Χαμογελαστή, γλυκόξινη συνταγή

  • Μια σύγχρονη, νεανική, ενδιαφέρουσα παράσταση «μακριά από τον εύκολο ρεαλισμό»

Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 7 Nοεμβρίου 2010

  • ΡΟΛΑΝΤ ΣΙΜΕΛΠΦΕΝΙΧ: Ο χρυσός δράκος, σκην.: Κατερίνα Ευαγγελάτου, Εθνικό Θέατρο
  • ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Δακρυγόνα, σκην.: Ακης Τρουπάκης, Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας

Το νούμερο 70 (κοτόπουλο με γλυκόξινη σάλτσα), το νούμερο 28 (σούπα από πτερύγιο καρχαρία) κι έναν ζωμό με κρέας καβουριού και τόφου (Νο 23). Ολες τους γευστικές απωανατολίτικες συνταγές. Και στον πάτο του μπολ της σούπας που σερβίρεται στο ταϊλανδο-κινεζικο-βιετναμέζικο ταχυφαγείο «Ο Χρυσός Δράκος» βρίσκεται το ζουμί του θεατρικού έργου: ένα ματωμένο, μισοσάπιο ανθρώπινο δόντι. «Θεέ μου, τι αηδία!» φωνάζει η ξανθιά αεροσυνοδός και φεύγει αηδιασμένη από το ταχυφαγείο. Ενα ανάλογο επιφώνημα εκστομίζει κι ο Κινέζος, όταν λίγο πριν στο μαγερειό οι συνάδελφοί του, του βγάζουνε με τανάλια το πονεμένο δόντι. Για οδοντίατρο βέβαια ούτε κουβέντα. Εχει μπει στη -δυτικοευρωπαϊκή- χώρα παράνομα και ζει σε διαρκή φόβο. Με την αδελφή του, που εξαναγκάζεται σε πορνεία, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα.

Γύρω στα σαράντα ο Ρόλαντ Σιμελπφένιχ, με δύο ντουζίνες θεατρικά έργα στο ενεργητικό του, θεωρείται από τους πλέον επιτυχημένους σύγχρονους συγγραφείς στη Γερμανία. Στον «Χρυσό Δράκο» η γλυκόξινη κοινωνική κριτική -που με επιτυχία υπηρετεί- σερβίρεται χαμογελαστά, σχεδόν παιχνιδιάρικα. Η ιστορία είναι απλή και συγχρόνως πολύπλοκη. Η δράση «κάπου» στην πλούσια Δύση. Πέντε ηθοποιοί παίζουν διαρκώς εναλλασσόμενους ρόλους: οι νέοι υποδύονται ηλικιωμένους, οι άνδρες τις γυναίκες και το ανάποδο, αλλάζοντας απλώς μερικά αξεσουάρ, μια περούκα, ένα μαντίλι, μια ποδιά κ.λπ. Τι ακριβώς επιδιώκεται μ’ αυτόν τον τρόπο; Αποξένωση, αποστασιοποίηση που έλεγε και ο Μπρεχτ. Ετσι, ακόμα και τα πιο τραγικά γεγονότα σερβίρονται σε πολύ σύντομες σκηνές με ένα πικρόγλυκο χιούμορ.

Και δεν είναι μόνο οι παράνομοι μετανάστες. Υπάρχουν και οι ντόπιοι. Αυτοί κατοικούν κοντά ή πάνω από το ταχυφαγείο. Ολοι τους είναι ανικανοποίητοι και θα ήθελαν να ήταν τα πράγματα όπως και πριν. Ενας που εγκαταλείπεται από τη φίλη του. Ενας γέρος που θα ήθελε να ξαναζήσει τα νιάτα του. Ενα ζευγάρι που χωρίζει ύστερα από μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη.

Τόσο ο συγγραφέας όσο και η σκηνοθέτις, η Κατερίνα Ευαγγελάτου, εξιστορούν όλα αυτά τα καθημερινά μικροδράματα δίχως τον παραμικρό μελοδραματισμό, και χωρίς κανένα υψωμένο διδακτικό δάχτυλο. Ακόμα και ο μύθος του Αισώπου για τον πεινασμένο τζίτζικα και τον οικονόμο μέρμηγκα που υπάρχει στο κείμενο μεταλλάσσει το παλιό (καλό;) ηθικό δίδαγμα. Ο «τραπεζίτης» μέρμηγκας αποδεικνύεται ο διαχρονικός εκμεταλλευτής.

Ολότελα μέσα στο νεολαιίστικο πνεύμα του συγγραφέα η Κατερίνα Ευαγγελάτου δείχνει εδώ πως έχει ήδη αναρριχηθεί στις πάνω πάνω σειρές των καινούργιων σκηνοθετών μας. Με αιχμηρό μάτι, με καλά πλασαρισμένο χιούμορ, με σπάνια αίσθηση της σβελτάδας στη σκηνή, η Κ. Ευαγγελάτου παρουσιάζει αυτή τη στιγμή την πιο ενδιαφέρουσα αθηναϊκή θεατρική δουλειά, απ’ αυτές τουλάχιστον που ήδη πρόλαβα και είδα. Στις πολλαπλές μεταμορφώσεις τους οι πέντε ηθοποιοί -η Φιλαρέτη Κομνηνού, ο Ν. Χατζόπουλος, η ξεχωριστή Εύη Σαουλίδου, ο Ν. Αγγελής και ο Δ. Παπανικολάου- κράτησαν τις αναγκαίες  αποστάσεις από τους ρόλους τους έχοντας κι αυτοί -όλοι τους- ενστερνισθεί το αξίωμα «μακριά από τον εύκολο ρεαλισμό». Οταν δημιουργείς σκηνικά, κοστούμια και φωτισμούς αποφεύγοντας το περιττό μπιχλιμπίδι τότε κάνεις σωστή δουλειά. Ετσι η συμμετοχή των Αλ. Μπουσουλέγκα, Ρ. Υφαντίδου και Σ. Μπιρμπίλη «στόλισαν» εύστοχα την καλή παράσταση.

  • «Δακρυγόνα»

Η διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια Wikipedia αναφέρει: Η ευαισθησία στα δακρυγόνα διαφέρει από άτομο σε άτομο. Εξαρτάται από τη συναισθηματική κατάσταση, τη νευρικότητα, τη φυσική δραστηριότητα, τη θερμοκρασία και την υγρασία του σώματος. Στην περίπτωση των «Δακρυγόνων» του Αλέξη Σταμάτη το χημικό αέριο δεν προσβάλλει μόνο τους βλεννογόνους ιστούς αλλά και «τις ψυχές των ηρώων». Κι αυτό επειδή «ο τίτλος δεν παραπέμπει στο προφανές», όπως επιμένει ο ίδιος ο συγγραφέας στο πρόγραμμα. Εδώ δεν έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε ούτε με κουκουλοφόρους, ούτε με τον Δεκέμβρη και τα ΜΑΤ. Εδώ έχουμε να κάνουμε με «Δύο πονεμένες ζωές που συναντώνται και η συνάντηση αυτή γεννά πράξεις και συγκρούσεις». Αν τελικά ξεκαθαριζόταν το εάν ο Μάνος και η Ελλη ήταν μπαμπάς και κόρη, όπως κάπου υπονοείται, τότε θα είχαμε να κάνουμε και με την επεισοδιακή «Στρέλλα». Ομως στη συγκεκριμένη περίπτωση λείπει η τόλμη που χαρακτηρίζει την ταινία του Πάνου Κούτρα. Ετσι η σύντομη συνεύρεση μιας 25χρονης ζωγράφου και ενός μεσήλικα μαθηματικού περιορίζεται σε μια μάλλον φλύαρη ψυχο-φιλοσοφική σχέση, η οποία γρήγορα εξαντλείται και μένει η απλή πολυλογία.

Το έργο στηρίζεται κυρίως επάνω σε δύο καλούς ηθοποιούς, στον Νίκο Αρβανίτη και τη Δανάη Παπουτσή, οι οποίοι δείχνουν έντεχνα δασκαλεμένοι από τον σκηνοθέτη τους, τον Αρη Τρουπάκη που προσπαθεί -με επιτυχία- να ζωντανέψει ένα εγκεφαλικό κείμενο με εύστοχα και καλόγουστα ευρήματα. Εξίσου ικανοποιητική ήταν και η εικαστική συνεισφορά στην παράσταση του Θοδωρή Χρυσικού (σκηνικά, κοστούμια, φωτισμοί).

Advertisements