Διαχρονικά επίκαιρος ο Αριστοφάνης

«Ιππής»
  • «Ιππής» από το ΚΘΒΕ

Εν μέσω του μακρόχρονου Πελοποννησιακού Πολέμου – ενός βρώμικου πολέμου για το ποια από τις ελληνικές πόλεις-κράτη θα αποφασίζει και θα επιβάλει στις άλλες πόλεις – συμμάχους και μη – την οικονομική, στρατιωτική και επεκτατική πολιτική της – ο Αριστοφάνης γράφει τους «Ιππής». Μια απροκάλυπτα σαρκαστικότατη καταγγελία της πολιτικής δημαγωγίας του «δημοκρατικού» Κλέωνα, εκτροφέα της διαφθοράς και στο Δήμο. Μια πολιτική κωμωδία που υπογραμμίζει την ανάγκη για μιαν άλλη πολιτική, που θέλει μεν να αισιοδοξήσει, φοβάται δε για το μέλλον της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Ο Αριστοφάνης μετονομάζοντας τον Κλέωνα σε «Παφλαγόνα», τον εμφανίζει ως πρώην βυρσοδέψη, κατ’ επάγγελμα τομαρά, που διαφθείρει και «παχαίνει» μέχρι σκασμού την εξουσία του Δήμου, ώστε να «γδέρνει» τα μέλη της Εκκλησίας του Δήμου – το λαό. Ως αντιπάλους της κάλπικα φιλολαϊκής πολιτικής σαπίλας του Παφλαγόνα-Κλέωνα, ο Αριστοφάνης αντιπαραθέτει την τάξη των ολιγαρχικών Ιππέων, που αποκαλύπτουν και ανατρέπουν τον Παφλαγόνα, φέρνοντας στην εξουσία τον Αλλαντοπώλη, που αναλαμβάνει να «ξανανιώσει» το Δήμο βράζοντάς τον «στο ζουμί» του… ώστε «καθαρμένος» πια να κερδίσει την Ειρήνη. Ομως, και αυτό το πρόσωπο που πλάθει ο Αριστοφάνης είναι ένα παρόμοιο με τον Παφλαγόνα «κουμάσι», εξίσου άθλιο και πανούργο. Η πολύσημη αλλά και αμφίσημη μυθοπλασία της κωμωδίας αυτής διαθέτει πολλές αναλογίες για ερμηνευτική αντιστοίχησή της με το σημερινό βρωμερό πολιτικο-οικονομικό πόλεμο, «συμμάχων» και μη, σε βάρος του λαού μας. Η ελεύθερη απόδοσή της από τον Σταμάτη Φασουλή, όπως και η σκηνοθεσία του άφησαν ανεκμετάλλευτη αυτή τη δυνατότητα. Οι κειμενικές παρεμβάσεις δεν πρόσφεραν ούτε επικαιρική εμβέλεια ούτε κωμική νοστιμιά. Ο πηγαίος κωμικός οίστρος και η σκηνική ελαφράδα, έλειψε – σκηνοθετικά, σκηνογραφικά, ενδυματολογικά, μουσικά, χορογραφικά, αλλά και ερμηνευτικά – παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των ηθοποιών (με τη σειρά εμφάνισης): Τάκης Παπαματθαίου, Πυγμαλίων Δαδακαρίδης, Πέτρος Φιλιππίδης, Γιάννης Ζουγανέλης, Γιώργος Καύκας, Γιώργος Παπαγεωργίου.

  • «Εκκλησιάζουσες» από το «Θέατρο του Νέου Κόσμου»
«Εκκλησιάζουσες»

Παρότι μέσα στις χιλιετίες το γυναικείο γένος μετρά φοβερές θυσίες, αμέτρητα θύματα και πολύμορφους αγώνες, διεκδικώντας να γίνει σεβαστό και ισότιμο με το ανδρικό γένος, ελάχιστα δικαιώματα έχει κατακτήσει (όχι όμως και σε όλα τα πλάτη και μήκη της γης), δικαιώματα αμφισβητούμενα και αναιρούμενα, ακόμα και στο σύγχρονο «πολιτισμένο» κόσμο. Θα μπορούσε να φανταστεί και θα δεχόταν, άραγε, ο σύγχρονος «πολιτισμένος» κόσμος, οι σύγχρονες «αναπτυγμένες» χώρες, οι λεγόμενες «δημοκρατικές» κοινωνίες, το ενδεχόμενο, ξαφνικά, μια νύχτα, η εξουσία- και μάλιστα μια εξουσία με συλλογικά όργανα και συλλογικές αποφάσεις, μια εξουσία της ισότητας, δικαιοσύνης, κοινοκτημοσύνης με κατάργηση της ιδιοκτησίας – να περάσει αποκλειστικά στα χέρια των γυναικών, όχι των επωνύμων, αλλά των γυναικών του λαού, προς όφελος του κοινωνικού συνόλου, ανδρικού και γυναικείου; Αδύνατον. Ο Αριστοφάνης, όμως, και φαντάστηκε και μυθοστόλησε εκπληκτικά ένα τέτοιο – αν και απόλυτα ουτοπικό για την Αθηναϊκή Δημοκρατία – ενδεχόμενο. Ο ποιητής καταγγέλλοντας την καταστρεπτική για το λαό και τον τόπο οικονομική και επεκτατική πολιτική που οδήγησε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και στην ήττα της Αθήνας, με αυτή την κωμωδία- ύμνο στις γυναίκες, σαρκάζοντας τη «λογική» της αργυρώνητης συμμετοχής και της ψήφου των ανδρών στις αποφάσεις της Εκκλησίας του Δήμου, θέλησε να καταδείξει όχι μόνον όλα τα κακά και άδικα σε βάρος της γυναίκας, τις οδύνες και το θρήνο της όταν χαροκαίγεται από ένα παράλογο πόλεμο, αλλά και να υπογραμμίσει ως μόνη διέξοδο από την πολιτική σήψη και την οικονομική και κοινωνική κατάπτωση της Αθήνας, μια πολιτική που θα διδαχθεί από το μόχθο, την ευφυία, την ιδιαίτερη ευαισθησία, τη λογική, τη δημιουργική δύναμη, την υπομονή, την επιμονή και την ικανότητα των γυναικών – κόντρα σε όλες τις αντιξοότητες – να νοικοκυρεύουν το σπιτικό τους προς όφελος όλης της οικογένειας. Η ανθρωπότητα έχει να διανύσει μεγάλη πορεία μέχρι να πραγματοποιηθεί η κοινωνία που ονειρεύτηκαν και επέβαλαν οι «Εκκλησιάζουσες». Το μυθοπλαστικό οίστρο, τη διαχρονική αξία, την ανθρωπιστική και κοινωνική χρησιμότητα αυτής της αριστοφανικής κωμωδίας ανέδειξε η σκηνοθετική «ανάγνωση» του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Μια παράσταση με χιούμορ, ευρηματική φαντασία αλλά χωρίς υπερβολές και εικαστική φινέτσα. Μια παράσταση αγάπης για τη γυναίκα, με τη συνολικά «εύφορη» δημιουργική συμβολή όλων των συνισταμένων της. Της πικάντικα εκσυγχρονιστικής απόδοσης (Βασίλης Μαυρογεωργίου), της γλυκύτατα μελωδικής μουσικής (Θάνος Μικρούτσικος), των πανέμορφων κοστουμιών (Αγγελος Μέντης), της εκφραστικής χορογραφίας (Αγγελική Στελλάτου), των φωτισμών (Σάκης Μπιρμπίλης). Μεγάλο και τελικό στήριγμα της σκηνοθετικής ανάγνωσης είναι οι ερμηνείες. Ηθοποιός με πηγαίο χιούμορ, με σκηνικό νεύρο και εκφραστικότατα μέσα, η Δάφνη Λαμπρόγιαννη, πρωτοεμφανιζόμενη σε αριστοφανική κωμωδία, μακράν της υποκριτικής «φθοράς» που προκαλεί η τηλεόραση, με σοβαρότητα, μέτρο, αλλά και κωμική ελαφράδα έπλασε την Πραξαγόρα. Θεατρικά εκφραστικότατες και κωμικά χυμώδεις είναι οι ερμηνείες των Παντελή Δεντάκη (ιδιαιτέρως στη Β’ Γριά), Νίκου Καρδώνη, Μαίρης Σαουσοπούλου, Στράτου Χρήστου. Αξιοσημείωτη ερμηνευτικά είναι η Γεωργία Γεωργόνη. Θετική η προσπάθεια των Κώστα Κόκλα και Γιώργου Πυρπασόπουλου να ξεφύγουν από τις τηλεοπτικές ευκολίες τους.

  • «Ορνιθες» από το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης
«Ορνιθες»

Είναι ουτοπία το όνειρο για μια άλλη κοινωνία, μια κοινωνία της ειρήνης, της ελευθερίας, της αλήθειας, της δικαιοσύνης, της ισότητας, χωρίς θρησκειολογικές φαντασιώσεις, απατεώνες εξουσιαστές, δόλιους εκμεταλλευτές; Ουκ ολίγοι χαρακτηρίζουν ουτοπική την κωμωδία του Αριστοφάνη «Ορνιθες», παραβλέποντας ότι ο μέγας αυτός ποιητής μέσω αυτής της – έμμεσα πολιτικής – υπερεαλιστικής αλληγορίας του τονίζει την ανάγκη ανατροπής κάθε κοινωνίας σαπισμένης από τη διαφθορά, την απάτη και την εκμετάλλευση των αδυνάτων από «θεώθεν» και επίγειους εξουσιαστές. Στα περί ουτοπίας η πολύ ενδιαφέρουσα «ανάγνωση» των «Ορνίθων» από τον Γιάννη Κακλέα, με το ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, αντιτάσσει την άποψη ότι όσο κι αν φαντάζει μη απραγματοποίητη μια άλλη κοινωνία, αν ο άνθρωπος «σταματήσει να την επιθυμεί κινδυνεύει με αφανισμό», και ότι η πραγματοποίησή της «από εμάς εξαρτάται», άποψη με την οποία κλείνει συγκινητικά και με δόση αισιοδοξίας την παράσταση. Η υπογράφουσα θεωρεί, ότι μετά την ανυπέρβλητη αισθητικά παράσταση του Κουν, η παράσταση του Κακλέα είναι η πιο ενδιαφέρουσα, ουσιωδώς εκσυγχρονιστική ερμηνευτική αντιμετώπιση των «Ορνίθων», κυρίως ιδεολογικά. Η εκσυγχρονιστική απόδοση του Κακλέα περιέλαβε – εν είδει προλόγου, αριστοφανικής παράβασης και επιλόγου – αποσπάσματα κειμένων του Καρυωτάκη, του Δημητριάδη και της Γώγου, που σηματοδοτούν εύγλωττα τη σύγχρονη ηθική, πολιτικοοικονομική και κοινωνική παρακμή. Καταδεικνύοντας σαρκαστικά – μέσω των κοστουμιών και του σκηνικού (Βάλια Μαργαρίτη- Μανώλης Παντελιδάκης) και της καλά δουλεμένης και εκτελεσμένης εκφραστικής κινησιολογίας και χορογραφίας (Κυριάκος Κοσμίδης), τη μεταμοντέρνα αισθητική, τα εντυπωσιοθηρικά κόμικς, το διαδεδομένο παντού χολιγουντιανό κιτσαριό, το ακριβό ενδυματολογικό γούστο των χρηματιστηριακών χρυσοκανθάρων και τεχνοκρατών, των πολιτικών και λογής λογής άλλων παρασίτων της άρχουσας τάξης, η σκηνοθεσία αντιπαραθέτει την απλότητα του καθημερινού ανθρώπου, την αθωότητα των μικρών παιδιών ως μόνη ελπίδα για το αύριο. Αλλά και στα ξενόφερτα εκκωφαντικά μουσικά ήθη αντιπαραθέτει το κειμηλιακό κάλλος και τη γλυκύτητα της μουσικής του Χατζιδάκι για τους «Ορνιθες» του Κουν. Η παράσταση υπηρετείται από συνολικά πολύ καλούς ηθοποιούς και χορευτές. Ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος (Πεισθαίτερος) καταθέτει τη στέρεη, αλλά και λαϊκής γλυκύτητας κωμική του στόφα. Ευνοημένος και μεγεθυμένος (κειμενικά και τραγουδιστικά) από τη διασκευή, ο ρόλος του Ευελπίδη ερμηνεύθηκε με σκηνικό «νεύρο» και χιούμορ από τον Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλο. Εξαιρετικές οι ερμηνείες – και μάλιστα με μεταμορφώσεις τους σε αρκετούς ρόλους – των Γιώργου Χρυσοστόμου, Βαγγέλη Χατζηνικολάου, Αγορίτσας Οικονόμου, Προκόπη Αγαθοκλέους, Κώστα Μπερικόπουλου και Σωκράτη Πατσίκα.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 19 Σεπτέμβρη 2012

Μια ωραία ερασιτεχνική παράσταση

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 26/09/2010

Παρ’ ότι διακωμωδούνται οι πλατωνικές αντιλήψεις για μια καινούργια οργάνωση της πόλης, έχω την αίσθηση ότι ο Πλάτων θα έφευγε με ένα μειδίαμα ικανοποίησης από την παράσταση αυτού του έργου, όπου εξισορροπούνται σε σωστές δόσεις η χαρά και η λύπη, ανταποκρίνεται δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, στο ιδανικό του για την κωμωδία, όπως το εκθέτει στον «Φίληβο» και σε άλλους διαλόγους του

Γραμμένες και διδαγμένες το 392 π.Χ. οι «Εκκλησιάζουσες» μοιάζει να παρωδούν συστηματικά τις «κομμουνιστικές» ιδέες που κυκλοφορούσαν τότε στην Αθήνα, για κατάργηση της ιδιοκτησίας και κοινοκτημοσύνη, είκοσι χρόνια πριν τις συστηματοποιήσει ο Πλάτων στην «Πολιτεία» του. Ο δαιμόνιος Αριστοφάνης προλαβαίνει τον φιλόσοφο, βάζοντας τις γυναίκες της Αθήνας να εμφανίζονται στην Εκκλησία του Δήμου ντυμένες άντρες… και να ψηφίζουν να δοθεί σε αυτές η εξουσία ώστε να εφαρμόσουν το ριζοσπαστικό τους πρόγραμμα κοινωνικοποίησης όλων των αγαθών, στα οποία περιλαμβάνουν τον εαυτό τους και τους άντρες! Το έργο τελειώνει με ένα ομαδικό γενναίο τσιμπούσι, αφού έχουμε προηγουμένως παρακολουθήσει την κωμικοτραγική σκηνή… του τραβολογήματος σχεδόν μέχρι διαμελισμού για χρήση ερωτική ενός πανέμορφου νέου, από τρεις κακάσχημες γραίες, οι οποίες τον διεκδικούν βάσει του περί κοινοκτημοσύνης ψηφίσματος! Η κωμική ανατροπή των πάντων ολοκληρώνεται με την κατάργηση των τελευταίων παραδοσιακών ρόλων, του άνδρα -κυνηγού και της γυναίκας- θηράματος. Τα επάνω ήρθαν κάτω.

Άγνωστο παραμένει αν άρεσε το έργο αυτό στους Αθηναίους και αν τίμησαν τον ποιητή του με βραβείο. Πρόκειται για μια μάλλον πικρή και μελαγχολική κωμωδία που συνοδεύει το τέλος μιας ολόκληρης εποχής και το γκρέμισμα των ψευδαισθήσεών της. Έχει λεχθεί, σωστά, ότι με τις «Εκκλησιάζουσες» εγκαινιάζεται η μικτή μέση κωμωδία, πρόγονος του συγχρόνου θεάτρου, τα θέματα της οποίας αντλούνται κυρίως από την καθημερινή ζωή. Ο άμεσος πολιτικός σχολιασμός υποχωρεί, ο χορός παίζει δευτερεύοντα ρόλο, ενώ απουσιάζει εντελώς η «παράβαση», η αυτοπρόσωπη δηλαδή παρουσία του ποιητή που ως κορυφαίος πετάει τη μάσκα και τα λέει σε πρώτο πρόσωπο στο κοινό.

Παρ’ ότι διακωμωδούνται οι πλατωνικές αντιλήψεις για μια καινούργια οργάνωση της πόλης, έχω την αίσθηση ότι ο Πλάτων θα έφευγε με ένα μειδίαμα ικανοποίησης από την παράσταση αυτού του έργου, όπου εξισορροπούνται σε σωστές δόσεις η χαρά και η λύπη, ανταποκρίνεται δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο, στο ιδανικό του για την κωμωδία, όπως το εκθέτει στον «Φίληβο» και σε άλλους διαλόγους του.

Από τη θεατρική ομάδα του Δήμου Γαλατσίου δόθηκαν οι «Εκκλησιάζουσες» σε σκηνοθεσία του Δημήτρη Κωτσή, μετάφραση – διασκευή και στίχους Νατάσας Μαρκεσίνη. Το καλόγουστο σκηνικό είναι του Δημήτρη Κωτσή, τα κοστούμια του ίδιου και της Μαρίνας Σαραντουλάκη. Η πολύ καλή δουλειά της χορογράφου Βαγγελιώς Ιερωνυμάκη φαίνεται στην κίνηση των ηθοποιών και του χορού, ενώ η διδασκαλία των τραγουδιών είναι της Χριστίνας Καλογεροπούλου.

Ο σκηνοθέτης Δημήτρης Κωτσής δουλεύει για πολλά χρόνια με τη θεατρική του ομάδα που έχει πλέον αποκτήσει ύφος ενιαίο και «πατίνα». Επιπλέον η κωμωδία και ειδικότερα ο Αριστοφάνης «του πάει». Οι ρυθμοί είναι γρήγοροι και οι ρόλοι βγαίνουν «σε μια ανάσα».

Η Νατάσα Ζαρουλέα διαθέτει προσόντα «κομίκας» που αξιοποιούνται από τη σκηνοθεσία έτσι ώστε να δώσει μια μεστή και γεμάτη Πραξαγόρα… επαγγελματικών προδιαγραφών. Πέριξ του κεντρικού ρόλου κινείται ο υπόλοιπος θίασος, περισσότερο από ικανοποιητικά: Βασίλης Χίμπαν (Βλέπυρος), Λάμπης Καρκανόπουλος (Χρέμης). Βαγγέλης Παπαγεωργίου, Γιώργος Ιωανίδης, Αριστείδης Αγάθος, Κώστας Γκιώνης, Νατάσα Μαρκεσίνη. Η σκηνή με τις τρεις γραίες και το νέο δίνεται έξοχα και σπαρακτικά από τους Ν. Κριμιτζά (νέος), Νέλλη Βλαχοπούλου, Νάνση Διονά και Ματίνα Γεωργοπούλου.

Μια αριστοφανική παράσταση «ερασιτεχνική» που δεν είχε όμως τίποτα να ζηλέψει από πολλές επαγγελματικές.

Με αυτό το σημείωμα ολοκληρώνεται η περιπλάνησή μας στον κόσμο των καλοκαιρινών παραστάσεων.