«Η πέτρα της υπομονής», «Είσαι η μητέρα μου», Δύο μονόλογοι στο «Από μηχανής θέατρο»

  • Ενδιαφέρουσες σκηνικές δημιουργίες
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 3 Μάρτη 2010
  • «Η πέτρα της υπομονής» στο «Χώρα»
  • Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα η γυναίκα είναι ο πιο «αδύναμος κρίκος» σε κάθε ταξική κοινωνία, που – θεσμικά, ηθικά, πολιτισμικά, θρησκειολογικά – δομείται πάνω στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, στο «δίκιο» του ισχυρότερου και της ιδιοκτησίας. Η στερούμενη κάθε κοινωνικό και ανθρώπινο δικαίωμα, ακόμα και στην οικογένεια, θέση της γυναίκας στην πατρίδα του, ενέπνευσε στον Αφγανό, αυτεξόριστο στο Παρίσι, Ατίκ Ραχίμι το συνταρακτικό μυθιστόρημα «Η πέτρα της υπομονής». Αξιοποιώντας έναν περσικό μύθο για μια «μαγική πέτρα», που αν της εξομολογείσαι τα βάσανά σου σ’ ακούει μέχρι που σπάει, σηματοδοτώντας τη «λύτρωσή» σου για πάντα, ο συγγραφέας καταγγέλλει την απάνθρωπη μεταχείριση της Αφγανής γυναίκας, ακόμα και από γονείς και συζύγους. Αμέτρητες Αφγανές έχουν ανάλογη «μοίρα» με της ηρωίδας του μυθιστορήματος. Ανήλικη, οι γονείς της, με μια γαμήλια αγοραπωλησία, της όρισαν για σύζυγο έναν, επίσης φτωχό, άγνωστο άντρα, ο οποίος έλειπε στον πόλεμο και γύρισε τρία χρόνια. Ζώντας σαν «φυλακισμένη» μέσα στο σπίτι η γυναίκα όφειλε να υπηρετεί – έως θανάτου – το σύζυγο – «αφέντη». Εκείνος όριζε κάθε τι στη ζωή της. Κάποτε, βαριά άρρωστος, πέφτει σε κώμα. Εκείνη, μερόνυχτα στο προσκεφάλι του να τον φροντίζει, από αγωνία για τη ζωή του κι απελπισία για το τι θα επέφερε ο θάνατός του, παραληρεί αναλογιζόμενη τα βάσανα της ζωής της. Τις «πληγές» του γάμου, τις ψυχικές οδύνες και την αναγκαστική, εκούσια «αμαρτία» της. Μοίχευσε, προκειμένου να τεκνοποιήσει, αφού κι όταν ο σύζυγος αποδείχνεται στείρος, δικαιούται να αποδιώξει τη γυναίκα, όπως δικαιούται και να τη σκοτώσει αν μοιχεύσει. Το μυθιστόρημα (μετάφραση Ασπασίας Σιγάλα), συμπυκνωτικά θεατροποιημένο (ως μονόλογος της γυναίκας) και σκηνοθετημένο με περίσσια ευαισθησία, ρεαλιστική απλότητα και ποιητική ατμόσφαιρα από τον νέο σκηνοθέτη Γιώργο Νανούρη, υπηρετείται απόλυτα από την αισθαντικής αλήθειας και δραματικού μέτρου ερμηνεία της Νεκταρίας Γιαννουδάκη. Αρμόζουσα η βουβή ερμηνεία του Δρόσου Σκώτη.
  • «Πάκμαν» στο «Χώρα»
  • Αποτέλεσμα συλλογικής «γραφής», ενός σκηνοθέτη και τεσσάρων ηθοποιών, κατά τη διαδικασία των δοκιμών, είναι το έργο «Πάκμαν» που παρουσιάζεται στη μικρή σκηνή του «Χώρα». Ανάλογα εγχειρήματα, «μόδα» εσχάτως, συνήθως αποτυγχάνουν, καθώς προϋπόθεση είναι η απόλυτη σύμπλευση – απόψεων, ιδεών, θεματολογικών ενδιαφερόντων και αισθητικών γούστων – όλων των συντελεστών τους. Κάποια, ακριβώς για τους ίδιους λόγους, επιτυγχάνουν. Αυτό συνέβη με τους συνδημιουργούς του «Πάκμαν». Ασκημένος – θεματολογικά και αισθητικά – στο σύγχρονο κοινωνιολογικό και ανθρωπολογικό νατουραλισμό, ο σκηνοθέτης Γιώργος Παλουμπής, βάσει μιας αρχικής θεματολογικής ιδέας του, ζήτησε από τους τέσσερις ηθοποιούς – συνεργάτες του, να καταθέσουν την κειμενική, παραστασιακή και υποκριτική τους συμβολή, σκέψεις, αντιλήψεις, εικόνες, βιώματα, εμπειρίες – δικές τους, φίλων, του οικογενειακού, εργασιακού και κοινωνικού περιβάλλοντος – για τον τρόπο ζωής, τα ήθη, τα εργασιακά, οικονομικά, συναισθηματικά προβλήματα, τις δυσκολίες στις σχέσεις (ερωτικές, αδελφικές, φιλικές, εργασιακές), στην επικοινωνία και τη συμβίωση των νέων ανθρώπων, στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Τέσσερις νέοι, τέσσερις διαφορετικοί – καλογραμμένοι χαρακτήρες (τα πρόσωπα φέρουν τα ονόματα των ηθοποιών), στην Αθήνα του σήμερα. Μέσα σε διαμερίσματα – «κλουβιά» πολυκατοικίας στην πολύβουη και πολυάνθρωπη συνάφεια και ερημία της μεγαλούπολης. Ενα ζευγάρι, ανύπαντρο κάμποσα χρόνια. Η κοπέλα κοκέτα, καταχρεωμένη με καταναλωτικά δάνεια, δουλεύει σε τηλεοπτικό κανάλι, με τρελούς ρυθμούς. Ο φίλος της άνεργος, αραχτός, ψευταράκος, τεμπελχανάς, παρασιτεί με τον ωχαδερφισμό του. Και επιπλέον εξανίσταται όταν μαθαίνει ότι η φίλη του, δανείζεται συνεχώς από την αδελφή της, μια κοπέλα συνετή, συνεσταλμένη, σκληρά εργαζόμενη, μοναχική, χωρίς ερωτική σχέση. Το ζευγάρι, από λύπη για την ερωτική μοναξιά της αδελφής, σχεδιάζει εν αγνοία της, αλλά εν γνώσει ενός φίλου του άντρα, ευγενικού, επίσης πολύ ντροπαλού ερωτικά, το ερωτικό σμίξιμό τους. Το νέο ζευγάρι ευδοκιμεί και αποφασίζει να παντρευτεί. Κι όταν η κοπέλα ζητά τα δανεικά από την αδελφή της για το γάμο, τα δύο ζευγάρια θα βρεθούν αντιμέτωπα με την αλληλοαποκάλυψη της αλήθειας τους. Η σχέση του πρώτου ζευγαριού κλονίζεται, αλλά ίσως να τη «σώσει» η δύναμη της συνήθειας. Στη σχέση του δεύτερου ζευγαριού θα δώσει τέλος η κοπέλα, αρνούμενη, από υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια, μια σχέση που σχεδιάστηκε ερήμην της, από συμπόνια. Το επιτυχές κειμενικό αποτέλεσμα στηρίζεται και στην απολύτως εναρμονισμένη με αυτό, λεπτομερειακά νατουραλιστική σκηνοθεσία του Γ. Παλουμπή και με τις αξιέπαινες, «βιωματικής» αμεσότητας και αλήθειας, αναλογούσες σε κάθε χαρακτήρα, ερμηνείες και των τεσσάρων ηθοποιών. Τους αναφέρουμε βάσει του προγράμματος, με αλφαβητική σειρά: Θάνος Αλεξίου, Μάνος Κανναβός, Ειρήνη Μαργαρίτη, Εκάβη Ντούμα. Θετική η σκηνογραφική και ενδυματολογική συμβολή της Λουκίας Μινέτου και οι φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα.
  • Δύο μονόλογοι στο «Από μηχανής θέατρο»
  • Ο θίασος «συν – επί», συνεχίζοντας το παραστασιακό του πρόγραμμα με μονολόγους ανέβασε σε ενιαία παράσταση τα μονόπρακτα του Γιομπ Αντμιραλ «Είσαι η μητέρα μου» και του Γιώργου Χρονά «Η γυναίκα της Πάτρας». Το μονόπρακτο του ηθοποιού, σκηνοθέτη και συγγραφέα Γιομπ Αντμιράλ «Είσαι η μητέρα μου» αποτελεί μια αυτοβιογραφική, αυτοενδοσκοπική, απολογιστική και μνημόσυνη αναδρομή στη ζωή και στη σχέση του με τη μητέρα του, μετά το θάνατό της, σε γηροκομείο. Με πικρόγευστο χιούμορ ο συγγραφέας έγραψε το μονόλογο για να τον παίξει ο ίδιος, αναπαριστώντας και τον εαυτό και τη μητέρα του, κατά τις επισκέψεις του στο γηροκομείο, αναπαριστώντας ακόμα και το θάνατό της. Το κείμενο (μετάφραση Μάγια Wessely), σκηνοθετημένο λιτά από την Ασπασία Κράλλη, με λιτό σκηνικό και κοστούμια Κυριακής Τσίτσα, υπηρετείται από την έμφυτη κωμικότητα, το λεπτά ειρωνικό χιούμορ, αλλά και το μέτρο του Χρήστου Βαλαβανίδη.
  • Το πολύ ενδιαφέρον, απόλυτα βασισμένο σε πραγματικό πρόσωπο, πεζογράφημα του Γιώργου Χρονά «Η γυναίκα της Πάτρας», θεατροποιημένο με εξαιρετική πυκνότητα και σκηνοθετημένο ευφάνταστα από την Λένα Κιτσοπούλου, με σκηνικό και ταιριαστό στο πρόσωπο του έργου κοστούμι της Τατιάνας Σουχορούκωφ, ευτυχεί – κυριολεκτικά – με την εκπληκτική ερμηνεία της Ελένης Κοκκίδου. Μια ερμηνεία εκρηκτικής πληθωρικότητας, αμεσότητας και ψυχογραφικής αλήθειας, πηγαίας λαϊκότητας, συνταρακτικής δραματικότητας, που μισοκρύβεται με κωμικές εξάρσεις. Μια αξέχαστη, για την υπογράφουσα, ερμηνεία της ταλαντούχου ηθοποιού. Ερμηνεία, αφειδώλευτης ψυχοσωματικής κατάθεσης, στο λόγο, στην κίνηση, στην έκφραση και το τραγούδι, που προκαλεί ευφρόσυνο γέλιο και παράλληλα θλίψη και δάκρυα στα μάτια, για κάθε «άμοιρο», από τα γεννοφάσκια του, πλάσμα, που έζησε στο πετσί του τη φτώχεια, την ορφάνια, τον πρόωρο ξεριζωμό από τη γενέτειρα και την οικογένεια, τη βία και μύριες όσες μορφές εκμετάλλευσης και ταπείνωσής της, όπως η δύστυχη Πανωραία, μια γυναίκα από την Πάτρα, που ενώ την πήρε σβάρνα η χαμοζωή και το χειρότερο η πορνεία προς βιοπορισμό, εκείνη κατάφερε να αντέξει τα βάσανα κα τη φρίκη του βίου της και να επιζήσει, χάρη στο αίσθημα της αυτοσυντήρησης, στη λειψή επίγνωση της κατάστασής της, στα παιδιά που γέννησε, αλλά προπάντων χάρη σε μια έμφυτη χαρά της ζωής.
  • Σημείωση: Στη στήλη της κριτικής θεάτρου, στις 17/2/2010, λόγω πίεσης χρόνου, στην κριτική για την παράσταση του έργου «Φύλλα από γυαλί» στο «Απλό Θέατρο», έγινε μια πρωτοφανής για τη στήλη παράλειψη. Δεν αναφέρθηκαν οι αξιόλογες ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών της διανομής. Της Θέμιδας Μπαζάκα (ήταν η σημαντικότερη) και των νεότερων συναδέλφων της Θανάση Δόβρη, Γιωργή Τσαμπουράκη και Μαρίας Παρούση.

Θέατρο που διασώζει το φευγαλέο άγγιγμα του ανθρώπου

  • * «Είσαι η μητέρα μου» του Γιόοπ Αντμιρααλ και «Η γυναίκα της Πάτρας» του Γιώργου Χρονά, στο «Από Μηχανής» Θέατρο
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2010

Το «Από Μηχανής» παρουσιάζει σε ένα πολύ ενδιαφέρον κολάζ τη συνύπαρξη δύο μονολόγων. Κεντρικό θέμα και των δύο είναι η μορφή, και κυρίως η «μνήμη» μιας γυναίκας, όπου φυσικά με τον όρο εννοούμε κάτι περισσότερο από τις αναμνήσεις.

Η Ελένη Κοκκίδου, πόρνη Πανωραία στη «Γυναίκα της Πάτρας», μια ερμηνεία-κατάθεση

Η Ελένη Κοκκίδου, πόρνη Πανωραία στη «Γυναίκα της Πάτρας», μια ερμηνεία-κατάθεση

Εννοούμε την εγχάραξη του ανθρώπου και το ίχνος του, που λειτουργεί -μετά την έξοδό του από τη ζωή- σαν φωτεινός παλμός. Παρά τις διαφορές τους, οι δύο θεατρικές απόπειρες αυτό προσπαθούν να κάνουν: να προλάβουν, προτού χαθεί ολότελα, να διασώσουν το φευγαλέο άγγιγμα του ανθρώπου και τον παλμό του, την ηχώ της φωνής του, την απόρρητη παρουσία του μέσα μας.

Ο κάθε μονόλογος με τον τρόπο του: Ο πρώτος -με τη σειρά παρουσίασης στο «Από Μηχανής»-, το «Είσαι η μητέρα μου» του Γιόοπ Αντμιρααλ, επιλέγει την αφηγηματική διαμεσολάβηση και το εφεύρημα της θεατρικότητας. Ο μονόλογος του Αντμιρααλ αποτελεί πριν από όλα ζήτημα θεάτρου. Είναι κείμενο γραμμένο από θεατράνθρωπο, που στηρίζεται και προκρίνει το θαύμα της μεταμόρφωσης: την επί σκηνής μεταμόρφωση του ηθοποιού σε δύο ρόλους, μέχρι τη μεταμόρφωση της ίδιας της ζωής σε θέατρο.

  • Η τρομερή παρουσία της μάνας

Ο Αντμιρααλ αποτυπώνει τη μορφή της μητέρας του κατά τις τελευταίες στιγμές της σε κάποιο άσυλο για πάσχοντες από γεροντική άνοια. Η μητέρα του φαίνεται πως υπήρξε στη ζωή του Ολλανδού ηθοποιού και συγγραφέα καθοριστική όσο και τρομερή παρουσία. Και συνεχίζει ακόμα και τώρα, κάθε Κυριακή στο νοσοκομείο που την επισκέπτεται, να ασκεί πάνω του την παλιά επίδραση, τον έλεγχο και την κριτική, που τον εκνευρίζουν όσο τον συγκινούν.

Αυτό είναι το παράξενο με το κείμενο του Αντμιρααλ: παρά τη θολούρα και την ανημπόρια της, η μητέρα του εμφανίζεται μπροστά μας σε όλη της τη μητριαρχική δύναμη και δόξα. Κι αυτό γιατί ο συγγραφέας εγκαλεί τη σχέση του μαζί της σαν σχέση με τον εαυτό του και σαν μέρος της προσωπογραφίας του. Μια τυραννική σχέση, που θα μπορούσε να είναι σχέση καταπίεσης, αποκτά απρόσμενη τρυφερότητα και συμπάθεια. Θα συμφωνούσε άλλωστε σε αυτό και ο Αλμοδόβαρ: η τυπική κυριακάτικη επίσκεψη του συγγραφέα στη μάνα του αποτελεί αφορμή αυτοανάλυσης. Είναι πριν από όλα ένα μάθημα αγάπης που χρωστά ο ίδιος στον εαυτό του.

Ο Χρήστος Βαλαβανίδης είναι ο ιδανικός παίκτης του ειρωνικού διαλόγου ανάμεσα σε ρόλους και πρόσωπα, ανάμεσα στο ένα εγώ και το άλλο. Στη μετρημένη και ουσιαστική σκηνοθετική πρόταση της Ασπασίας Κράλλη, το γυμνό πρόσωπο του ηθοποιού ενδύεται τη φωνή, τους τρόπους, την παρουσία τού αφηγητή και της μητέρας του. Ετσι γίνεται ο φορέας της σχάσης ενός εαυτού σε δύο και της τήξης δύο προσώπων σε ένα. Η επιτυχία του Βαλαβανίδη, όμως, δεν οφείλεται μόνο στον «αβανταδόρικο» διπλό ρόλο του: Βρίσκεται κυρίως στον τρόπο με τον οποίο αφήνει έξω από την ερμηνεία του τον όποιο σχολιασμό και κριτική. Η παρουσία του αποκτά έτσι τη σημασία ενός νεύματος συγκατάβασης προς τη ζωή, το νόημα της συμφιλίωσης με τη μοιραία φθορά μας.

  • Θηλυκός Ζορμπάς

Ακολουθεί ένα πολύ διαφορετικό γυναικείο πρόσωπο, που βρίσκεται πάνω στη σκηνή εξαιτίας του βιβλίου του Γιώργου Χρονά «Η γυναίκα της Πάτρας». Πρόκειται για την καταγραφή της απροσδόκητης συνάντησης ενός διανοούμενου με την περίπτωση της κινούμενης και ομιλούσας ποίησης, με το θάμβος της ζωικής ενέργειας και το καθαρό ναι. Ο Χρονάς, ίσως, βρήκε στην πόρνη της Πάτρας με το όνομα Πανωραία έναν δικό του θηλυκό Ζορμπά. Διάλεξε όμως να μνημειώσει τις συνομιλίες μαζί της χωρίς λογοτεχνική παρέμβαση, αφήνοντας να κυλήσει ο πληθωρικός και αναρχικός λόγος, που στενεύεται από τα γράμματα και τα σημεία στίξης και παραξενεύεται από το συντακτικό της φράσης.

Τέτοιες παρουσίες έχουν το καλό ότι θυμίζουν πόσο πλούσια μπορούν να είναι τα ελληνικά, όταν μιλιούνται ελεύθερα. Επειτα θυμίζουν σε όλους πως ο ηθικός σχολιασμός μιας ζωής δεν εμπεριέχεται στον ανορθόγραφο βίο του ανθρώπου. Και θυμίζουν, τέλος, την κατάρα του διανοούμενου, που τον καταδικάζει να μετατρέπει το λαϊκό σε «έντεχνο», σε «παραδοσιακό», σε «γραφικό».

Γιατί ανάμεσα στ’ άλλα αυτό που κατά βάθος λέει το βιβλίο του Χρονά είναι ότι την αληθινή Πανωραία δεν πρόκειται να τη ζήσουμε ποτέ. Ο Χρονάς είχε την ευαισθησία να κατανοήσει τον ασυμβίβαστο και ασύμβατο κόσμο της, τον τρομακτικό και απροσμέτρητο βυθό της. Εμείς τώρα, δεύτεροι θεατές και πελάτες της, καλούμαστε να χειροκροτήσουμε το λησμονημένο κύτταρο της ράτσας της πίσω από το πατερναλιστικό μας χαμόγελο. Στην περίπτωση της «Γυναίκας από την Πάτρα» το θέατρο μπορεί να γίνει από πεδίο έκρηξης, χώρος απενεργοποίησης μιας τέτοιας βόμβας.

  • Αλησμόνητη Κοκκίδου

Αυτό πιστεύω κατάλαβε η σκηνοθέτιδα Λένα Κιτσοπούλου και έβαλε την Πανωραία να κινείται ανατρεπτικά στα παρασκήνια του θεάτρου, όμοια όπως η ίδια έζησε στα πέριξ της πολιτείας. Τη διάλεξε να δρα καταλυτικά και απρόσμενα, να ακούει την παρόρμηση και το ένστικτο του θεάτρου. Αυτό ονομάζεται με δυο λόγια «βαριετέ». Να γιατί η παράσταση θυμίζει στα καλύτερα σημεία της -όταν η νόσος του σκηνοθετικού διανοουμενισμού δεν διακόπτει την αυθορμησία- τη λαϊκή έκρηξη που ένωνε κάποτε το σανίδι του θεάτρου με το πάλκο.

Ετσι μπουκάρει στη σκηνή η Ελένη Κοκκίδου για να δώσει μια αλησμόνητη ερμηνεία εκτός των συνόρων του αστικού θεάτρου. Είχα την τύχη να δω την πρεμιέρα της παράστασης ανάμεσα σε επαγγελματίες του θεάτρου. Συμμερίστηκα το κέφι ενός κόσμου που βλέπει στη σκηνή ένα μέρος από το δικό του παιχνίδι. Ετσι νομίζω πρέπει να σταθούμε όλοι απέναντι στην Κοκκίδου και την Πανωραία της. Σαν πλάσμα μυθικό της πόλης, που φορά τη στολή της λαϊκής ντίβας και βγαίνει νύχτα στο πάλκο. Η Κοκκίδου δεν παίζει, είναι το φωτεινό και σκοτεινό πρόσωπο μιας βασανισμένης και μακάριας ύπαρξης, που βρίσκεται πέραν του καλού και του κακού κι έχει για δύναμή της την επιθυμία της να ζήσει. Είναι δύσκολο να γίνουν όλα αυτά κατανοητά χωρίς να έχει κανείς μπροστά του την ίδια την Πανωραία, να γελά στα πιο τρομερά σημεία του μονολόγου, να τσαντίζεται στα ίσια με την ψευτιά και την μπαμπεσιά, να τραγουδά α καπέλα ρουμελιώτικα για όσο γουστάρει. Κατάθεση που δεν πρέπει να χαθεί. *