρίζονται στο α΄ μέρος πολύ εύστοχα.

Οι ηθοποιοί

Μπαίνοντας βέβαια στην αξιολόγηση των ηθοποιών, που σίγουρα δεν είναι τα ιερά τέρατα του είδους, βεβαιώνω για την αυτοθυσία, το κέφι, την προσφορά της ψυχής τους. Η Φ. Γέμτου υπερέχει σαφώς. Εχει προσωπικό κώδικα που θυμίζει την Μπέττυ Μοσχονά, είναι κωμίκα αποχρώσεων. Ο Π. Σταθακόπουλος, όταν του δόθηκε η καλή ευκαιρία στο «Μια οικογένεια» απέδειξε την κλάση του, αδικήθηκε όμως σ’ ένα αδύνατο σόλο. Ο Χ. Γρηγορόπουλος υπερασπίστηκε με πειστικότητα τους δύο «βλάχους» του. Μικρή αποκάλυψη το μπρίο της… χαρούμενα υπέρβαρης Τζ. Διαγούπη, απογόνου της Μ. Μεταξά, της Φρ. Αρβανίτη ή της Β. Μπετίνη, που όμως μετατρέπει τη… στρογγυλότητα σε διαολεμένο όπλο σκηνής. Ο Γ. Ψυχογιός είναι πολύ καλός, τζενέρικος κι έτσι προσαρμόστηκε με δυναμισμό σε μη οικείες του φόρμες (βοσκοπούλα). Το αυτό, σε μικρότερο βαθμό, ο εκ πρόζας καλός Γιάν. Στόλλας. Θετικά θηλυκά ζιζάνια η «υστερική» Ελ. Ουζουνίδου και η Αλ. Τσάκου. Προσαρμοσμένο στην εμφάνισή του το νούμερο του Μ. Ιωάννου και δροσερός κονφερανσιέ ο Γρ. Σταμούλης. Ομολογώ ότι δεν παρατήρησα κάτι ιδιαίτερο στις κυρίες Ελ. Καρακάση (πλην της φωνής) και Φ. Ντεμίρη.

Και στα 50 του Θεσσαλικού, κύριε Τσιάνο.

«Πού πας ρε Γιωργάκη µε τέτοιον καιρό»

  • Ανανεωµένη παράδοση
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 30 Αυγούστου 2010

Η επιθεώρηση «Πού πας ρε Γιωργάκη µε τέτοιον καιρό» είναι ένα καθαρό και τίµιο πολιτικό θέαµα Πριν από 37 συµπληρωµένα χρόνια, τον Αύγουστο του 1973, λίγους µήνες πριν από το Πολυτεχνείο, το πείραµα Μαρκεζίνη και των ανατροπή των «µαλακών» από τον σκληρό Ιωαννίδη, στο «Βήµα» είχα δηµοσιεύσει ένα εκτεταµένο δοκίµιο µε τον τίτλο «Επιθεώρηση, το πολιτικό µας θέατρο». Σε ένα χρόνο µετά το καλοκαίρι του 1973 στο Αλσος Παγκρατίου έσκασε η βόµβα του «Ελεύθερου Θεάτρου» µε το αξέχαστο «Και συ χτενίζεσαι». Η κριτική µου, τότε, ενθουσιαστική, δηµοσιεύθηκε είκοσι µέρες πριν από την εισβολή στην Κύπρο και είκοσι τέσσερις πριν από τη Μεταπολίτευση. Αν αναφέροµαι σ αυτά τα «αρχαιολογικά» δεδοµένα είναι από τη µια για να υπενθυµίσω την έµµονη και φανατική µου αφιέρωση σ αυτό το νεοελληνικό υβρίδιο θεάτρου και από την άλλη για να επισηµάνω πως η Επιθεώρηση είναι από την εποχή της γέννησής της (τρία χρόνια πριν από την εθνική πανωλεθρία του ηλίθιου πολέµου του 1897) συνυφασµένη µε τα καίρια, τραυµατικά ή δοξαστικά, πολιτικά γεγονότα ενός πλήρους αιώνος.

Η Επιθεώρηση τουλάχιστον µετά την ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου, που δικαίως θεωρήθηκε ένας µέγας πολιτιστικός θεσµός Εθνικής Αισθητικής Παιδείας, είχε απαξιωθεί από τους λογίους και ιδιαίτερα από τους κριτικούς. Εκτός από τον Φώτο Πολίτη, που είχε σφοδρά επιχειρηµατολογήσει εναντίον της για φτήνια και χυδαιότητα, κανείς άλλος κριτικός έως το 1971 που ο υποφαινόµενος έγραψε το παραπάνω άρθρο και εν συνεχεία εµµόνως έκρινε µε τους ίδιους όρους, θετικά ή αρνητικά, µε το «σοβαρό» θέατρο τις επιθεωρησιακές παραστάσεις, κανείς, το ξαναλέω, δεν αξίωνε µια κρίση έστω και άκρως αρνητική και απαξιωτική.

Το 1971, δύο µήνες µετά την εµφάνισή µου στον κριτικό στίβο, βρέθηκα κατηγορούµενος για συκοφαντική δυσφήµηση διά του Τύπου.

Αξιώθηκα να αθωωθώ χάρη στη µαρτυρία του Τερζάκη, του Παύλου Παλαιολόγου, του Μπάµπη Κλάρα, του Στέφανου Ληναίου, του Αλέξη Δαµιανού αλλά και εξαιτίας της απροσδόκητης και εθελούσιας προσέλευσης του Μίµη Φωτόπουλου και του Νίκου Σταυρίδη. Προσήλθαν, όπως δήλωσαν, για να τιµήσουν τον άνθρωπο που ασχολήθηκε, έγραψε, επιχειρηµατολόγησε για το απαξιωµένο από τους λογίους λαϊκό και πολιτικό µας θέατρο.

Αν καταφεύγω σε αυτοβιογραφικά δεδοµένα δεν είναι για να ευλογήσω τα γένια µου (σαράντα χρόνια µετά), αλλά για να επαναφέρω στο προσκήνιο τη συζήτηση για την επιθεώρηση τώρα που κάποιοι άλλοι λόγιοι, ανιστόρητοι και θεατρικά άγευστοι (έστω κι αν κολυµπάνε µέσα στο ζελέ µιας ευρωπαϊκής τάχαµου θεατρικίλας) για να απαξιώσουν κάποιες σύγχρονες αριστοφανικές παραστάσεις (και ανεξάρτητα στο κατά πόσο έχουν δίκαιο ή άδικο για την κρίση τους), όταν θέλουν να τις καταδικάσουν, τις προσγράφουν µε ενός είδους δηµόσιο φτύσιµο στη «χυδαία» επιθεώρηση. Για να τους µπω λοιπόν στο µάτι, θα αντιγράψω την τελευταία παράγραφο από το άρθρο του 1972: «Ακριβώς πριν τέσσερα χρόνια (δηλαδή το 1968 _ σε πλήρη τροµοκρατική λογοκρισία της χούντας) η τύχη µάς έφερε ένα βράδυ στο θέατρο «Βέµπο». Ο Σταυρίδης σατίριζε µ ένα σαχλό κείµενο την Καρέζη (ήταν ντυµένος αµαζόνα όπως εκείνη στο φιλµ «Εκείνος κι Εκείνη»). Κάποια στιγµή και ενώ προφανώς το νούµερο δεν είχε τελειώσει, άρπαξε τη γυναικεία περούκα που φορούσε, πέρασε το χέρι του πάνω από τα βαµµένα χείλη, κοίταξε το κοινό και είπε: «Εκεί που µας καταντήσανε, τρωγόµαστε µεταξύ µας». Αυτή η αυθόρµητη προσθήκη, αυτή η χειρονοµία που κρατούσε κατευθείαν από την αριστοφανική παράβαση για µας, κι ας µου συγχωρηθεί, ήταν πιο ουσιαστικό θέατρο απ όλα τα παιγµένα και άπαιχτα έργα των νέων συγγραφέων µας» (και εννοούσα, βέβαια, έως τότε).

Η επιθεώρηση, όπως όλα τα θεατρικά είδη, πέρασε περιόδους ακµής, παρακµής και ασάφειας, ανάλογες, και θα το τολµήσω, µε το άλλο ακραίο είδος θεάτρου, το ποιητικό! Ολα τα είδη υποκύπτουν είτε στον συρµό κάπως νεοφανών είτε στην εξάντληση συχνά της συνταγής τους είτε στην έκλειψη ταλέντων στη γραφή ή στη µίµηση.

Τα τελευταία χρόνια µόνο λίγες φορές ξύπνησε το αρχαίο άλας (π.χ. Φασουλής, Λαζόπουλος) και η σάτιρα, περισσότερο κοινωνική ή κοσµική και λιγότερο πολιτική πέρασε στη µαζική τηλεόραση µε σπάνια δείγµατα ποιότητας. Η παραδοσιακή µάλιστα επιθεώρηση έπεσε στην παγίδα να αντλεί σατιριζόµενο υλικό όχι από τη ζωή και την πολιτική κονίστρα αλλά από τη θεµατολογία και τη δηµοφιλία στο µεγάλο κοινό των τηλεοπτικών δρώµενων έστω και για να τα ξεµπροστιάσει.

Στην τελευταία προσπάθειά του π.χ. ο Φασουλής δεν είχε ούτε ένα νούµερο να παραπέµπει ή να υπαινίσσεται τηλεοπτική θεµατική.

Φέτος υπάρχει µία µόνο επιθεώρηση στη θερινή Αθήνα, όταν κάποτε ήταν το οικογενειακό θέαµα σε ποικίλες εκδοχές. Και όµως η επιθεώρηση «Πού πας ρε Γιωργάκη µε τέτοιον καιρό» είναι ένα καθαρό και τίµιο πολιτικό θέαµα στη σατιρική στέγνα της πρωτεύουσας στο θέατρο «Αθήναιον» στην Πατησίων.

Οι δύο συγγραφείς Ν. Σπυρόπουλος και Γ. Γαλίτης στο κύριο σώµα της παράστασης, στην αριστοφανικότατη παράθεση στιγµιοτύπων µε νούµερα που παρουσιάζονται από τυπικές κοινωνικές φιγούρες της παράδοσης του είδους που είναι και σύγχρονες (πειναλέων, γηραιός συντηρητικός καθηγητής, µαθήτρια φρικιό και «ουσιοµανής», χασαπάκι ξίκικο, κυρία σε απόγνωση, σεξοµανής αγρότης µατσωµένος, αδιάκριτη καµαριέρα διασηµότητος αγοραίας, γριά αριστοφανικότερη από τις γριές των «Εκκλησιαζουσών» και της τεκνατζούς του «Πλούτου») µε ποιότητα και στυλ και µέτρο και ευρηµατικότητα και ακαριαία ατάκα συγκροτούν έναν εύφορο σατιρικό ιστό καίριο και τολµηρό.

Η παρουσία στο λαϊκό πάλκο της Σόφης Ζαννίνου που αναβιώνει τα παλιά στέκια µε έξοχα ερµηνευµένα τραγούδια και το µικρό αλλά εύχυµο µπαλέτο δροσερών κοριτσιών συµπληρώνουν χωρίς τάσεις γιγαντοθεάµατος το παλιό πρόγραµµα, που απαιτούσε χορό και ροµάντζα. Στα νούµερα οι ηθοποιοί εκτός του προσωπικού τους κώδικα (κανόνα στο είδος) µε την αβάντα της Εύας Γαλάνη, της Τίσσας Βασιλάκη σχεδιάζουν και εκτελούν µε µέτρο και ευθυβολία το καίριο κείµενο.

Ο Ζωνόρος καλύτερος από κάθε άλλη φορά, η Χριστίνα Ψάλτη σε συνεχή εξέλιξη και θαυµάσιους ρυθµούς, ο Κώστας Ευριπιώτης, µε πείρα αλλά και άρτια τεχνική και εξαίσια πάσα της ατάκας, εξελίχτηκε σε πρώτο νούµερο του είδους. Η Αλεξάνδρα Καρακατσάνη, αυτός ο θηλυκός κλόουν, έδωσε µια παραλλαγή µαθήτριας στο γνωστό µονόπρακτο του Ιονέσκο έξοχη.

ΙΝFΟ

«Πού πας ρε Γιωργάκη µε τέτοιον καιρό» στο θέατρο «Αθήναιον» (Πατησίων 55, τηλ. 210.8236400)