«Μεταλλαγμένο» Λεωφορείο

  • Η αποδόμηση του Τένεσι Ουίλιαμς εγκλωβισμένη στα σίδερα ενός ψυχιατρείου
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01-08-10
  • Eνα Λεωφορείο, σκην: Κρίστοφ Βαρλικόφσκι. Ελληνικό Φεστιβάλ

KPITIKH. Ενας από τους κυριότερους λόγους που οι πρωταγωνίστριες αγαπούν ιδιαίτερα τον Τένεσι Ουίλιαμς είναι επειδή έχει γράψει τρανταχτούς ρόλους για γυναίκες. Ειδικά αυτή η ευαίσθητη, ντελικάτη  Μπλανς -η εντέλει μανιοκαταθλιπτική- που θα ήθελε να πεθάνει, όπως λέει, από μια άπλυτη ρώγα σταφυλιού, αντιπροσωπεύει ό,τι περίπου κι ο Αμλετ για τους άνδρες ηθοποιούς. Είναι ένας συγκλονιστικός χαρακτήρας, τον οποίο τον παίρνεις στα χέρια σου και τον πλάθεις σαν νόστιμο ζυμάρι. Ενας ρόλος καριέρας, που λένε. Ξεπεσμένη αριστοκράτισσα του αμερικανικού Νότου, η Μπλανς χάνει την πατρική περιουσία και φιλοξενείται από την αδελφή της και τον αγροίκο -μετανάστη- άνδρα της στη Νέα Ορλεάνη. Επειτα από μια ζωή αισθηματικών απογοητεύσεων, μοναξιάς και τεκνοφιλίας, τα νεύρα της δεν αντέχουν το υπαρξιακό της γκρεμοτσάκισμα. Στο τέλος  οδηγείται σε άσυλο. Στο τέλος!

  • Από την πρώτη σκηνή

Ομως στην παράσταση «Ενα Λεωφορείο» -βασισμένο, λέει, στο έργο του Τ. Ουίλιαμς- του Βαρλικόφσκι η Μπλανς Ντιμπουά παρουσιάζεται από την πρώτη πρώτη κιόλας σκηνή ψυχασθενής, για τα σίδερα. Ή μάλλον εγκλωβισμένη στα σίδερα ενός ψυχοθεραπευτικού ιδρύματος. Ξαναμεταφρασμένο και εμπλουτισμένο (!) με αποσπάσματα από την «Κυρία με τις Καμέλιες» του Δουμά υιού, από το κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο, το «Συμπόσιο» του Πλάτωνος, τον Οσκαρ Ουάιλντ, τον Οιδίποδα Τύραννο και άλλα διάφορα (!) -όπως και με μερικά εκτός τόπου και χρόνου βαρετά τραγούδια- το έργο αποκτά ολότελα διαφορετικές διαστάσεις απ’ αυτές που γνωρίζαμε. Μέχρι εδώ, γιατί όχι;

Ο κάθε δημιουργός είναι ελεύθερος να πρωτοτυπήσει. Ομως ο 48χρονος Πολωνός Βαρλικόφσκι, πασίγνωστος και παγκόσμιο σκηνοθετικό αστέρι ως ένας από τους κατ’ εξοχήν σκηνοθέτες-αποδομητές (δηλαδή όσους επιμένουν να βάζουν τον εαυτό τους πάνω από τους συγγραφείς και ηθοποιούς κ.λπ.), στη συγκεκριμένη περίπτωση του «Λεωφορείου» ξεπέρασε τον εαυτό του. Παρουσιάζοντας την ηρωίδα του τρελή από την έναρξη, στερεί στην πρωταγωνίστρια την ευκαιρία να εξελιχθεί, όπως το θέλει ένας ρόλος που μόνο στην κατάληξή του παρουσιάζει ένα ψυχονευρωτικό κατρακύλισμα. Είναι γνωστό πως οι κλινικές περιπτώσεις στη σκηνή δεν μπορεί να ενδιαφέρουν παρά μόνο τους ειδικούς ψυχιάτρους. Ασφαλώς όχι το κοινό.

Η Ιζαμπέλ Ιπέρ δεν μπορεί παρά να είναι μια εξαιρετική ηθοποιός. Από τη στιγμή που έχει αποσπάσει από βαρυσήμαντες επιτροπές δύο βραβεία ερμηνείας στο Φεστιβάλ των Καννών (1978 και 2001) κι άλλα  δύο στη Βενετία (1988 και 1995), η αξία της είναι υπεράνω αμφισβήτησης. Μόνο που στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι σαν να έχεις πάρει μια τραγουδίστρια, η οποία τραγουδά σε τρεις οκτάβες και να τη στριμώξεις να περιοριστεί σε μία. Αλλά και ο Βαρλικόφσκι γιατί άραγε θεωρείται τόσο ανατρεπτικός  και τόσο «μεταμοντέρνος»; Εχω μια υποψία την οποία έχω αναπτύξει κάποιες φορές απ’ αυτήν εδώ τη στήλη: Στην εποχή του «υπαρκτού σοσιαλισμού» όταν οι τέχνες ελέγχονταν από ένα κέντρο, η λέξη φόβητρο για τους καλλιτέχνες ήταν ο φορμαλισμός. Οτιδήποτε ξέφευγε από τον ρεαλισμό, οτιδήποτε δεν μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τις «τάξεις των εργατών και των αγροτών», όπως έλεγαν τότε, ήταν κατακριτέο και απορριπτέο. Το είχανε νιώσει στο πετσί τους ακόμα και δικοί μας δημιουργοί, όπως ο γλύπτης Μέμος Μακρής και η συγγραφέας Μέλπω Αξιώτη που έζησαν στο τότε λεγόμενο «παραπέτασμα».

  • Μετά το 1989

Πρώτες χώρες που επιχείρησαν δειλά -κι επιτυχώς- την πολιτιστική τους επανάσταση ήταν η Τσεχοσλοβακία και η Πολωνία. Κι όταν μετά το 1989 γκρεμίστηκαν τα τείχη, τότε ήταν που οι επί δεκαετίες καταπιεσμένοι δημιουργοί ξεσάλωσαν. Γεννημένος το 1962 στο Στσετίν της Πολωνίας και σπουδαγμένος στην ανέκαθεν πρωτοπορίζουσα πανεπιστημιακή Κρακοβία, ο Βερλικόφσκι ανήκει στην συνομοταξία των -ασφαλώς άξιων- δημιουργών που ξεκίνησαν με όλη τη διάθεση να τσαλαπατήσουν άγρια και εκδικητικά  την παράδοση του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Και καλά έκαναν. Μόνο που είναι λίγο νωρίς ακόμα για να εκστασιασθούν μάνι μάνι όλοι όσοι ρέπουν προς -να το πω; το λέω- τον απερίσκεπτο φορμαλισμό.

Μα μήπως δεν είχαμε κι ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο προς σκέψη σ’ αυτό το Φεστιβάλ Αθηνών, όπου ο πάλαι ποτέ «αναδομητής» και άκρα «μεταμοντέρνος» 42χρονος Τόμας Οστερμάιερ παράτησε τις μέχρι σήμερα μοντερνιές του σκηνοθετώντας τον «Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν», βασισμένος σε μερικούς πρώτης τάξεως ηθοποιούς οι οποίοι έπαιζαν ρεαλιστικότατα. Βρισκόμαστε σε μια περίοδο μεταλλάξεων. Το συμπέρασμα είναι πως θα πρέπει να περιμένουμε λίγο ακόμα, ώστε να κατασταλάξουν οι μόδες, οι φόρμες και οι τεχνοτροπίες για να αποφανθούμε -σε καμιά δεκαετία;- για την αξία δημιουργών που σήμερα εντυπωσιάζουν. Ανάμεσά τους κι ο Κρίστοφ Βαρλικόφσκι.

Advertisements

Ντοστογιέφσκι, Αριστοφάνης και κακοποιημένος Ουίλιαμς

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 21 Ιούλη 2010
«Δαίμονες»
  • «Δαίμονες»

Κατήγορος του τσαρισμού και της δουλοκτητικής φεουδαρχίας, μέλος οργάνωσης ουτοπιστών σοσιαλιστών, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, το 1849, ως θανατοποινίτης εξορίζεται στη Σιβηρία για μερικά χρόνια. Καθώς – παρά την κατάργηση της δουλοκτησίας – οι φεουδάρχες και η ανερχόμενη αστική τάξη πίνουν και το μεδούλι των εξαθλιωμένων αγροτικών και εργατικών μαζών, φουντώνουν τα ξεσπάσματα και στις δεκαετίες του 1860 και 1870 εμφανίζονται πολλές, ποικίλων ιδεολογικών απόψεων, φερόμενες ως «επαναστατικές», ομάδες. Ανάμεσά τους και η ομάδα του Σεργκέι Γκενάντιεβιτς Νετσάγιεφ (1847-1882), του οποίου την προβοκατόρικη για το επαναστατικό κίνημα δράση κατήγγελλαν οι Μαρξ και Ενγκελς. Δεινός σχολιαστής της κοινωνικής πραγματικότητας, ο Ντοστογιέφσκι κατέστησε τον Νετσάγιεφ «πυρηνικό» επίκεντρο του – σπουδαίου ιστορικοκοινωνικά και μεγαλειώδους λογοτεχνικά – μυθ-ιστορήματός του «Δαίμονες», μετονομάζοντάς τον σε Πιοτρ Βερχοβένσκι. Ο αναγνώστης που αγνοεί το απολύτως ιστορικό υπόβαθρο του μυθιστορήματος στερείται την ιστορική αξία του. Αξίζει, λοιπόν, να τη συνοψίσουμε. Ο Νετσάγιεφ, παρεισφρέοντας ως επικεφαλής ομάδας, συμμετείχε στις φοιτητικές ταραχές του 1868-69 και συνέγραψε, μαζί με άλλους, το φοιτητικό «Πρόγραμμα Επαναστατικών Ενεργειών». Ηταν ο συντάκτης της περιβόητης «Κατήχησης του Επαναστάτη», που κήρυσσε μια άναρχη και καταστροφική βία για τη βία. Το 1869 διέδωσε ότι συνελήφθη, ενώ πήγε στη Γενεύη, εμφανιζόμενος ως «εκπρόσωπος επαναστατικής επιτροπής». Συνδέθηκε με τον Μπακούνιν, χρηματοδοτήθηκε από το λεγόμενο «Απόθεμα Μπαχμέτεφ» για «επαναστατική» δράση και επέστρεψε στη Μόσχα. Δηλώνοντας «εκπρόσωπος» της – ανύπαρκτης – «Παγκόσμιας Επαναστατικής Ενωσης», δημιούργησε τη μικρή μυστική οργάνωση «Λαϊκή Εκδίκηση», σπέρνοντας τυφλή και καταστροφική βία. Ο Νετσάγιεφ έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει «προδότη» και να δολοφονήσει και τον παλιό αγωνιστή του φοιτητικού κινήματος και εργάτη Ι. Ιβανόφ (Σάτοφ λέγεται στο μυθιστόρημα), επειδή διαφώνησε με την τρομοκρατική βία του. Η αστυνομία συνέλαβε υπόπτους για τη δολοφονία του Ιβάνοφ, αλλά όχι τον Νετσάγιεφ, που βρέθηκε στη Γενεύη, όπου προσπάθησε να εισχωρήσει στην Α’ Διεθνή. Το 1870 συλλαμβάνεται από την ελβετική αστυνομία. Το 1871 στη Μόσχα, ερήμην του, διεξάγεται η «Δίκη Νετσάγιεφ», την οποία το τσαρικό καθεστώς σκόπιμα μετέτρεψε σε «Δίκη της Α’ Διεθνούς». Ο Νετσάγιεφ παραδίδεται στη Μόσχα το Γενάρη του 1873, περνά 20 χρόνια σε καταναγκαστικά έργα, αλλά και ξαναμπλέκεται σε βλαβερή για το επαναστατικό κίνημα δράση. Τη χρονιά της δίκης, ο Ντοστογιέφσκι γράφει τους «Δαίμονες», αποτυπώνοντας πλήρως την κοινωνική τοιχογραφία της εποχής. Την ιδεολογική αναζήτηση, τη σύγχυση και πολυδιάσπαση των φτωχών λαϊκών μαζών. Καυτηριάζει τη διεφθαρμένη, επηρμένη, «δαιμονισμένη» αριστοκρατία και τους πέριξ αυτής παρασιτικούς, τιποτένιους παιδαγωγούς και διανοούμενους. Τέτοιο παράσιτο είναι ο πατέρας του Πιοτρ Βερχοβένσκι, ο Στεπάν Βερχοβένσκι, προστατευόμενος της πάμπλουτης αριστοκράτισσας χήρας Βαρβάρα Σταυρόγκινα, άλλοτε «καθηγητής» του μοναχογιού της Νικολάι Σταυρόγκιν – ενός «κολασμένου», έκλυτου, ανικανοποίητου, καταστροφικού, ηδονιζόμενου με τη βία, εξ ου και χρηματοδότη του Πιοτρ Βερχοβένσκι, ο οποίος, μη βρίσκοντας νόημα για να ζήσει και λύτρωση από τους «δαίμονές» του, εξομολογούμενος τα αμαρτήματά του, αυτοκτονεί. Φρίττοντας από τη βία των εξουσιαστών και εκμεταλλευτών του λαού, αλλά και από τις τρομοκρατικές μεθόδους τύπου Μπακούνιν και Νετσάγιεφ, ο Ντοστογιέφσκι, μέγας ρεαλιστής αλλά και ψυχανατόμος, αποτύπωσε συνταρακτικά και τα δεινά της κοινωνίας, αλλά και την τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Πιστεύοντας στις ηθικές, ανθρώπινες αξίες και παραδόσεις του ρωσικού λαού, καταδεικνύοντας τους «δαίμονες» της εποχής του, ονειρευόταν το θρίαμβο του καλού. Αυτό το αριστουργηματικό, διαχρονικό και οικουμενικά επίκαιρο μυθιστόρημα, παρουσίασε στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών ο Γερμανός σκηνοθέτης Πέτερ Στάιν. Μια παράσταση λιτών σκηνικών μέσων, καθάριου ρεαλισμού, καλά καθοδηγημένων ερμηνειών από τον πολυμελή ιταλικό θίασο. Μια παράσταση που σεβάστηκε το μυθιστόρημα, δεν το αλλοίωσε με «εκσυγχρονιστικές» παρεμβάσεις και εντυπωσιοθηρικά ευρήματα, αφήνοντάς το να «μιλήσει» για την εποχή του και δι’ αυτής να παραπέμψει στο σήμερα. Μια παράσταση, που, με τα διαλείμματα (μερικά ήταν περιττά), διήρκεσε δώδεκα ώρες, ενώ οι οκτώμισι ώρες ήταν επί σκηνής, καθώς ο Στάιν επέλεξε αντί να ανεβάσει την καλά συμπυκνωμένη διασκευή του Αλμπέρ Καμί, να κάνει δική του διασκευή, μάλλον για προφανείς λόγους. Προσθέτοντας χρόνο στην επί σκηνής ερμηνευτική παρουσία της συζύγου του, Μανταλένα Κρίπα, ως Βαρβάρα Σταυρόγκινα, περικόπτοντας, όμως, άλλες σημαντικές, ιστορικού περιεχομένου, σκηνές του μυθιστορήματος και για διασκευαστικά – πνευματικά δικαιώματα.

«Ενα λεωφορείο»
  • «Ιππείς»

Το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, συμπράττοντας με τη «Θεατρική Διαδρομή», στα πλαίσια των Επιδαυρίων, ανέβασε τους «Ιππείς», μια κωμωδία με την οποία ο Αριστοφάνης έσυρε τα εξ αμάξης στους διεφθαρμένους, αστοιχείωτους, άρπαγες, δημαγωγούς, ψεύτες, λαοπλάνους της πολιτικής εξουσίας και της οικονομικής λαμογιάς της εποχής του. Ο Παφλαγόνας (προσωπείο του Κλέονα) και ο Αλλαντοπώλης (προσωπείο του Αγοράκριτου), είναι ίδιες και απαράλλαχτες «λέρες», ανταγωνιζόμενες για την εξουσία του Δήμου. Ο άθλιος Παφλαγόνας, καθώς τρώει τον αγλέουρα από το μόχθο του λαού και τον κρατικό κορβανά του Δήμου, χάνει την εξουσία, την οποία με τη βοήθεια των «Ιππέων» – του έτερου μεγάλου κόμματος του δικομματισμού, θα λέγαμε σήμερα – κερδίζει ο εξίσου άθλιος Αλλαντοπώλης, που πλανεύει το λαό, τάζοντας λαγούς με πετραχήλια, για να κάνει τα ίδια με τον προκάτοχό του.Το έργο, μεταφρασμένο εξαιρετικά από τον Κ. Χ. Μύρη, αλλά προσαρμοσμένο στο σήμερα, με πρόσθετες σατιρικές φραστικές παρεμβάσεις για το ΔΝΤ, την ΕΕ, τον Ολι Ρεν, την «τρόικα» που με σύμφωνη την πολιτική και οικονομική εξουσία μας πίνουν το αίμα, σκηνοθέτησε με σεμνότητα και μέτρο στα κωμικά ευρήματα, ο Βασίλης Νικολαΐδης. Συντελεστές του καλού παραστασιακού αποτελέσματος είναι οι: Γιάννης Μετζικόφ (εξαιρετικά κοστούμια και σκηνικό), Αντιγόνη Τσολάκη (μουσική), Χρήστος Παπαδόπουλος (χορογραφία), Νίκος Βλασσόπουλος (φωτισμοί). Στυλοβάτες της σκηνοθεσίας ο πηγαία λαϊκός, φυσικός και άμεσος, χαρισματικός κωμικός Παύλος Χαϊκάλης (Αλλαντοπώλης), απολαυστικός στην πρώτη του αριστοφανική ερμηνεία και ο πολύπειρος αριστοφανικά Γιώργος Αρμένης. Καλή η υποκριτική προσπάθεια των Σαμψών Φύτρου, Θύμιου Κούκιου (δούλοι) και Γιάννη Κοτσαρίνη (Δήμος). Εντυπωσιακή και γελαστική η χορευτική, βουβή μιμική του Μανώλη Θεοδωράκη (Ειρήνη).

«Ιππείς»
  • «Ενα λεωφορείο»

Μερικοί σκηνοθέτες κυνηγούν τη διασημότητα όχι με μια υψηλού επιπέδου δική τους δημιουργία, αλλά με την καταρράκωση σπουδαίων θεατρικών έργων, δίκην «νεοτερισμού», χρησιμοποιώντας συχνά ως «δόλωμα» για να διαφημιστεί και να γίνει αποδεκτό το «κατασκεύασμά» τους, κάποιο δυνατό όνομα. Αυτό έπραξε ο πολυδιαφημισμένος στην Ευρώπη, Πολωνός σκηνοθέτης Κριστόφ Βαρλικόφσκι. Παρουσίασε, στο Φεστιβάλ Αθηνών, μια ανενδοίαστης ασέβειας διασκευή του υπέροχου, πασίγνωστου και κινηματογραφικά, κοινωνικού και ταυτόχρονα ψυχολογικού δράματος «Λεωφορείο ο «Πόθος»», του Τένεσι Ουίλιαμς, με τίτλο «Ενα λεωφορείο» και με δόλωμα την υπεραισθαντική, αλλά και πολύ δυνατών και πολύ ασκημένων υποκριτικών μέσων (φωνητικά, κινησιολογικά) διάσημη Γαλλίδα ηθοποιό Ιζαμπέλ Ιπέρ (σ.σ. θα μας μείνει αλησμόνητη η ερμηνεία της στις «Επικίνδυνες σχέσεις» σε σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Γουίλσον). Ο Βαρλικόφσκι δεν είναι ατάλαντος. Με την παράστασή του, όμως, αποδείχνεται ασεβής. Δε σεβάστηκε ούτε το έργο του Ουίλιαμς, ούτε το τάλαντο της Ιζαμπέλ Ιπέρ. Ευθύνεται, όμως, κι εκείνη, που πειθαρχικά, σαν «μαθητούδι», υπηρέτησε την παρακμιακή, αντιδραματική, μετα-μεταμοντέρνα «εκσυγχρονιστική» και κακόγουστη, διασκευαστική και σκηνοθετική «ανάγνωση» του Βαρλικόφσκι. «Ανάγνωση», που στέρησε όλο το υπαρξιακό άλγος, τα τραυματικά βιώματα, την καλλιέργεια, την έμφυτη τρυφερότητα και ευγένεια, το αίσθημα της αξιοπρέπειας, τον τρόμο του κενού, της μοναξιάς, της βιοποριστικής αδυναμίας και του ματαιωμένου ονείρου για αγάπη, για λίγη ευτυχία, με τα οποία «κόσμησε» η ποίηση του Ουίλιαμς αυτό το θεατρικό πρόσωπο, την Μπλανς ντι Μπουά, ώστε να κορυφωθεί το δράμα της, με τον – εν ψυχρώ προαποφασισμένο από τον άντρα της αδελφής της – εγκλεισμό της σε ψυχιατρείο. Ο Βερλικόφσκι είδε την Μπλανς σαν θλιβερό, μισοπάλαβο, μέθυσο, μητρομανές, μισόγυμνα περιφερόμενο, γύναιο, που στο τέλος απλώς αποτρελαίνεται. Ο,τι σώθηκε από την ηρωίδα του Ουίλιαμς, οφείλεται στο ταλέντο της Ιπέρ. Χωρίς την ερμηνευτική παρουσία της, το σκηνοθετικό κατασκεύασμα δε θα βλεπόταν, δε θα αντεχόταν διόλου.