Η Κάτια Γέρου ανεβάζει τον πήχυ

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Eλευθεροτυπία, Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2010

Πολύ σωστά ο Βασίλης Νικολαΐδης έχει αποφασίσει να μετατρέψει τον οργανισμό που διευθύνει σε πολιτιστικό κέντρο της περιοχής, εμπλουτίζοντας το πρόγραμμα του Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου Αγρινίου με εκδηλώσεις όλων των παραστατικών τεχνών.

Στην παράσταση του Βασίλη Νικολαΐδη η Ρίτα της Κάτιας Γέρου έχει κάτι το νατουραλιστικά τραχύ, ενώ ο Φρανκ του Γιώργου Χρανά τη θλίψη του ανθρώπου που έχει χάσει την πίστη του

Στην παράσταση του Βασίλη Νικολαΐδη η Ρίτα της Κάτιας Γέρου έχει κάτι το νατουραλιστικά τραχύ, ενώ ο Φρανκ του Γιώργου Χρανά τη θλίψη του ανθρώπου που έχει χάσει την πίστη του

Το φετινό πρόγραμμα ξεδιπλώνει μια χρονιά όπου ο κινηματογράφος (με αξιοζήλευτη επικέντρωση στον Σέξπιρ και τον έρωτα), ο χορός (με ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις, όπως το ρεσιτάλ αρχαίου ινδικού χορού Bharata Natyam) και η μουσική (όπου βέβαια ξεχωρίζει η βραδιά για την προσφορά του Κώστα Γιαννίδη) κάνουν τις θεατρικές εκδηλώσεις του δημοτικού φορέα το κέντρο της λειτουργίας και όχι τον αυτοσκοπό του.

Για το θέατρο ο διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ έχει επιλέξει σε δύσκολες εποχές να ακολουθήσει τη μεγάλη επιτυχία (και στην Ελλάδα) του Βρετανού συγγραφέα Γουίλι Ράσελ, «Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα». Ενδιαφέρουσα επιλογή για δημοτικό θέατρο, όχι τόσο αναμενόμενη όσο πιθανόν μοιάζει εκ πρώτης όψεως. Το έργο αναφέρεται και αφορά ένα αστικό κοινό, αποτελεί μέρος του μύθου του, όπως ο «Πυγμαλίων» και κυρίως η «Ωραία μου κυρία» του Σο φανερώνουν μια συγκεκριμένη αστική τάξη μέσα από την αίσθηση της ανωτερότητας και τη γοητεία της. Το «Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα», μάλιστα, προχωρά τον μύθο ένα βήμα παραπέρα, διευρύνοντας τα διλήμματα που ενυπάρχουν στο έργο του Σο, ώστε να συμπεριλάβουν την κρίση μιας γενιάς μετά τα ’60s, που βλέπει την ελευθερία της να έχει γίνει διανοητικό σύμπλεγμα.

Αν εξετάσουμε το έργο προσεκτικά, θα δούμε πράγματι ότι πίσω από την κλασική ιστορία της απελέκητης κοπέλας, που «επιμορφώνεται» κατακτώντας τελικά τον επιμορφωτή της, βρίσκεται η αντίστροφη υπόθεση: αυτή τη φορά ο Πυγμαλίων, που δίνει ζωή και ανάσα στο άγαλμα της Γαλάτειας, δεν είναι ο καθηγητής Φρανκ, αλλά η γεμάτη θετική ενέργεια Ρίτα. Στον ακινητοποιημένο κόσμο του Φρανκ εισέρχεται ο παραδοσιακός «συμπαθητικός τύπος» του βουλεβάρτου, μια κομμώτρια που διψάει για τη γνώση και αντιμετωπίζει τη μόρφωσή της σχεδόν σαν φυσική ανάγκη.

Αυτό που θα γοητεύσει τον Φρανκ δεν είναι τόσο η λαϊκή της ορμή όσο η απροσχημάτιστη και ανεπιτήδευτη ματιά της στον χώρο των γραμμάτων. Γιατί αυτό που ζητάει η Ρίτα είναι πραγματικά σπάνιο: δεν θέλει τη γνώση για να επιβληθεί και να εξουσιάσει τους άλλους, αλλά για να ζήσει καλύτερα. Το πρόβλημα είναι πως η μόρφωση εμπλέκεται σε ένα ολόκληρο σύστημα «σωστής συμπεριφοράς». Ακόμα περισσότερο η μόρφωση δεν είναι απλά γνώση, αλλά ένας τρόπος σκέψης, ένας αλλιώτικος τρόπος σκέψης, μια άλλη γλώσσα, ένας άλλος άνθρωπος.

Ή, μήπως, δεν είναι έτσι τα πράγματα; Μήπως η διανοουμενίστικη αλλοίωση της «αυθεντικής» Ρίτας, που παρατηρεί με πόνο ο Φρανκ, δεν είναι παρά εκδήλωση της επιτυχίας του; Μήπως ο Φρανκ αρνείται να δεχτεί ότι η μαθήτριά του δεν τον έχει πια ανάγκη, πως ο ρόλος του εξαλείφεται, όταν επιτελεί τον σκοπό του; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πίσω από την καλογραμμένη βουλεβαρδιάρικη γραφή του, το «Εκπαιδεύοντας τη Ρίτα» δεν είναι διόλου απλοϊκό εργάκι.

Η παράσταση, όμως, στο Αγρίνιο θέτει ακόμα ένα στοίχημα. Μέχρι σήμερα, αν δεν κάνω λάθος, βλέπαμε το έργο μέσα από τα μάτια του Φρανκ, με τη Ρίτα να αποτελεί τον χαριτωμένο πόλο. Τώρα, ο Νικολαΐδης εμφανίζει στον ρόλο της την Κάτια Γέρου και, όπως είναι προφανές, ανεβάζει κατακόρυφα τον πήχη. Η Γέρου δεν είναι βέβαια η Ρίτα που ξέραμε: η λαϊκότητά της βγάζει κάτι νατουραλιστικά τραχύ, η διάθεσή της για μάθηση έχει μια πολεμική στάση. Το σημαντικότερο, η ηθοποιός απομακρύνει από τον ρόλο κάθε γλυκερή σημείωση, κάθε ραβασάκι ερωτικής υπόσχεσης. Είναι γεγονός: η Κάτια Γέρου βγάζει από τον ρόλο της Ρίτας μια κοινωνική, μια σχεδόν ταξική συνείδηση. Βοηθάει που και ο Γιώργος Κρανάς παίζει δίπλα της τον ρόλο του Φρανκ με την ειλικρινή θλίψη ανθρώπου που έχει χάσει την πίστη του. Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Γιώργου Ζιάκα παρακολουθούν τον χώρο και το ύφος των ανθρώπων.