«Οι Δαιμονισμένοι» του Ντοστογιέφσκι, σε διασκευή-σκηνοθεσία Πέτερ Στάιν

  • Νίκη επί της ύλης

  • «Οι Δαιμονισμένοι» του Ντοστογιέφσκι, σε διασκευή-σκηνοθεσία Πέτερ Στάιν Φεστιβάλ Αθηνών
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

Ολόκληροι οι «Δαίμονες» του Ντοστογιέφσκι στο θέατρο λοιπόν. Κάθε χαρακτήρας, κάθε γεγονός. 950 σελίδες σε δώδεκα ώρες. Ενα όνειρο σκηνοθετική ζωής, όπως η εννιάωρη «Ορέστεια» το 1985, ο διήμερος και για πρώτη φορά πλήρης «Φάουστ» το 2000, ο δεκάωρος «Βάλενσταϊν» του Σίλερ το 2007, επίσης για πρώτη φορά χωρίς περικοπές.

Είκοσι έξι ηθοποιοί (δεξιά, η Μανταλένα Κρίπα) ξετύλιξαν τις 950 σελίδες του έργου σε 12 ώρες

Είκοσι έξι ηθοποιοί (δεξιά, η Μανταλένα Κρίπα) ξετύλιξαν τις 950 σελίδες του έργου σε 12 ώρες

Στο πρόγραμμα διαβάζουμε την περήφανη ανακοίνωση σε νούμερα του σκηνοθέτη των υψηλών οραμάτων: 25.000 χιλιόμετρα, 350 θεατρικές ώρες της παγκόσμιας τουρνέ των «Δαιμονισμένων» το 2010. Είναι αυτά τα opus magni έργα μεγάλης πνοής, ή απλώς σαθρή θαυματοποιία;

Παρά τη δυσαρέσκεια που προκάλεσαν τα κυνικά και μάλλον αδαή σχόλιά του για την ελληνική οικονομία, ο Στάιν κατόρθωσε να καθηλώσει στην Πειραιώς ένα ευρύ κοινό νέων και ηλικιωμένων, θεατρόφιλων και μη, σε μια ολοήμερη συλλογική εκστρατεία στη μεγάλη κλασική κληρονομιά. Η εικόνα ενός λαού με πνευματική ζωντάνια, ενάντια στον καύσωνα και στους ζοφερούς καιρούς.

Χωρίς τεχνολογικά βοηθήματα μανιέρες, ευρηματικά εφέ και μαγικές συνταγές, σε μια σχεδόν ευλαβή σχέση με το πρωτότυπο, που αποφεύγει την προσωπική άποψη, ο Στάιν ανα-αφηγείται το πολιτικό και πνευματικό κλίμα της προ-επαναστατικής Ρωσίας, όπως το κατέγραψε ο Ντοστογιέφσκι με αντικειμενικότητα χρονικογράφου. Η εκρηκτική σύγκρουση γενεών, ήγουν του συντηρητικού, δειλού φιλελευθερισμού των πατέρων και του ριζοσπαστικού, ελιτίστικου αναρχισμού των υιών, με απόληξη το χάος και την καταστροφή, ξετυλίγεται λακωνικά, στεγνά, αλλά όχι μονότονα, με 26 ηθοποιούς, δύο πιάνα, μερικά υποτυπώδη σκηνικά και λίγους προβολείς, που αναλαμβάνουν όταν το φυσικό φως μέσα από τα ψηλά παράθυρα του παλιού βιομηχανικού κτηρίου γέρνει αργά προς το σούρουπο και τη νύχτα.

Στην τεράστια σκηνή της αίθουσας Δ ένα πολύχρωμο καλειδοσκόπιο της ανθρώπινης φυλής – γαιοκτήμονες, μηδενιστές, ιδεαλιστές, τρομοκράτες, άνεργοι καθηγητές, διανοούμενοι, καθάρματα, εραστές, δυστυχείς σύζυγοι, επιδίδονται σε συκοφαντίες, προδοσίες, συνωμοσίες, αδιέξοδους έρωτες, μονομαχίες, φόνους. Η κρίση αξιών και η παρακμή που διαβρώνουν ασφυκτικά αυτή τη μικρή ρωσική επαρχία του 1870 είναι μια δυσάρεστη παραπομπή στα καθ’ ημάς. Οπως τότε και τώρα, η θρησκευτική πίστη και ο έρωτας δεν δύνανται να κάνουν το θαύμα τους. «Δεν κατηγορώ κανέναν, μόνο τον εαυτό μου», είναι τα περίφημα τελευταία λόγια ενός ανθρώπου χωρίς τιμή, του Σταβρόγκιν, η επιτομή της φαυλότητας για όλες τις εποχές, πριν τινάξει τα μυαλά του στον αέρα. Κι εμείς θαρρούμε πως διακρίνουμε μια αίσθηση κάθαρσης μέσα στο σκότος, ή ίσως να είναι και ιδέα μας…

Το μαραθώνιο εγχείρημα του Στάιν μπορεί να μη μαγεύει ως ορμητικός, πειθαρχημένος μηχανισμός χωρίς καμιά φιλαρέσκεια, προορισμένος να χωρέσει σ’ ένα περιορισμένο οπτικό σύμπαν τις μύριες εξωτερικές και ψυχολογικές λεπτομέρειες του κορυφαίου έπους της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ομως συγκινεί μ’ έναν τρόπο ψύχραιμο, βαθύ και διαρκή. Η έντιμη, στιβαρή διαχείρηση του υλικού από έναν έμπειρο δεξιοτέχνη είναι ένα θαύμα του πραγματοποιήσιμου, στο οποίο συμπράττουν οι φωτισμένοι και φωτεινοί ερμηνευτές. Μια απόσταξη της ουσίας τού θεάτρου με τα πιο απλά και αρχαιότερα υλικά του – λόγο και ηθοποιούς. Παρά την εξαντλητική της διάρκεια και δίχως απαραίτητη γνώση του μυθιστορήματος, παρακολουθήσαμε τη διαδρομή αυτών των δαιμονισμένων με ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον, σαν ένα αέναα επίκαιρο και πικρό «παραμύθι» της ζωής μας. *

Ντοστογιέφσκι, Αριστοφάνης και κακοποιημένος Ουίλιαμς

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 21 Ιούλη 2010
«Δαίμονες»
  • «Δαίμονες»

Κατήγορος του τσαρισμού και της δουλοκτητικής φεουδαρχίας, μέλος οργάνωσης ουτοπιστών σοσιαλιστών, ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, το 1849, ως θανατοποινίτης εξορίζεται στη Σιβηρία για μερικά χρόνια. Καθώς – παρά την κατάργηση της δουλοκτησίας – οι φεουδάρχες και η ανερχόμενη αστική τάξη πίνουν και το μεδούλι των εξαθλιωμένων αγροτικών και εργατικών μαζών, φουντώνουν τα ξεσπάσματα και στις δεκαετίες του 1860 και 1870 εμφανίζονται πολλές, ποικίλων ιδεολογικών απόψεων, φερόμενες ως «επαναστατικές», ομάδες. Ανάμεσά τους και η ομάδα του Σεργκέι Γκενάντιεβιτς Νετσάγιεφ (1847-1882), του οποίου την προβοκατόρικη για το επαναστατικό κίνημα δράση κατήγγελλαν οι Μαρξ και Ενγκελς. Δεινός σχολιαστής της κοινωνικής πραγματικότητας, ο Ντοστογιέφσκι κατέστησε τον Νετσάγιεφ «πυρηνικό» επίκεντρο του – σπουδαίου ιστορικοκοινωνικά και μεγαλειώδους λογοτεχνικά – μυθ-ιστορήματός του «Δαίμονες», μετονομάζοντάς τον σε Πιοτρ Βερχοβένσκι. Ο αναγνώστης που αγνοεί το απολύτως ιστορικό υπόβαθρο του μυθιστορήματος στερείται την ιστορική αξία του. Αξίζει, λοιπόν, να τη συνοψίσουμε. Ο Νετσάγιεφ, παρεισφρέοντας ως επικεφαλής ομάδας, συμμετείχε στις φοιτητικές ταραχές του 1868-69 και συνέγραψε, μαζί με άλλους, το φοιτητικό «Πρόγραμμα Επαναστατικών Ενεργειών». Ηταν ο συντάκτης της περιβόητης «Κατήχησης του Επαναστάτη», που κήρυσσε μια άναρχη και καταστροφική βία για τη βία. Το 1869 διέδωσε ότι συνελήφθη, ενώ πήγε στη Γενεύη, εμφανιζόμενος ως «εκπρόσωπος επαναστατικής επιτροπής». Συνδέθηκε με τον Μπακούνιν, χρηματοδοτήθηκε από το λεγόμενο «Απόθεμα Μπαχμέτεφ» για «επαναστατική» δράση και επέστρεψε στη Μόσχα. Δηλώνοντας «εκπρόσωπος» της – ανύπαρκτης – «Παγκόσμιας Επαναστατικής Ενωσης», δημιούργησε τη μικρή μυστική οργάνωση «Λαϊκή Εκδίκηση», σπέρνοντας τυφλή και καταστροφική βία. Ο Νετσάγιεφ έφτασε στο σημείο να χαρακτηρίσει «προδότη» και να δολοφονήσει και τον παλιό αγωνιστή του φοιτητικού κινήματος και εργάτη Ι. Ιβανόφ (Σάτοφ λέγεται στο μυθιστόρημα), επειδή διαφώνησε με την τρομοκρατική βία του. Η αστυνομία συνέλαβε υπόπτους για τη δολοφονία του Ιβάνοφ, αλλά όχι τον Νετσάγιεφ, που βρέθηκε στη Γενεύη, όπου προσπάθησε να εισχωρήσει στην Α’ Διεθνή. Το 1870 συλλαμβάνεται από την ελβετική αστυνομία. Το 1871 στη Μόσχα, ερήμην του, διεξάγεται η «Δίκη Νετσάγιεφ», την οποία το τσαρικό καθεστώς σκόπιμα μετέτρεψε σε «Δίκη της Α’ Διεθνούς». Ο Νετσάγιεφ παραδίδεται στη Μόσχα το Γενάρη του 1873, περνά 20 χρόνια σε καταναγκαστικά έργα, αλλά και ξαναμπλέκεται σε βλαβερή για το επαναστατικό κίνημα δράση. Τη χρονιά της δίκης, ο Ντοστογιέφσκι γράφει τους «Δαίμονες», αποτυπώνοντας πλήρως την κοινωνική τοιχογραφία της εποχής. Την ιδεολογική αναζήτηση, τη σύγχυση και πολυδιάσπαση των φτωχών λαϊκών μαζών. Καυτηριάζει τη διεφθαρμένη, επηρμένη, «δαιμονισμένη» αριστοκρατία και τους πέριξ αυτής παρασιτικούς, τιποτένιους παιδαγωγούς και διανοούμενους. Τέτοιο παράσιτο είναι ο πατέρας του Πιοτρ Βερχοβένσκι, ο Στεπάν Βερχοβένσκι, προστατευόμενος της πάμπλουτης αριστοκράτισσας χήρας Βαρβάρα Σταυρόγκινα, άλλοτε «καθηγητής» του μοναχογιού της Νικολάι Σταυρόγκιν – ενός «κολασμένου», έκλυτου, ανικανοποίητου, καταστροφικού, ηδονιζόμενου με τη βία, εξ ου και χρηματοδότη του Πιοτρ Βερχοβένσκι, ο οποίος, μη βρίσκοντας νόημα για να ζήσει και λύτρωση από τους «δαίμονές» του, εξομολογούμενος τα αμαρτήματά του, αυτοκτονεί. Φρίττοντας από τη βία των εξουσιαστών και εκμεταλλευτών του λαού, αλλά και από τις τρομοκρατικές μεθόδους τύπου Μπακούνιν και Νετσάγιεφ, ο Ντοστογιέφσκι, μέγας ρεαλιστής αλλά και ψυχανατόμος, αποτύπωσε συνταρακτικά και τα δεινά της κοινωνίας, αλλά και την τραγωδία της ανθρώπινης ύπαρξης. Πιστεύοντας στις ηθικές, ανθρώπινες αξίες και παραδόσεις του ρωσικού λαού, καταδεικνύοντας τους «δαίμονες» της εποχής του, ονειρευόταν το θρίαμβο του καλού. Αυτό το αριστουργηματικό, διαχρονικό και οικουμενικά επίκαιρο μυθιστόρημα, παρουσίασε στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών ο Γερμανός σκηνοθέτης Πέτερ Στάιν. Μια παράσταση λιτών σκηνικών μέσων, καθάριου ρεαλισμού, καλά καθοδηγημένων ερμηνειών από τον πολυμελή ιταλικό θίασο. Μια παράσταση που σεβάστηκε το μυθιστόρημα, δεν το αλλοίωσε με «εκσυγχρονιστικές» παρεμβάσεις και εντυπωσιοθηρικά ευρήματα, αφήνοντάς το να «μιλήσει» για την εποχή του και δι’ αυτής να παραπέμψει στο σήμερα. Μια παράσταση, που, με τα διαλείμματα (μερικά ήταν περιττά), διήρκεσε δώδεκα ώρες, ενώ οι οκτώμισι ώρες ήταν επί σκηνής, καθώς ο Στάιν επέλεξε αντί να ανεβάσει την καλά συμπυκνωμένη διασκευή του Αλμπέρ Καμί, να κάνει δική του διασκευή, μάλλον για προφανείς λόγους. Προσθέτοντας χρόνο στην επί σκηνής ερμηνευτική παρουσία της συζύγου του, Μανταλένα Κρίπα, ως Βαρβάρα Σταυρόγκινα, περικόπτοντας, όμως, άλλες σημαντικές, ιστορικού περιεχομένου, σκηνές του μυθιστορήματος και για διασκευαστικά – πνευματικά δικαιώματα.

«Ενα λεωφορείο»
  • «Ιππείς»

Το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, συμπράττοντας με τη «Θεατρική Διαδρομή», στα πλαίσια των Επιδαυρίων, ανέβασε τους «Ιππείς», μια κωμωδία με την οποία ο Αριστοφάνης έσυρε τα εξ αμάξης στους διεφθαρμένους, αστοιχείωτους, άρπαγες, δημαγωγούς, ψεύτες, λαοπλάνους της πολιτικής εξουσίας και της οικονομικής λαμογιάς της εποχής του. Ο Παφλαγόνας (προσωπείο του Κλέονα) και ο Αλλαντοπώλης (προσωπείο του Αγοράκριτου), είναι ίδιες και απαράλλαχτες «λέρες», ανταγωνιζόμενες για την εξουσία του Δήμου. Ο άθλιος Παφλαγόνας, καθώς τρώει τον αγλέουρα από το μόχθο του λαού και τον κρατικό κορβανά του Δήμου, χάνει την εξουσία, την οποία με τη βοήθεια των «Ιππέων» – του έτερου μεγάλου κόμματος του δικομματισμού, θα λέγαμε σήμερα – κερδίζει ο εξίσου άθλιος Αλλαντοπώλης, που πλανεύει το λαό, τάζοντας λαγούς με πετραχήλια, για να κάνει τα ίδια με τον προκάτοχό του.Το έργο, μεταφρασμένο εξαιρετικά από τον Κ. Χ. Μύρη, αλλά προσαρμοσμένο στο σήμερα, με πρόσθετες σατιρικές φραστικές παρεμβάσεις για το ΔΝΤ, την ΕΕ, τον Ολι Ρεν, την «τρόικα» που με σύμφωνη την πολιτική και οικονομική εξουσία μας πίνουν το αίμα, σκηνοθέτησε με σεμνότητα και μέτρο στα κωμικά ευρήματα, ο Βασίλης Νικολαΐδης. Συντελεστές του καλού παραστασιακού αποτελέσματος είναι οι: Γιάννης Μετζικόφ (εξαιρετικά κοστούμια και σκηνικό), Αντιγόνη Τσολάκη (μουσική), Χρήστος Παπαδόπουλος (χορογραφία), Νίκος Βλασσόπουλος (φωτισμοί). Στυλοβάτες της σκηνοθεσίας ο πηγαία λαϊκός, φυσικός και άμεσος, χαρισματικός κωμικός Παύλος Χαϊκάλης (Αλλαντοπώλης), απολαυστικός στην πρώτη του αριστοφανική ερμηνεία και ο πολύπειρος αριστοφανικά Γιώργος Αρμένης. Καλή η υποκριτική προσπάθεια των Σαμψών Φύτρου, Θύμιου Κούκιου (δούλοι) και Γιάννη Κοτσαρίνη (Δήμος). Εντυπωσιακή και γελαστική η χορευτική, βουβή μιμική του Μανώλη Θεοδωράκη (Ειρήνη).

«Ιππείς»
  • «Ενα λεωφορείο»

Μερικοί σκηνοθέτες κυνηγούν τη διασημότητα όχι με μια υψηλού επιπέδου δική τους δημιουργία, αλλά με την καταρράκωση σπουδαίων θεατρικών έργων, δίκην «νεοτερισμού», χρησιμοποιώντας συχνά ως «δόλωμα» για να διαφημιστεί και να γίνει αποδεκτό το «κατασκεύασμά» τους, κάποιο δυνατό όνομα. Αυτό έπραξε ο πολυδιαφημισμένος στην Ευρώπη, Πολωνός σκηνοθέτης Κριστόφ Βαρλικόφσκι. Παρουσίασε, στο Φεστιβάλ Αθηνών, μια ανενδοίαστης ασέβειας διασκευή του υπέροχου, πασίγνωστου και κινηματογραφικά, κοινωνικού και ταυτόχρονα ψυχολογικού δράματος «Λεωφορείο ο «Πόθος»», του Τένεσι Ουίλιαμς, με τίτλο «Ενα λεωφορείο» και με δόλωμα την υπεραισθαντική, αλλά και πολύ δυνατών και πολύ ασκημένων υποκριτικών μέσων (φωνητικά, κινησιολογικά) διάσημη Γαλλίδα ηθοποιό Ιζαμπέλ Ιπέρ (σ.σ. θα μας μείνει αλησμόνητη η ερμηνεία της στις «Επικίνδυνες σχέσεις» σε σκηνοθεσία του Ρόμπερτ Γουίλσον). Ο Βαρλικόφσκι δεν είναι ατάλαντος. Με την παράστασή του, όμως, αποδείχνεται ασεβής. Δε σεβάστηκε ούτε το έργο του Ουίλιαμς, ούτε το τάλαντο της Ιζαμπέλ Ιπέρ. Ευθύνεται, όμως, κι εκείνη, που πειθαρχικά, σαν «μαθητούδι», υπηρέτησε την παρακμιακή, αντιδραματική, μετα-μεταμοντέρνα «εκσυγχρονιστική» και κακόγουστη, διασκευαστική και σκηνοθετική «ανάγνωση» του Βαρλικόφσκι. «Ανάγνωση», που στέρησε όλο το υπαρξιακό άλγος, τα τραυματικά βιώματα, την καλλιέργεια, την έμφυτη τρυφερότητα και ευγένεια, το αίσθημα της αξιοπρέπειας, τον τρόμο του κενού, της μοναξιάς, της βιοποριστικής αδυναμίας και του ματαιωμένου ονείρου για αγάπη, για λίγη ευτυχία, με τα οποία «κόσμησε» η ποίηση του Ουίλιαμς αυτό το θεατρικό πρόσωπο, την Μπλανς ντι Μπουά, ώστε να κορυφωθεί το δράμα της, με τον – εν ψυχρώ προαποφασισμένο από τον άντρα της αδελφής της – εγκλεισμό της σε ψυχιατρείο. Ο Βερλικόφσκι είδε την Μπλανς σαν θλιβερό, μισοπάλαβο, μέθυσο, μητρομανές, μισόγυμνα περιφερόμενο, γύναιο, που στο τέλος απλώς αποτρελαίνεται. Ο,τι σώθηκε από την ηρωίδα του Ουίλιαμς, οφείλεται στο ταλέντο της Ιπέρ. Χωρίς την ερμηνευτική παρουσία της, το σκηνοθετικό κατασκεύασμα δε θα βλεπόταν, δε θα αντεχόταν διόλου.

Φ. Ντοστογιέφσκι «Δαίμονες», σκην.: Πέτερ Στάιν. Ελληνικό Φεστιβάλ

  • Προφητικοί, 12ωροι Δαίμονες
  • Στρωτή, ρεαλιστική, με χαμογελαστές αναφορές, η παράσταση – μαμούθ του Πέτερ Στάιν
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 18 Iουλίου 2010
  • Φ. Ντοστογιέφσκι «Δαίμονες», σκην.: Πέτερ Στάιν. Ελληνικό Φεστιβάλ

Το σημείο αναφοράς ήταν: μια παράσταση–μαμούθ, ένα έργο που θα διαρκούσε 12 ώρες. Κάπου 9 ώρες θέατρο και το υπόλοιπο για διαλείμματα μεσημεριανού, βραδινού και τσιγάρου. Αρτος και θέαμα στην κυριολεξία. Βασισμένη στο μυθιστόρημα «Οι δαιμονισμένοι» του Ντοστογιέφσκι, η παράσταση που σκηνοθέτησε ο 73χρονος Πέτερ Στάιν «με το βιβλίο στο χέρι» κάνει μια επιτυχημένη και λεπτομερή ανάγνωση της ρωσικής κοινωνίας του 19ου αιώνα, όταν ο ήπιος φιλελευθερισμός των πατεράδων συγκρουόταν με τους ακραίους αναρχικούς γιους, οι οποίοι δεν γνώριζαν καμιά ηθική αναστολή μπρος στον τελικό στόχο που ήταν η επανάσταση. Και οι δαίμονες; Ποιοι είναι οι δαίμονες στη συγκεκριμένη περίπτωση;

Για να αντιγράψω τα –απίστευτα!– λόγια του ίδιου του σκηνοθέτη, οι Δαίμονες του τίτλου «δεν είναι τίποτε άλλο παρά οι ασθένειες και οι παράνοιες μιας νέας γενιάς, η οποία έχει χάσει την πίστη της στη θρησκεία και κατέληξε να γίνει θύμα της ιδεολογίας» (στην ιστοσελίδα του Φεστιβάλ του Λίνκολν Σέντερ, όπου «Οι Δαίμονες» παίχθηκαν το περασμένο Σαββατοκύριακο – στο http://www.lincolncenter.org/index.php/lcf-2010-the-demons).

Ξαφνιάστηκα σφόδρα γιατί, παρακολουθώντας την πορεία του Στάιν, τον θεωρούσα τουλάχιστον συνοδοιπόρο ιδεολογικά με τον συνομήλικό του «σταρ» του τότε προοδευτικού φοιτητικού κινήματος, τον αριστερής ιδεολογίας Ρούντι Ντούτσκε. Και να μιλάει τώρα για «θύματα ιδεολογίας» και για παραστρατημένους από τη θρησκεία…

Πάντως, ο ίδιος ο Ντοστογιέφσκι δείχνει να προβλέπει το μέλλον της πατρίδας του. Δείχνει να σκιαγραφεί έναν νέο κόσμο και, κυρίως, μια νέα σκέψη, η οποία θα οδηγήσει πενήντα χρόνια αργότερα στον σταλινισμό και, σε άλλα πενήντα, στον σημερινό καπιταλισμό. Περιγράφει μια μελλοντική, σοσιαλιστική, Ρωσία σαν «εκφυλισμένο εργατικό κράτος» –σύμφωνα με τη θεωρία του Τρότσκι– το οποίο στη μετα-Γκορμπατσόφ εποχή μεταβάλλεται σε κράτος όπου κυριαρχούν ο ματεριαλισμός, ο ορθολογισμός, ο νιχιλισμός των παιδιών της εποχής των Δαιμόνων – γύρω στα 1870.

Στο μυθιστόρημα κυκλοφορούν λογιών λογιών χαρακτήρες, οι οποίοι αλληλοσυγκρούονται, αλληλοερωτεύονται, αλληλοσκοτώνονται και συχνά παραφρονούν. Ομως μέσα στην ιστορία αυτή υπάρχει και άφθονο χιούμορ και κωμικό στοιχείο. Κι αυτό που πέτυχε ο Στάιν ήταν να αναδείξει αυτές τις «αστείες» καταστάσεις που διανθίζουν το κείμενο (κάτι το οποίο δεν είχαμε καν υποπτευθεί ότι υπάρχει στην άτυχη, ολόστεγνη παράσταση των «Δαιμόνων» που είχε σκηνοθετήσει πριν από τέσσερα χρόνια η Μάγια Λυμπεροπούλου). Επίσης εδώ ήταν εντυπωσιακή η πληθώρα των ηθοποιών (τα πρόσωπα στη σκηνή ήταν καμιά τριανταριά) που ολοζώντανα, δηλαδή ρεαλιστικότατα, συνυπήρχαν, διαλογίζονταν, κυκλοφορούσαν – με ολοκάθαρα σχεδιασμένους χαρακτήρες ο καθένας τους. Ομως, δίχως να «συναντιούνται» ποτέ ουσιαστικά αναμεταξύ τους. Σπάνια έχουμε δει τόσους «αντι-ήρωες» μαζεμένους μαζί. Κι αυτό ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα σκηνοθετική άποψη.

Υπήρξαν πολλές χαμογελαστές αναφορές σε ιστορικά πρόσωπα με κορυφαία αυτή του Στέπαν Τροφίμοβιτς Βερχοβένσκι (Ελία Σίλτον), ο οποίος εμφανίστηκε σαν πορτρέτο του Καρλ Μαρξ. Και ασφαλώς ξεχώρισε με τον απλώς και μόνο φαινομενικά άτεγκτο αλλά στην ουσία ευλύγιστο χαρακτήρα της, η Μανταλένα Κρίπα στον ρόλο της Βαρβάρα Πέτροβνα.

Η παράσταση ήταν στρωτή, ρεαλιστικά αφηγηματική, δίχως «μοντερνιές» και σκηνοθετικές εκκεντρικότητες – όπως σε πολλές προηγούμενες δημιουργίες του ίδιου σκηνοθέτη, ο οποίος έδειξε να αρέσκεται γενικώς σε μεγαλειώδη, τουλάχιστον σε διάρκεια, θεάματα. Πριν από τέσσερα χρόνια η παράσταση του «Βάλενσταϊν», του Γερμανού στρατηγού – ήρωα στον 30ετή πόλεμο κρατούσε δέκα ώρες, ενώ μνημειακή έμεινε η –ασφαλώς φλύαρη– 21ωρη σκηνοθεσία του επάνω στον Φάουστ του Γκαίτε.

Εδώ θα μπορούσε να αναρωτηθεί ο θεατής: προς τι αυτές οι πάμπολλες ώρες, οι οποίες καταδικάζουν τέτοιου είδους παραστάσεις να παίζονται μόνο Σαββατοκύριακα; Μήπως είναι απλώς η μεγαλομανία του δημιουργού της; Ασφαλώς και υπάρχει κάποιος άλλος λόγος γι’ αυτό. Ο θεατής ξεπερνά σιγά σιγά τον μόνιμο ρόλο του απλού θεατή και γίνεται αναγκαστικά κι αυτός μέρος μιας παράστασης, την οποία «ζει» λίγο λίγο. Διάβασα κάπου ότι το κοινό θα είχε την ευκαιρία να συν-τρώει με τους ηθοποιούς στα μεγάλα διαλείμματα, κάτι που θα το έφερνε πλησιέστερα στην πλοκή και στα πρόσωπα του έργου. Ομως στον ανοιχτό χώρο πίσω από το θέατρο στην Πειραιώς 260 δεν είδα κανέναν από τους –Ιταλούς– ερμηνευτές να κολατσίζει μαζί μας. Μπορεί αυτό να συνέβη –ή να συμβεί– στο Αμστερνταμ, στη Βιέννη, στο Μιλάνο ή στη Νέα Υόρκη. Εκεί, στο Φεστιβάλ του Λίνκολν Σέντερ, όπου το εισιτήριο κόστιζε από 175 έως 225 δολάρια. Ενας δημοσιογράφος υπολόγισε πως η ώρα ερχόταν στα 18,75 δολάρια –14,92 ευρώ– συμπεριλαμβανομένου του φαγητού. Αντίστοιχα σ’ εμάς η ώρα κόστισε μόνο 2,77 ευρώ – δίχως φαγητό. Είναι κι αυτό μια αξιοσημείωτη παρηγοριά στις λιτές εποχές που ζούμε

Γεύση Ντοστογέφσκι

  • «Οι δαίμονες», βασισμένο στο μυθιστόρημα του Φιόντορ Ντοστογέφσκι, σε σκηνοθεσία Πέτερ Στάιν, στην Πειραιώς 260, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών

Ηταν ίσως από τις ελάχιστες φορές στο θέατρο που το χειροκρότημα του τέλους είχε διπλό αποδέκτη: όχι μόνο τους ηθοποιούς που υποκλίνονταν επί σκηνής αποκαμωμένοι αλλά και εμάς τους ίδιους τους θεατές που είχαμε καταφέρει να φτάσουμε, σώοι και αβλαβείς, ως το τέλος αυτού του μαραθωνίου: της δωδεκάωρης παράστασης «Δαίμονες», σε σκηνοθεσία Πέτερ Στάιν, που άρχισε στις 11.00 και ολοκληρώθηκε στις 23.00 του περασμένου Σαββάτου.

Ακούγεται εντυπωσιακό πράγματι, ειδικά αν κρίνει κανείς από τις αντιδράσεις φίλων και γνωστών που ρωτούσαν εκ των υστέρων με θαυμασμό «Το είδες όλο; Πώς ήταν;». Τέσσερις ημέρες αργότερα, όταν γράφεται το κείμενο αυτό και οι εντυπώσεις έχουν ωριμάσει, η δοκιμασία μας δεν φαντάζει δα και κατόρθωμα. Ναι, πράγματι, η κούραση ήταν μεγάλη, το σώμα στριμωγμένο σε αυτές τις άβολες πάνινες καρέκλες της Πειραιώς 260 δεινοπαθούσε, παρακαλούσε για λίγο χώρο, η νύστα καραδοκούσε κυρίως τις μεσημεριανές ώρες, και η αίσθηση ότι δοκιμάζει κανείς τις αντοχές του ήταν έντονη. Προσωπικά δεν πίστευα ότι θα τα έβγαζα πέρα καθώς τρέφω τρομερή καχυποψία απέναντι στις παραστάσεις μακράς διαρκείας. Θεωρούσα την επιλογή του Στάιν επιτηδευμένη, επιδεικτική, λες και όποιος δεν μπορεί να περάσει μισό εικοσιτετράωρο προσκολλημένος στον βωμό της Τέχνης, αν δεν πονέσει σύγκορμος, δεν θεωρείται άξιος θεατρόφιλος υψηλών προδιαγραφών.

Ο Στάιν, βέβαια, ο μεγαλύτερος σταρ σκηνοθέτης της μεταπολεμικής Γερμανίας, δεν «μασάει». Θεωρεί τον εαυτό του ειδικό σε αυτά τα γιγαντοθεάματα ναπολεόντειων επιδιώξεων, και όχι άδικα: το 1971 ανέβασε τον «Πέερ Γκυντ» του Ιψεν (εξίμισι ώρες) και το 1980 την «Ορέστεια» του Αισχύλου (εννέα ώρες), ενώ το 2000 παρουσίασε ολόκληρο τον «Φάουστ» του Γκαίτε σε μια παράσταση 21 ωρών η οποία- παρά τα πανάκριβα εισιτήρια- ήταν sold out για ενάμιση χρόνο στο Αννόβερο, στο Βερολίνο και στη Βιέννη.

Ο «Φάουστ» έτυχε πάραυτα της χειρότερης υποδοχής από τον γερμανικό Τύπο. Φαίνεται ότι οι συμπατριώτες του κριτικοί έφριξαν με την έλλειψη φαντασίας και την αφόρητη διάθεση κυριολεξίας του Στάιν, ο οποίος τα τελευταία περίπου δέκα χρόνια έχει απαρνηθεί το th tre d΄ auteur και έχει ταχθεί στην υπηρεσία των μεγάλων κλασικών συγγραφέων, το έργο των οποίων φιλοδοξεί να μεταφέρει όσο το δυνατόν πιο ατόφιο, με λιγότερες περικοπές, στη σκηνή.

Στους «Δαίμονες» έγινε προφανές ότι ο σκηνοθέτης που άφησε εποχή ως επικεφαλής της βερολινέζικης Σαουμπύνε την ταραχώδη δεκαετία του 1970, ο σκηνοθέτης που έχει υπογράψει μερικές από τις πιο πρωτοποριακές παραστάσεις του δεύτερου ημίσεος του 20ού αιώνα, βρίσκεται πλέον σε άλλη φάση. Ο 73χρονος Στάιν έχει βαρεθεί τις τάσεις, τα πειράματα, τα ευρήματα, την «άποψη»: θέλει να λέει ιστορίες. Ιστορίες με αρχή, μέση και τέλος, με συναρπαστικούς ήρωες και πυκνή δράση, ιστορίες που γοητεύουν χωρίς να ανατρέπουν, να αποδομούν, ή να σφυρίζουν οποιονδήποτε άλλον τέτοιο μεταμοντέρνο σκοπό.

Ποιοι είναι οι Δαίμονες; Δεκάδες πιθανές απαντήσεις προσφέρονται όσο διαρκεί αυτό το μακρύ ταξίδι της μέρας μέσα στη νύχτα και το φως σιγά σιγά σβήνει έξω από τα μεγάλα παράθυρα της αίθουσας. Ο μηδενισμός, ο αναρχισμός, ο κομμουνισμός, ο σοσιαλισμός, ο υλισμός, ο ωφελιμισμός, και προπαντός ο αθεϊσμός, όλες ιδέες ευρωπαϊκής προέλευσης, απειλούν τη Ρωσία των τελών του 19ου αιώνα. Ομάδα επαναστατημένων νέων της εποχής υιοθετεί απερίσκεπτα, από ανία ή από μιμητισμό, τα ξενόφερτα ιδεολογικά ρεύματα της μόδας και επιχειρεί να τα εφαρμόσει σε μια μικρή επαρχιακή πόλη με καταστρεπτικές συνέπειες. Αυτό το «πνευματικό χάος», όπως το χαρακτηρίζει ο Αφηγητής, έχει «κάτι δαιμονιακό» και συμπαρασύρει στον όλεθρο μεγάλο μέρος των ηρώων οι οποίοι καλούνται να ξορκίσουν ο καθένας τους δικούς του, προσωπικούς δαίμονες, σε μια αγωνιώδη μάχη που οδηγεί συνήθως στον θάνατο ή στην αυτοκτονία.

Ο κόσμος του ρώσου συγγραφέα είναι εξαιρετικά σύνθετος και σκοτεινός και ο Στάιν αφιέρωσε μεγάλο μέρος των δυνάμεών του στη διασκευή του μυθιστορήματος για το θέατρο. Ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα- καναπές, χαλί, δύο κρεβάτια, μερικές καρέκλες- και πολλοί ιταλοί ηθοποιοί- 26 για την ακρίβεια- ήταν τα «εργαλεία» που χρειάστηκε ο σκηνοθέτης προκειμένου να στήσει το δωδεκάωρο θέαμά του (με έξι διαλείμματα, συνολικής διάρκειας τριών ωρών).

Ο σκηνοθέτης δεν προσπάθησε να προτάξει τη δική του ερμηνεία πάνω στο κείμενο του Ντοστογέφσκι. Η ανάγνωσή του είναι όσο το δυνατόν πιο «αντικειμενική», σαν να στέκεται έξω από ένα παράθυρο και να παρακολουθεί ή σαν να κρατάει μια κάμερα και να καταγράφει. Δεν απομονώνει, δεν μεγεθύνει, δεν αναλύει. Πράγματι, υπήρχε μια μάλλον κινηματογραφική προσέγγιση στην αφήγηση, διαδοχή πλάνων σε χρονολογική σειρά, έμφαση στην ξεκάθαρη, ρεαλιστική παρουσίαση των γεγονότων και των διαλόγων καθώς και στη σκιαγράφηση των ηρώων. Ταυτόχρονα δεν απουσίαζαν το χιούμορ και η σατιρική διάθεση, ειδικότερα όσον αφορά τα πιο πολιτικά μέρη του έργου (βλ. η συνέλευση των σοσιαλιστών). Θα μπορούσε ενδεχομένως να κατηγορήσει κανείς το εγχείρημα για απλοϊκότητα- όπως χαρακτηριστικά ακούστηκε από θεατή «θυμίζει κλασικά εικονογραφημένα». Μη έχοντας διαβάσει το μυθιστόρημα, παρακολούθησα τους «Δαίμονες» με σχεδόν αμείωτο ενδιαφέρον, σαν να έβλεπα στην τηλεόραση ένα καλογυρισμένο σίριαλ εποχής (κατά προτίμηση αγγλικής παραγωγής). Βρήκα τον κόσμο του Ντοστογέφσκι να με απορροφά, ακόμη και σε αυτήν τη «βασική» εκδοχή, με παλιομοδίτικη αντίληψη και ερμηνείες, με κλασική μουσική και μακριές κουρτίνες, όπου κυρίαρχο μέλημα καθίσταται η κατανόηση της πλοκής και των ηρώων αλλά και η εξασφάλιση έντονης συγκίνησης όταν πεθαίνουν αγαπημένα πρόσωπα. Συνεπώς, παρ΄ όλες τις ενστάσεις, στο ερώτημα «άξιζε τον κόπο η δωδεκάωρη προσήλωση;» θα απαντούσα «ναι».