**«Ο πρώτος έρωτας» του Σάμουελ Μπέκετ από το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης στο θέατρο «Αργώ»

  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 9 Μαΐου 2009

  • Η κόλαση είναι οι άλλοι

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ

Ο Δημήτρης Καταλειφός απολαμβάνει κάθε φράση της συναρπαστικής μπεκετικής πρόζας

Ο Δημήτρης Καταλειφός απολαμβάνει κάθε φράση της συναρπαστικής μπεκετικής πρόζας

Ενας μεσόκοπος άνδρας με τριμμένη καμπαρντίνα, βρώμικο καπέλο και μια σακούλα απορριμμάτων στον ώμο διασχίζει τον διάδρομο της πλατείας με μικρά γέρικα βήματα, σκύβοντας ολοένα. Στα ακόλουθα 90′ έχει μαζέψει αμέτρητα πλαστικά ποτήρια, τα έχει αδειάσει και ξαναμαζέψει, μονολογώντας με φούρια, χωρίς τελείες, γεμάτος αντιφατικές παρορμήσεις, με σπάνιες ανάσες -όταν μιλά για εκείνη- και σπανιότερες παύσεις. «Δεν έχω τίποτε εναντίον των νεκροταφείων, προτιμώ τη γλυκερή μυρωδιά των πτωμάτων από τη μυρωδιά των ζωντανών, που όσο και να πλένονται βρωμούν»…

Βρισκόμαστε στον κόσμο του Μπέκετ, με ορατά στα 1945 τα σημάδια του προφήτη της συναισθηματικής στειρότητας και της απάνθρωπης ερημιάς έξω από τόπο και χρόνο, οιωνοί του μεγαλοφυούς «Γκοντό» έξι χρόνια αργότερα και της πορείας του συγγραφέα από τους μονολόγους χωρίς νόημα μέχρι την πλήρη σιωπή.

Μέσω ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης (διεύθυνση Γιάννης Καραχισαρίδης), ήρθε στην Αθήνα με τη μορφή θεατρικού μονολόγου (μετάφραση Αχιλλέας Αλεξάνδρου, σκηνοθεσία Πάνος Παπαδόπουλος) ένα από τα αφανή -μέχρι τη δουβλινέζικη αναβίωσή του πέρυσι- πεζά του Μπέκετ, «Ο πρώτος έρωτας», μέρος της «αποτυχημένης», κατά τον συγγραφέα, συλλογής «Κείμενα για το τίποτε», υπότιτλος «Και άλλες σαχλαμάρες».

Με τον θάνατο του πατέρα του ο νέος άνδρας (Δημήτρης Καταλειφός) εκδιώκεται από το σπίτι του και βρίσκει καταφύγιο σε ένα παγκάκι, που κάποια στιγμή μοιράζεται και μια γυναίκα. Η παρείσφρηση στη βολή της μοναξιάς του τον εκνευρίζει και ευθύς την ερωτεύεται. «Μ’ ενοχλείς», της λέει, σκαλίζοντας το όνομά της όχι σε κάποιο δέντρο αλλά σε μια ξερή σβουνιά δαμάλας, «δεν μπορώ να τεντωθώ με σένα δίπλα». «Απλωσε τα πόδια σου στα γόνατά μου», λέει εκείνη. «Αισθανόμουν κάτω από τις φτωχές μου γάμπες τα πλούσια μπούτια της. Μου χάιδεψε τους αστραγάλους. Σκέφτηκα να την κλοτσήσω στο μουνί»…

Καθώς ο μονόλογος εξελίσσεται, ο άνδρας πασχίζει να βγάλει νόημα από τα αισθήματα και το σώμα του, που όπως φαίνεται βρίσκονται στα μαχαίρια. Οι στύσεις εξαπατούν. Τα γυναικεία σώματα προκαλούν φρίκη. Ο έρωτας είναι μια εξορία από τη θαλπωρή του οικείου εαυτού. «Της είπα να έρχεται πιο αραιά ή καθόλου». Πατεράδες, ερωμένες, μωρά – η σύνδεση είναι ταυτόχρονα ανεξέλεγκτη παρόρμηση και εφιάλτης. Η κόλαση είναι οι άλλοι.

Το κείμενο στοιχειωμένο από θάνατο, μνήμες και κάτι σαν θύμηση του έρωτα, διακατέχεται από μπόλικο κέλτικο angst, είναι δηλαδή μια κωμική παρωδία. Μπέκετ: «Δεν υπάρχει τίποτε κωμικότερο από τη δυστυχία».

Ο Δημήτρης Καταλειφός ενδύεται την απέχθεια που σφύζει από ιλαρότητα, ανάλαφρα, φυσικά, χωρίς γραφικότητες, χωρίς ίχνος ζόφου. Ενα κακιωμένο γερασμένο παιδί με ξυρισμένο κεφάλι, σκέψεις ακατάστατες και μπουκωμένες όπως το σκηνικό, φωνή ειρωνική, με μια ιδιάζουσα αμετακίνητη τονικότητα, που κουράζεται και κουράζει ύστερα από μιάμιση ώρα, όμως δεν αφήνει την προσοχή μας να χαλαρώσει από τον εκκεντρικό μισάνθρωπο, που φτύνει το συναίσθημα σαν να ήταν τοξικός μύκητας.

Ο Καταλειφός απολαμβάνει κάθε φράση αυτής της συναρπαστικής μπεκετικής πρόζας με τα ειδεχθή καλαμπούρια. Αν και γκροτέσκος, όπως και η αδυναμία του συγγραφέα σε σκατολογικές αναφορές, «Ο πρώτος έρωτας» επιβεβαιώνει τελικά την απείθαρχη φύση των ανθρώπινων δεσμών, μολονότι δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως ο Μπέκετ το διασκεδάζει.

Η εξοργιστική εγκυμοσύνη της Αννας ή Λούλου («αυτή με αποτέλειωσε») κλείνει βλοσυρά τον κύκλο των μόνων σίγουρων πραγμάτων, που είναι η γέννηση και ο θάνατος. «Αγαπάς ή δεν αγαπάς» – χαμένος είσαι έτσι κι αλλιώς, μοιάζει να υποδηλώνει η πένθιμη γκριμάτσα του Ανδρα-Καταλειφού. *