* «Η Παγίδα» του Ρομπέρ Τομά ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης

  • Η Ρούμελη έπεσε στην παγίδα του «νουάρ»
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Την «Παγίδα» του Ρομπέρ Τομά έβαλε στο ρεπερτόριό της η Πειραματική Σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ Ρούμελης, σε μια ούτως ή άλλως άχαρη από πλευράς επιλογών χρονιά. Φρόντισε, ωστόσο, να προσδώσει στην παράσταση τα ερείσματα μιας πρωτότυπης σκηνικής πρότασης, πάντα καλοδεχούμενα για εμάς και πάντα ριψοκίνδυνα για την επαρχία. Το πράγμα φαίνεται πως κερδίζει την ευρύτερη αποδοχή της πόλης: το έργο, άλλωστε, του Τομά είναι πάντα σε θέση να καλύπτει τις όποιες επιμέρους αδυναμίες ή αντιρρήσεις με τις ανατριχίλες του.
  • Η υπόθεση: σε κάποιο κοσμικό χειμερινό θέρετρο ένας άντρας δηλώνει στον επιθεωρητή της περιοχής την εξαφάνιση της συζύγου του. Ωστόσο, λίγο μετά εμφανίζεται μια κυρία, που συστήνεται σαν η σύζυγός του. Ο επιθεωρητής βρίσκεται μπροστά σε δίλημμα: ποιον θα πιστέψει; Τον άνδρα, που ορκίζεται πως βλέπει για πρώτη φορά αυτή τη γυναίκα και αποδίδει στην απρόβλεπτη εμφάνισή της δόλιους σκοπούς, ή μήπως τη γυναίκα, που επιβεβαιώνει με ετοιμότητα κάθε στοιχείο της ταυτότητάς της;
  • Η υπόθεση περιπλέκεται ολοένα και είναι αλήθεια πως έτσι και μπει κανείς στην παγίδα του Τομά δύσκολα βγαίνει. Ειδικά αν είναι πρόθυμος να παραβλέψει μερικές απιθανότητες και ορισμένες βολικές για την εξέλιξη της υπόθεσης παραδοχές. Η σοβαρότερη από αυτές αφορά το αν είναι δυνατό να διατηρείται σε μάκρος ένα τόσο ακραίο παιχνίδι μεταξύ γάτας και ποντικιού. Τέλος πάντων, για όσους θέλουν να περάσουν μια ξένοιαστη βραδιά, χωρίς άλλες αναζητήσεις πέραν του ποιος είναι ο δολοφόνος, η «Παγίδα» προσφέρεται.
  • Οι νέοι σκηνοθέτες, όμως, που εμπλέκονται στην παράσταση -Παναγιώτης Αδάμ και Μαρία Γίτσα- θέλουν -και δικαίως- να έχουν μεγαλύτερο μερίδιο εμπλοκής από αυτό. Θέλησαν να δώσουν στην παράσταση ένα ξεχωριστό στιλ, καταλήγοντας στο κινηματογραφικό είδος του φιλμ νουάρ. Με ένα σκηνικό που παραπέμπει στο «Sin City» και με τις αποχρώσεις του μαυρόασπρου να στιγματίζονται από κόκκινες πινελιές, η ατμόσφαιρα φιλοδοξεί να μεταφέρει τη χαρακτηριστική για το φιλμ νουάρ σταλαγματιά του μοιραίου πάνω στις σκληρές ανατροπές του ανθρώπινου σεναρίου.
  • Εχω, εντούτοις, την εντύπωση ότι το φιλμ νουάρ αντιπροσωπεύει πολλά περισσότερα από μια στιλιζαρισμένη σκηνογραφία. Θέλει την ιδιαίτερη εκείνη οπτική και τις «ειδικές» ερμηνείες που ταιριάζουν στον φορμαλιστικό, μυθικό του κόσμο. Το ζήτημα όμως βρίσκεται αλλού: όπως σε κάθε παράσταση, το στοίχημα αφορά και εδώ κάτι πέρα από τις εξωτερικές ιδέες και τις βιαστικές εντυπώσεις που δημιουργούν. Αυτό που κυρίως μετρά είναι η συγκρότηση και άρτια διδασκαλία του συνόλου των ηθοποιών γύρω από την ιδέα. Και σε αυτό το σημείο η παράσταση υστερεί.
  • Ο κεντρικός ήρωας από τον νέο ηθοποιό Μάριο Ντερντέ αποδεικνύεται απλώς επαρκής. Πιο πειστική είναι απέναντί του η μοιραία Γυναίκα της Ελενας Μόμτσου. Ο Παπάς του Κωνσταντίνου Κακούρη έχει αινιγματική, αλλά όχι πλήρως αναπτυγμένη υπόσταση. Ο Επιθεωρητής του πιο έμπειρου Θανάση Μιχαηλίδη είναι μια στιβαρή παρουσία, έχει πρόβλημα όμως στις υψηλές εντάσεις. Η Νοσοκόμα της Σιμόνης Κολέντζου περνάει μάλλον αδιάφορη. Η πιο ευχάριστη στιγμή της παράστασης αφορά τον Κλοσάρ του Θανάση Πετρόπουλου.
  • Δεν είναι κακή παράσταση. Απλά δεν τηρεί τις υποσχέσεις της για κάτι καλύτερο, περισσότερο αναπτυγμένο και, ίσως, περισσότερο τολμηρό
  • ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 16/03/2009