«Βυσσινόκηπος» στο «Θέατρο οδού Κεφαλληνίας», «Εντα Γκάμπλερ» στο «Αμφι-Θέατρο», «Δον Ζουάν» στο Εθνικό Θέατρο

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 3 Φλεβάρη 2010
  • Αθάνατα κλασικά έργα
«Εντα Γκάμπλερ»
  • «Βυσσινόκηπος» στο «Θέατρο οδού Κεφαλληνίας»

Οταν ο Τσέχοφ έγραφε το «Βυσσινόκηπο» ο τσαρικός κόσμος ψυχορραγούσε. Αδήριτη ήταν η ανάγκη ύπαρξης ενός νέου κόσμου, αλλά εν σπέρματι, ακόμη, τα οράματά του. Το παλιό αρχοντολόι των μεγαλοτσιφλικάδων και οι παρασιτικοί «δορυφόροι» του βάλτωναν στην πλήξη, στην ανοησία, στην απραξία τους. Ακάματος επαγγελματίας γιατρός, ιδιοφυής δημιουργός, πρωτίστως μεγάλος ανθρωπιστής, ο Τσέχοφ έβλεπε την παλιά άρχουσα τάξη να «ξεφτά» από κάθε άποψη, έβλεπε την εμφάνιση μιας νέας τάξης, της αστικής, τα προβλήματα της πάντα υποταγμένης μικροαστικής τάξης, αλλά και τις «θολές» ακόμα κοινωνικές ανησυχίες και αναζητήσεις τμημάτων του λαού, φοιτητών, διανοουμένων, δημιουργών. Κοινωνικές ανησυχίες και αναζητήσεις και του ίδιου. Διά στόματος προσώπων που έπλαθε (λ.χ. του γιατρού Αστρόφ, στο «Θείο Βάνια», του φοιτητή Τροφίμοφ στο «Βυσσινόκηπο», κ.α.), ο Τσέχοφ εξέφραζε και το δικό του πόθο για μιαν άλλη κοινωνία, υπογραμμίζοντας τα αδιέξοδα της εποχής του, με τον τρεφόμενο από την κοινωνική πραγματικότητα κριτικό ρεαλισμό της θεματολογίας και των προσώπων που έπλαθε, με τη βαθύτατη ψυχογράφησή τους, με τη θλίψη του για τα υπαρξιακά άλγη των ανθρώπων, αλλά και με την υποδόρια ειρωνεία του για όσους, «τυφλοί, μοιραίοι, κι άβουλοι», συνεχίζουν να βυθίζονται στα λάθη και αδιέξοδά τους. Στα λάθη και αδιέξοδά της βυθίζονται η μεγαλοκτηματίας Λιουμπόφ Αντρέγιεβνα και ο αδελφός της, Λεονίντ, αδυνατώντας – εξαιτίας της σπάταλης ζωής και των χρεών τους – να σώσουν τον τεράστιο βυσσινόκηπό τους. Ο άλλοτε κολίγος, έμπορος πια, Λοπάχιν αγοράζει τη γη και το αρχοντικό τους. Εκείνοι θα περιπλανηθούν σε ένα αβέβαιο αύριο, όπως και η ψυχοκόρη – οικονόμος τους Βάρια και οι άλλοι νέοι υπηρέτες. Ο υπέργηρος υπηρέτης τους Φιρς πεθαίνει αποξεχασμένος μέσα στο υπό κατεδάφιση αρχοντικό τους. Μόνο ο φτωχός οραματικός φοιτητής Τροφίμοφ και η νεαρή κόρη της Αντρέγιεβνα βρίσκουν τη διέξοδο, στην εργασία και την κοινωνία. Το έργο, σε ρέουσα θεατρικά μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, υπηρετείται με τη διακριτικά εκσυγχρονιστική σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, που σεβάστηκε τον ποιητικό ρεαλισμό, την υπόκρυφη ειρωνεία, το κοινωνικό κλίμα και την εποχή του έργου. Καθοριστικός στυλοβάτης της σκηνοθεσίας είναι το έξοχο, λιτότατο, πανέμορφο, προπαντός συμβολικό, ιδιοφυές με τις λύσεις που δίνει για τη μικρή σκηνή του θεάτρου αυτού, σκηνικό, καθώς και τα όμορφα κοστούμια εποχής της Ελένης Μανωλοπούλου. Στην ατμοσφαιρικότητα της παράστασης συμβάλλουν η μουσική του Θοδωρή Αμπαζή και οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου. Από τις ερμηνείες ξεχωρίζουν με την απλότητα, την αλήθεια, την υπόκρυφη μελαγχολική ειρωνεία τους, αυτές των Δημοσθένη Παπαδόπουλου (Λοπάχιν), Τζίνης Παπαδοπούλου (Βάρια), Μπέττυς Αρβανίτη (Λιουμπόφ), Γιάννη Φέρτη (Λεονίντ), Κώστα Γαλανάκη (Φιρς), Μαρίας Σαββίδου, Μαρίνας Συμεού.

«Δον Ζουάν»
  • «Εντα Γκάμπλερ» στο «Αμφι-Θέατρο»

Επίσης κορυφαίος του κριτικού κοινωνικού ρεαλισμού, ο Ερρίκος Ιψεν, με το δράμα του «Εντα Γκάμπλερ» συμπύκνωσε αριστουργηματικά την οικονομική, κοινωνική, ηθική, ψυχολογική και συναισθηματική κατάπτωση της ξεπεσμένης αριστοκρατίας, αλλά και την επηρμένη, περιφρονητική, καταστροφική και αυτοκαταστροφική συμπεριφορά της προς κάθε ταξικά κατώτερό της, υπογραμμίζοντας ότι ακόμα και στον έρωτα και στο γάμο εκδηλώνονται οι ταξικές διαφορές και αντιλήψεις. Κόρη του πεθαμένου πια αριστοκράτη στρατηγού Γκάμπλερ, αρχοντομαθημένη αλλά άφραγκη, γνωστή για την ομορφιά αλλά και την έπαρσή της, η Εντα, αναζητώντας σύζυγο με μεγάλες προοπτικές που να της ξαναδώσει κοινωνική και οικονομική αίγλη, ενώ ερωτεύεται τον ελπιδοφόρο αλλά φτωχό επιστήμονα – συγγραφέα Λέβμποργκ, λόγω της κοινωνικής κατωτερότητάς του δεν ανταποκρίνεται στον έρωτά του και παντρεύεται τον ερωτευμένο μαζί της, ορφανεμένο από παιδί, μεγαλωμένο από τις μικροαστές ανύπαντρες θείες του, υποψήφιο για καθηγητική έδρα, Τέσμαν. Τον παντρεύεται, υπό τον όρο να κάνουν πολυτελές ταξίδι μέλιτος, να κατοικήσουν σε ένα παλιό μέγαρο που εκείνη επέλεξε, να έχει υπηρέτρια και κοσμική ζωή. Ο Τέσμαν και οι συνταξιούχοι θείες του καταχρεώνονται για να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις της «ανώτερης τάξης» συζύγου του. Αντί ευγνωμοσύνης, εκείνη περιφρονεί τις θείες του και κρατά τον Τέσμαν μακράν της κλίνης της. Βυθισμένη στη δίνη του μίσους και της απέχθειάς της για οποιονδήποτε προερχόμενο από το λαό, ακόμη κι αν είναι κοινωνικός παράγοντας, όταν από σύμπτωση ξανασυναντά τον άντρα που ανομολόγητα ερωτεύθηκε και μαθαίνει ότι εκείνος, υπαγορεύοντας σε μια άλλη, ταπεινής καταγωγής, γυναίκα, έγραψε και θα εκδώσει ένα σπουδαίο, καινοτόμο βιβλίο και ότι με αυτό είναι συνυποψήφιος του – παρωχημένου συγγραφικά – άντρα της στο Πανεπιστήμιο, μη αντέχοντας την «ήττα» της σαν γυναίκα και σύζυγος θα εγκληματήσει τριπλά. Θα κάψει το σύγγραμα του Λέβμποργκ, θα τον οδηγήσει στην απελπισία και στο θάνατο και θα «φύγει» με όλο το «μεγαλείο» της πεθαμένης τάξης της, πυροβολώντας τον κρόταφό της, με το ωραιότερο περίστροφο του στρατηγού πατέρα της. Με συντελεστές το αφαιρετικό σκηνικό και τα κοστούμια του Γιώργου Πάτσα και την υποβλητική μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου, ο Σπύρος Ευαγγελάτος, με την εξαιρετική του μετάφραση και τη λιτή, αισθαντική, ατμοσφαιρική σκηνοθεσία του άφησε τον ιψενικό λόγο να λάμψει, με όλη τη ρεαλιστική αλήθεια και δραματική δύναμή του, καθοδηγώντας τους ηθοποιούς σε ερμηνευτική αλήθεια, απόλυτης απλότητας και φυσικότητας και αποσπώντας το μέγιστο των δυνατοτήτων του καθένα. Η πολύπειρη Ολγα Τουρνάκη με ευγένεια και μητρική τρυφερότητα πλάθει τη στοργική θεία. Η νέα, αλλά ελπιδοφόρα, εξελισσόμενη, με ασκημένα εκφραστικά μέσα, Μαρίνα Ασλάνογλου, σηκώνει το βάρος του πρωταγωνιστικού ρόλου με πολύ καλά ερμηνευτικά αποτελέσματα. Με εντυπωσιακή απλότητα και φυσικότητα υποδύθηκε ο Θανάσης Κουρλαμπάς τον ευγενικό, ήπιο, ερωτευμένο και υποταγμένο Τέσμαν. Αρμόζουσα στο ρόλο του κυνικού δικαστικού Μπρακ, η ερμηνεία του Σωτήρη Τσακομίδη. Αξιοσημείωτες είναι και οι ερμηνείες των Νικόλα Παπαγιάννη και Πόπης Λυμπεροπούλου.

«Βυσσινόκηπος»
  • «Δον Ζουάν» στο Εθνικό Θέατρο

Ουκ ολίγοι αποδεδειγμένα ταλαντούχοι καλλιτέχνες του θεάτρου μας, αποζητώντας «νέους τρόπους έκφρασης» – όπως θα ‘λεγε ο Τσέχοφ – χωρίς κοπιαστικά συστηματική μελέτη, αλλά και χωρίς περίσκεψη, νομίζοντας ότι θα θεωρηθούν ιδεολογο-αισθητικά «καινοτόμοι» και συγχυσμένοι και παρασυρμένοι από τους όλο και πιο ακραίους, όλο και πιο φαιδρούς, τάχα «εκσυγχρονιστικούς» μεταμοντερνισμούς που παράγουν και εξάγουν διάφοροι ευρωπαϊκοί και αμερικανικοί θίασοι, χάνουν το μέτρο και ό,τι τους έχει διδάξει η προηγούμενη θεατρική πείρα τους, με εντυπωσιοθηρικούς – διασκευαστικούς, σκηνοθετικούς, σκηνογραφικούς, ενδυματολογικούς, ερμηνευτικούς – ακροβατισμούς. Αυτό συνέβη και με το ανέβασμα του «Δον Ζουάν» στο Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία του ταλαντούχου ηθοποιού Αιμίλιου Χειλάκη. Η πρώτη ευθύνη για την ασυλλόγιστη – το λιγότερο – κακοποίηση της ποιητικού ήθους και γλώσσας, αλληγορικής, αμφίσημης, «σκοτεινής», με ζοφερά διδακτικό τέλος, κωμωδίας του Μολιέρου είναι της σκηνοθεσίας. Ακούσια ή εκούσια συνυπεύθυνοι, όμως, είναι και οι άλλοι καλλιτεχνικοί συντελεστές. Σκηνικά, κοστούμια, μουσική, βίντεο, μετάφραση, εντέλει και οι πειθαρχημένοι με τη μεταμοντέρνα «εκσυγχρονιστική» σκηνοθετική «ανάγνωση» του έργου, ηθοποιοί. Μια παράσταση αγέλαστη, άνοστη, ανούσια, επιτηδευμένη, ακαλαίσθητα εντυπωσιοθηρική, φωνακλάδικη, που δήθεν κριτικάρει τα ήθη της σύγχρονης κοινωνίας.

ΘΥΜΕΛΗ

«Εντα Γκάμπλερ» στο Αμφι-Θέατρο

  • Το χαμένο βιβλίο
  • Πολενάκης Λέανδρος, Η ΑΥΓΗ: 17/01/2010

«ΕΝΤΑ ΓΚΑΜΠΛΕΡ» ΣΤΟ «ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ» / ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΜΑΡΙΝΑ ΑΣΛΑΝΟΓΛΟΥ, ΘΑΝΑΣΗΣ ΚΟΥΡΛΑΜΠΑΣ

Το κορυφαίο ίσως δράμα της λεγόμενης «αστικής περιόδου» του Ίψεν, η Έντα Γκάμπλερ, αρχίζει με μια σκηνή που θα ταίριαζε περισσότερο σε βουλεβάρτο: με συζυγικό καυγά για ένα γυναικείο καπέλο που βρέθηκε σε λάθος θέση, για ένα ζευγάρι αντρικές παντούφλες που εμφανίστηκαν σε λάθος στιγμή και για μια εκκρεμή διδακτορική διατριβή… «περί της οικιακής οικονομίας της Βραβάντης». Για να τελειώσει «παρά προσδοκίαν» ως αιματηρή τραγωδία με πυροβολισμούς και πτώματα.

«Έντα Γκάμπλερ» με το «Αμφι-θέατρο»

Ο καημός όμως του Ίψεν δεν έχει βέβαια σε τίποτε να κάνει με καπέλα, παντούφλες ή διατριβές γύρω από μια ασήμαντη επαρχία της μεσαιωνικής Ευρώπης. Αόρατος πρωταγωνιστής αυτού του αινιγματικού δράματος δεν είναι ούτε οι ανιαρές και σχολαστικές γραφές του υποψήφιου καθηγητή συζύγου της Γιόργκεν Τέσμαν, ούτε το πιστόλι του πατέρα της με το οποίο θα δώσει ανοικονόμητη απάντηση στις θεωρίες περί οικονομίας η Έντα, γράφοντας το δικό της τέλος.

Είναι το άλλο εκείνο σκοτεινό «αντικείμενο του πόθου» που διατρέχει από άκρη σε άκρη το έργο, το άλλο βιβλίο που θέλει να μιλήσει για το μέλλον, και που το γράφουν οι εκάστοτε Έιλερτ Λέβμποργκ, Δον Κιχώτες – ποιητές αυτού του κόσμου. Το χάνουν όμως μέσα σε μια βαλπούργια νύχτα οργίου και κραιπάλης, καθώς δίνεται αυτό βορά στις φλόγες του ανθρώπινου πάθους – λάθους… Αναλαμβάνουν τότε να το ανασυστήσουν μέσα από σπαράγματά του οι κατ’ εξοχήν αναρμόδιοι, πρακτικοί άνθρωποι «Γιόργκεν Τέσμαν» ή «Σάντσο Πάντσα» παντός καιρού…

Σήμερα ξέρουμε πια ότι ο Ίψεν θεωρούσε ως κύριο έργο του τις μεγάλες ποιητικές αλληγορικές επικές συνθέσεις των νεανικών του χρόνων του Μπραντ και ιδίως τον Πέερ Γκιντ, στις οποίες θέλησε να μιλήσει μια γλώσσα οικουμενική μέσα από τα δημοτικά τραγούδια και τις λαϊκές παραδόσεις του τόπου του. Να μιλήσει προφητικά για το μέλλον του ανθρώπου. Μπλέχτηκε όμως μοιραία στο πολιτικό ψευτοδίλημμα που ταλάνιζε τότε την κοινωνία της πατρίδας του, διχασμένης ανάμεσα στον στείρο αυτοχθονισμό και στην άνευ όρων αφομοίωση από την Ευρώπη.

Αρνούμενος να πάρει θέση υπέρ της μιας ή της άλλης παράταξης, επιχείρησε να πετύχει μια σύνθεση με το έργο του. Δεν έγινε πιστευτός στη χώρα του και αναγκάστηκε να εκπατρισθεί. Καθιερώθηκε στην Ευρώπη με τα μεγάλα αστικά του δράματα, που ο ίδιος όμως άδικα θεωρούσε «κατώτερα». Τα έβλεπε ως απόκλιση από τον αληθινό του προορισμό ή ως απλά σπαράγματα του ιδεατού «έργου» του. Κάτι σαν τα καλοχτισμένα κοσμικά σπίτια που έφτιαχνε ένας άλλος «στοιχειωμένος» ήρωάς του, ο Σόλνες, προδίδοντας την αρχική του κλίση στην οικοδόμηση ακλόνητων ναών…

Κατανοούμε ίσως πληρέστερα τώρα, με τη βοήθεια των πιο πάνω, τη βαθύτερη αυτοαναφορική φύση της Έντας Γκάμπλερ: ένα ποίημα σκηνικό πέραν του καλού και του κακού, μια σύγχρονη τραγωδία των ορίων της ελευθερίας και του προορισμού του ανθρώπου. Ο τρώσας και ιάσεται, καθώς παρακολουθούμε το κέντρο βάρους του έργου να μετατοπίζεται ανεπαισθήτως από τους ρόλους – προσωπεία ενός δράματος που παίζεται στη σκηνή, στο μέγα δράμα που παίζεται στον κόσμο. Στο «χαμένο βιβλίο» του, που ονομάζεται στο έργο «παιδί», και στο μεγάλο ανέφικτο για τα ανθρώπινα μέτρα, άγραφο ακόμη, ασύντακτο έργο – ποίημα…

Τα σπαραγμένα μέλη του οποίου ανασυγκολλούν τώρα σε κείμενο – σώμα οι πλέον αναρμόδιοι, οι εκπρόσωποι του πρακτικού πνεύματος των καιρών και μιας «επιστημονικής» αποδεικτικής λογικής. Ή αν θέλουμε, οι κατασκευαστές καλοχτισμένων και καλοζυγισμένων στα υλικά τους θεατρικών έργων! Ο απελπισμένος δαίμων της γραφής που στοίχειωνε τον Ίψεν στις μεγάλες επικές ποιητικές συνθέσεις του, υπάρχει όμως αυτούσιος και στα νατουραλιστικά δράματά του.

Είναι ακριβώς αυτός που τα κινεί, κρυμμένος πίσω από τους τοίχους και τα πατώματα του αστικού σπιτιού, προσμένοντας τη στιγμή να επέμβει εκδικητικά, χαλώντας τα σχέδια των ενοίκων του για μια ήσυχη, ακύμαντη νοικοκυρεμένη ζωή. Το έργο είναι το σπίτι. Η μαγεμένη «χώρα των ξωτικών» του Πέερ Γκιντ (που οφείλει πολλά στον Σαίξπηρ) ολόκληρη είναι εκεί. Απόκειται σε εμάς να διαβάσουμε το «χαμένο βιβλίο», να τη δούμε και να τη δείξουμε.

Σε μια δραστική θεατρική μετάφραση δική του, με έξοχα σκηνικά και κοστούμια του Πάτσα και με τη στοχαστική μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου, ο Σπύρος Ευαγγελάτος αποτύπωσε σαν έμπειρος μάστορας το οικοδόμημα του μετρημένου στη σύσταση και στα υλικά του, καλοχτισμένου, γερά θεμελιωμένου αστικού έργου – σπιτιού. Φτιάχνοντας μια μετρημένη, καλοζυγισμένη, καλοχτισμένη, στηριγμένη σε γερά θεμέλια, παράσταση… Χωρίς όμως να σπάσει το κέλυφός του, για να δούμε τι κρύβεται από πίσω.

Η νεότατη ταλαντούχα Μαρίνα Ασλάνογλου (Έντα) έδωσε με την εύπλαστη μάσκα του προσώπου της πειστική μορφή στους πειρασμούς μιας γυναίκας στην κρίσιμη ηλικά των τριάντα, που νιώθει να την πιέζει ασφυχτικά το σπίτι – κλοιός, χωρίς την αγάπη του άντρα. Ωστόσο δεν τη στήριξε η σκηνοθεσία για να βγάλει στην επιφάνεια την εξόριστη βασίλισσα των ξωτικών, τη νεράιδα του χιονιού που αγιάτρευτα νοσταλγεί τον γενέθλιο τόπο της. Ο Θανάσης Κουρλαμπάς σε στέρεη τεχνική βρήκε τα σωστά κλειδιά του ανέραστου, ψυχρού, αποστειρωμένου βιβλιομανούς «συζύγου» Τέσμαν.

Ο Λέβμποργκ του Παπαγιάννη σχεδιάστηκε και αποδόθηκε ως ένας τυχαίος καταραμένος, απόβλητος μποέμ καλλιτέχνης. Όπως π.χ. ο Στριντμπεργκικός «Μωρίς», από το: «Εγκλήματα και εγκλήματα» στην παλιότερη παράσταση του Ευαγγελάτου. Όχι ως ένας ξεστρατισμένος διανοούμενος Πέερ Γκιντ των σαλονιών! Ο Σωτήρης Τσακομίδης είναι ένας καίριος, ιψενικότατος κυνικός «Μπρακ». Η Μαριάνθη Κυρίου (Τεα) σχολιάζει άνετα στη σκηνή και η Πόπη Λυμπεροπούλου (Μπέρτε) ηθογραφεί με ακρίβεια. Η Όλγα Τουρνάκη (θεία) είναι σαν το παλιό καλό κρασί.

<!–

Το χαμένο βιβλίο

–>

Αίνιγμα θηλυκής αβύσσου

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου , ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 11 Ιανουαρίου 2010

  • Είχα την τύχη να δω στο θέατρο, στο σινεμά και στην τηλεόραση όλες τις παραστάσεις, θεατρικές ή φιλμαρισμένες, της «Έντας Γκάμπλερ» του Ίψεν

Δεν θυμάμαι, ανεξάρτητα από την αποτυχία ή την επιτυχία, το συχνό φιάσκο ή την απογείωση της σκηνοθετικής σύλληψης, να μη μου άφησε μια θετική πυρηνική εντύπωση κυρίως η ηθοποιός που υποδυόταν τον επώνυμο ρόλο. Η εξήγηση που έχω να καταγράψω είναι πως ο Ίψεν κατόρθωσε, όσο ίσως μόνο ο Σαίξπηρ, σ΄ αυτό το έργο του να δημιουργήσει έναν ρόλο ταυτότητα για κάθε γυναίκα, δηλαδή για να θυμηθούμε τα μαθηματικά για μια συνθήκη ισχύουσα για «πάσαν τιμήν». Ακόμη και μια άπειρη, χωρίς υπερβολή, και μια ατάλαντη ηθοποιός θα βρει σ΄ αυτό τον πολυσύνθετο ρόλο, ένα διαμάντι με άπειρες ακανόνιστες έδρες, κάτι από τον εαυτό της. Τι είναι τάχα η Έντα Γκάμπλερ, μια κακομαθημένη, ξεπεσμένη αριστοκράτισσα, μια οχιά, μια γαλιάντρα, ένας χαμαιλέων, μια θεατρίνα, μια επιπόλαιη γυναικούλα, μια ανέραστη παγοκολόνα που υποδύεται το καμίνι, μια καιομένη βάτος, μια ξηρανθείσα συκή, ένα βαμπίρ, ένας αρχάγγελος της καταστροφής, ένας σκορπιός που κυκλωμένος από τη φωτιά αυτοκτονεί με το δηλητηριώδες κεντρί του, μια φτηνή ζηλιάρα συμμαθήτρια, μια Διοτίμα, μια Ίσιδα που ανασταίνει τον διαμελισμένο Όσιρι, μια Αγαύη που θανατώνει το σπλάγχνο της;

Θα μπορούσα να πολλαπλασιάσω τα ερωτήματα. Είδα την Αρώνη, τη Βαλάκου, την Πατεράκη, την Καρέζη, την Πιστιόλα, την Κομνηνού, τη Βεργή, τη Σταμούλη, την Κατσιαδάκη, τη Ριάλδη, τη Δεκαβάλλα. Καθεμία είχε να καταθέσει το μερίδιό της από το μέγα αίνιγμα της αβυσσαλέας γυναικείας ψυχής. Η επιτυχία ή η αποτυχία τού όλου εγχειρήματος ήταν του σκηνοθέτη. Εκείνος πρέπει να βρει το γράδο, το ζύγι, το σημείο ισορροπίας, την κρίσιμη θερμοκρασία, με το να εντάξει την ηθοποιό που έχει στη διάθεσή του σ΄ ένα άκρως σταθμισμένο από τον Ίψεν σύνολο κοινωνικών και ψυχολογικών παραγόντων που επηρεάζουν την Έντα και επηρεάζονται από τη φωτεινή, αλλά κυρίως από τη σκοτεινή της πλευρά, τις δύο πλευρές της αιώνιας θηλυκής Σελήνης που άλλοτε σαγηνεύει τον Ενδυμίωνα και άλλοτε κατασπαράσσει τον Ιππόλυτο.

Η «Έντα Γκάμπλερ» ως έργο θεωρείται σχεδόν καταραμένο, όπως συμβαίνει με τον «Μάκβεθ». Ποτέ ή σχεδόν ποτέ μια παράσταση δεν κατόρθωσε να αποκωδικοποιήσει τον πυρήνα σπάζοντας το σκληρό περιτύλιγμα. Και συνήθως αποτυγχάνουν οι παραστάσεις που εναγώνια «δείχνουν» την έρευνα των συντελεστών, καταδεικνύουν τον μόχθο του προβληματισμού και αναζητούν κλειδιά ερμηνείας στην κοινωνιολογία, την αισθητική, την ψυχολογία, την ψυχανάλυση ακόμη και στη μαρξιστική διαλεκτική. Φοβάμαι πως κάθε μικροσκοπική προσέγγιση είναι καταδικασμένη και μόνο η μακροσκοπική, όταν κοιτάς τον «κόσμο» γύρω από την Έντα Γκάμπλερ από μακριά, χωρίς ηθικολογικές ή φιλοσοφικές προκαταλήψεις, προλήψεις ή προσλήψεις, τότε βλέπεις το Ένα, διότι κατά το αρχαίο: όταν βλέπεις ένα δεν βλέπεις τίποτα, όταν τα βλέπεις όλα βλέπεις Ένα.

Ο Σπύρος Ευαγγελάτος, ύστερα από πενήντα χρόνια στη σκηνοθεσία, έχοντας εξαντλήσει το πλέον ευρύ φάσμα της παγκόσμιας δραματουργίας, έχει κατακτήσει πλέον τη σοφία της απλότητας. Μελέτησε επισταμένως, σε εποχή που η άγνοια σ΄ αυτόν τον τόπο κυριαρχούσε, όλους τους υποκριτικούς κώδικες και τον νατουραλισμό και τον κριτικό ρεαλισμό, τον συμβολισμό, τον εξπρεσιονισμό, τον υπερρεαλισμό, τον λαϊκό εξπρεσιονισμό, ακόμη και τη μιμική τού αυτοσχέδιου θεάτρου, του μπουλουκιού, του καραγκιόζη, της κωμωδίας της μπάττας, των ζακυνθινών ομιλιών, αλλά και ο πρώτος που σε ανύποπτο χρόνο, που ήταν αγέννητοι ακόμη σημερινοί ανατρεπτικοί, εισήγαγε μεταμοντέρνα στοιχεία για να τα εγκαταλείψει ως εύκολα και δημαγωγικά (τι ήταν η «Γενοβέφα», η «Ιφιγένεια εν Ληξουρίω», η «Άλκηστη», «Ο Χάσης»; κ.λπ.), έφτασε, όπως ο μεγάλος Πίτερ Μπρουκ, στην απόλυτη και τίμια ανάγνωση του κειμένου και στη σχολαστικά πιστή μίμηση της πράξεως που απαιτεί.

Δεν ανεβάζεις «Έντα Γκάμπλερ», αν δεν διαθέτεις την κατάλληλη ηθοποιό. Και επιτέλους μια ηθοποιό που να έχει την ηλικία που απαιτεί ο Ίψεν για τον ρόλο. Η Έντα είναι 29 ετών. Ο Ευαγγελάτος έχει ένα αφοπλιστικά καταλυτικό επιχείρημα: καμιά γυναίκα 50 χρόνων (μέσος συνήθως όρος ηλικίας ηθοποιών που παίζουν τον ρόλο) δεν αυτοκτονεί για τους λόγους που αυτοχειριάζεται, επειδή πλήττει, δεν της κάνουν τα χατίρια και δεν την αφήνουν να παίξει πιάνο!, η Έντα Γκάμπλερ.

Αλήθεια, αναζητήστε το ποσοστό νέων κοριτσιών στον γενικό κατάλογο των αυτοχείρων για να αντιληφθείτε τη βασιμότητα του επιχειρήματος. Και μην περιοριστείτε μόνο σε αυτοκτονία, αλλά και σε άλλες αυτοκαταστροφικές ενέργειες (ναρκωτικά, απόπειρες δολοφονίας, ληστείες) για να ενισχύσετε το πορτρέτο μιας γυναίκας που ασφυκτιά, πλήττει, περιφρονεί, περιφρονείται, απομονώνεται ή πολιορκείται με πάσης φύσεως κλοιούς (ερωτικούς, κοινωνικούς, ηθικολογικούς, θεσμικούς κ.λπ.).

ΙΝFΟ

«Έντα Γκάμπλερ» στο Αμφι-Θέατρο, αίθουσα Τασοπούλου (Αδριανού 111, Πλάκα. τηλ.
210.3233644)

  • Βαθαίνει και φωτίζει τις καταστάσεις

Τον ρυθμό και τον σφυγμό του έργου βρήκε ο Ευαγγελάτος που τον υπηρέτησαν με τη μεγάλη πείρα και την άνεση μιας ειρωνικής ματιάς η Όλγα Τουρνάκη, ο πάντα μετρημένος και λιτός Θανάσης Κουρλαμπάς (Τέσμαν), η Μαριάνθη Κυρίου (Έλβστεντ) με υποδόρια ερωτική διάχυση, η Πόπη Λυμπεροπούλου (Μπέρτε), ο άκρως κυνικός καταλύτης Σωτήρης Τσακομίδης (Μπρακ) και ο Νικόλας Παπαγιάννης (Λέβμποργκ). Ο πολύ καλός αυτός ηθοποιός τόνισε περισσότερο το διανοούμενο ρεμάλι παρά το παραπλανημένο γκουρού.

Ο Ευαγγελάτος μαστόρεψε μια θεατρική και φτερωμένη δραστικά μετάφραση και ο Πάτσας σχεδίασε ένα έξοχο σκηνικό- σαν γυάλα ψαριών, προθάλαμο κλινικής ή μεγαλοαστική σπατάλη. Τα κοστούμια έξοχα. Ο Γιάννης Αναστασόπουλος εξελίσσεται σε μια πρώτης τάξεως παρουσία στο δύσκολο είδος της σκηνικής μουσικής που βαθαίνει και φωτίζει τις καταστάσεις.

Χωρίς εξάρσεις

Ο Ευαγγελάτος ανέθεσε τον ρόλο στην ταλαντούχο ηθοποιό Μαρίνα Ασλάνογλου που έχει ήδη δώσει τεκμήρια ουσιαστικού θεάτρου. Με υψηλές τεχνικές, εσωτερικές και εξωτερικές, εξαίσια κίνηση και ώριμη φωνή, η Ασλάνογλου συνέθεσε μια πειστική Έντα, αντιφατική, απροσδιόνυση, πείσμονα, αφελή, εγωτική, ζηλόφθονη, άτολμη, εκδικητική. Χωρίς εξάρσειςυπερπαιξίματος και υπερβολές θεατρικότητας. Ο Ίψεν είναι ρεαλιστής ποιητής του θεάτρου και ιδιαίτερα σ΄ αυτό το δράμα του (ή μήπως είναι μια ειρωνική τραγωδία σαν την «Ελένη» του Ευριπίδη;) οι περίφημες ιδέες που συζητάει στα άλλα έργα του δίνουν τη θέση του στον δραστικό λόγο.