Μια παράσταση από το μέλλον!

«ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΩΡΑΙΕΣ ΕΙΚΟΝΕΣ» ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΕΧΝΗΣ / ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΑΤΟΥΠΗ
  • Του Λέανδρου Πολενάκη
  • Η ΑΥΓΗ: 31/10/2010

Η πιο «Ευρωπαία» Αμερικανίδα συγγραφέας, Γερτρούδη Στάιν (1874 – 1946), που έζησε και έγραψε στο λαμπερό Παρίσι της δεκαετίας του ’30, στενή φίλη του Πικάσο, του Σκοτ Φιτζέραλντ, του Χεμινγουέι, του Τσάρλι Τσάπλιν, βρίσκεται στην καρδιά του ονομαζόμενου «μοντέρνου» θεατρικού κινήματος. Δεν είναι τυχαίο ότι το πρωτοποριακό «Λίβινγκ Θίατερ» του Τζούλιαν Μπεκ και της Τζούντιθ Μαλίνα ξεκίνησε τις παραστάσεις του το 1951 στο Τσέρι Λέιν με ένα έργο της γραμμένο το 1938, που είχε τον τίτλο «Ο Δόκτωρ Φάουστ ανάβει τα φώτα».

Ο Στάιν επιχειρεί και κατορθώνει στα έργα της να μειώσει το αφηγηματικό στοιχείο, περιορίζοντας τη δράση στο ελάχιστο. Δίνει έτσι έργα – ερεθίσματα, επαφιέμενη στη δημιουργική φαντασία του σκηνοθέτη, του σκηνογράφου, του φωτιστή και των ηθοποιών κυρίως, για να υλοποιήσουν ελεύθερα το ποιητικό της όραμα όπως διαγράφεται μέσα από τις λέξεις, τους ρυθμούς και τους στοιχειώδεις διαλόγους.

Τα έργα της είναι μουσικά κομμάτια κατά βάση, για βιρτουόζους, με ρομαντικά στοιχεία, κάτι σαν σονάτες εμπνευσμένες, η δομή των οποίων αποτελείται από μοτίβα που επαναλαμβάνονται με ελαφρές παραλλαγές, με ρόλους που ζωγραφίζονται με την τεχνική του ιμπρεσιονισμού, πάντοτε κάτω από μια ζωντανή αλλά φθίνουσα πηγή φωτός, τον ήλιο του απογεύματος ή κεριά που τρεμοσβήνουν.

Ένας… παραπλανημένος Καβάφης, «αυτό το ακαριαίον» που λέει ο Αλεξανδρινός, μια μουσική χαμηλότονη, χωρίς κρεσέντα, παιγμένη σε δωμάτιο δίχως γωνίες, αχνά φωτισμένο από μια επιτραπέζια λάμπα, που σβήνει τα περιγράμματα. Μια έμπρακτη ποίηση δηλαδή, γεμάτη από υψηλόφρονη και συγκαταβατική κατανόηση της ανθρώπινης ψυχής. Ένα γενναιόδωρο πλάγιο χαμόγελο συνενοχής, καθώς ο θεατής καλείται να συμμετάσχει ελεύθερα, με δική του βούληση, σε ένα μαγικό παιχνίδι αντικατοπτρισμών που έχει για σκοπό του την ανακάλυψη της αλήθειας των καθημερινών πραγμάτων στην ολότητά τους, όχι αποσπασματικά. Με τρόπο ώστε ό,τι βλέπουμε και ό,τι νοούμε να το ανάγουμε στις ακραίες αιτίες της ύπαρξής του. Για τη Γερτρούδη Στάιν ο αληθινός ρεαλισμός δεν βρίσκεται στις αναφορές των λέξεων, αλλά πέραν αυτών, στον χώρο του άρρητου, όπου φως και σκιά, ήχος και σιωπή βλέπουν, σαν μέσα σε καθρέφτη από νερό, το φευγαλέο, τρεμάμενο είδωλό τους.

Τα έργα της, όπως το «Δεν έχει ωραίες εικόνες», που δίνεται για λίγες μόνο, δυστυχώς, παραστάσεις στο «Θέατρο Τέχνης» με τη Δήμητρα Χατούπη, αλλά θα επαναληφθεί μάλλον, όπως μαθαίνω, σε άλλο χώρο, παρά την αναρχική τους μορφή, διαθέτουν μια εσωτερική συνοχή και συνέπεια που πρέπει να την αναζητήσουμε πέρα από το πεδίο των πρακτικών εφαρμογών, σε έναν χώρο ουτοπίας όπου το αισθητικό και το πολιτικό στοιχείο δεν είναι πλέον ασύμβατα μεγέθη και αντίθετα φορτισμένοι πόλοι.

Ποίηση και θέατρο γίνονται ένα σώμα εδώ, συγκατοικούν και συνυπάρχουν, υλοποιώντας τη λαχτάρα του ανθρώπου να αποκτήσει φτερά και να πετάξει!

Η Στάιν ανήκει στην κατηγορία των ολικών εκείνων πλασμάτων, όπως οι Ρωσίδες Τσβιετάγιεβα και Αχμάτοβα ή ο Γάλλος Ρεμπώ, που ο βίος και η ποίησή τους δεν διακρίνονται, αποτελώντας μια ενιαία και αδιάσπαστη ενότητα.

Ενέπνευσε τουλάχιστον ένα θεατρικό έργο, του Σουηδού Γιάλμαρ Σέντεμπεργκ, πάνω στο οποίο βασίστηκε η κινηματογραφική ταινία του σπουδαίου εξπρεσιονιστή Καρλ Ντράγιερ με τον τίτλο «Γερτρούδη», που υψώνει την απελευθερωμένη από κοινωνικές συμβάσεις ηρωίδα του σε τραγικό βάθρο. Τα έργα της Στάιν παίζονται ωστόσο σπάνια στην Ελλάδα παραμένοντας άγνωστα. Καιρός να τα ανακαλύψουμε.

Το «Δεν έχει ωραίες εικόνες» (ο αυθεντικός τίτλος «Not sightly» μεταφράζεται επί λέξει «όχι εύμορφο»), μια ερωτική αλληγορία και συγχρόνως μια ελεγεία των «μικρών» πραγμάτων της ζωής, μεγάλων στην πραγματικότητα όμως, δίνεται, όπως έγραψα πιο πάνω, στο «Θέατρο Τέχνης» με τη Δήμητρα Χατούπη, σκηνοθετημένη από τη Μαριάννα Κάλμπαρη. Πρόκειται, θα το πω άμεσα, για μια παράσταση – κόσμημα, όπου σκηνοθεσία, υποκριτικές, όψη, σκηνικά, κοστούμια, φωτισμοί, χορογραφία και μουσικές, η σπουδαία μετάφραση του Αντώνη Γαλαίου, πλέκουν με το νήμα του έργου μια χειροποίητη, σαν από μετάξι, δαντέλα.

Πιο αναλυτικά, η σκηνοθεσία της Κάλμπαρη σε τόνους ελάσσονες, σε λα ύφεση, ανεβάζει με χειροκίνητο μάγγανο από βαθύ πηγάδι σκοτεινό νερό που λάμπει. Η Δήμητρα Χατούπη στην πλήρη ωριμότητά της, τέλεια κάτοχος των εκφραστικών μέσων της, σε έναν ρόλο – ποίημα που της πηγαίνει «γάντι», εκπέμπει, κυριολεκτικά, ένα θαυμαστό φως. Με παρτερνέρ της την ανάερη χορεύτρια – ηθοποιό Μαρίζα Τσίγκα, που αναδύεται ως το αιώνιο «άλλο», το είδωλό της μέσα σε καθρέφτη, χτίζουν ένα ιδανικό δίδυμο «αερικό». Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Κωνσταντίνου Ζαμάνη απογειώνουν, η χορογραφία της Μαρίζας Τσίγκα συγκινεί και οι φωτισμοί του Γιώργου Τέλλου χαρίζουν στο πράγμα μια υλική διάσταση στέρεου ονείρου.

Η θεατρική σεζόν ξεκίνησε με ένα σημαντικό γεγονός. Μία παράσταση που έρχεται από το μέλλον!